Δεύτερη ζωή – Μέρος 1ο

Εκείνη τη Δευτέρα, η Αλκμήνη είχε αποφασίσει ότι θα τον επισκεφτεί. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. “Θα του αρέσω άραγε; Έχουμε να βρεθούμε τόσα χρόνια” μονολογούσε καθώς παρατηρούσε τους γκρίζους κροτάφους της, τα ατημέλητα μαλλιά της και τις ρυτίδες γύρω από τα μάτια της.

Καθώς κοιτούσε στον καθρέφτη, είδε μια ψηλή κοπέλα με ξανθά μαλλιά και άψογες αναλογίες, πιασμένη από το χέρι με ένα νεαρό άντρα. Τους είδε να περπατούν στην ακροθαλασσιά και τους άκουσε να κάνουν όνειρα. Εκείνος είχε καταφέρει και είχε εισαχθεί στο Πολυτεχνείο, οπότε θα μετακόμιζε στην Αθήνα. Μαζί θα πήγαινε και η Αλκμήνη, που ήδη είχε βρει δουλειά σε έναν οίκο μόδας. Ήξερε να ράβει πολύ καλά, να βγάζει πατρόν και να έχει μεγάλη δημιουργική φαντασία σε ό,τι είχε να κάνει με το γυναικείο ντύσιμο. Στην Αθήνα ταυτόχρονα θα παρακολουθούσε και μαθήματα σε σχολή μοντελίστ, γιατί ήθελε να αυξήσει τις γνώσεις της. Εκείνη τη φθινοπωρινή ημέρα αποχαιρετούσαν τον τόπο τους και σχεδίαζαν με χαρά τη νέα ζωή τους στην Αθήνα. “Αχ πόσα όνειρα είχα… πόσα λάθη έκανα!”, σκεφτόταν η Αλκμήνη.

Στην Αθήνα έπιασαν διαμέρισμα στο Κολωνάκι με οικονομίες της Αλκμήνης. Εκεί γύρω υπήρχαν πολλοί οίκοι μόδας, μαγαζιά με φινετσάτα ρούχα και κόσμος, που στα μάτια της Αλκμήνης, φάνταζε πολύ κομψός. Πάντα της άρεσε η πολυτελή ζωή. Ο Γιάννης από την άλλη, προτιμούσε τον απλό κόσμο, δε του άρεσε τίποτα το επιτηδευμένο και τον άφηναν αδιάφορο οι βιτρίνες και η μόδα.

Η δουλειά της Αλκμήνης ήταν κοντά στο σπίτι που έπιασαν. Από την αρχή εντυπωσίασε τον αρχιμόδιστρο του οίκου, ο οποίος την εμπιστεύτηκε. Πράγματι, η Αλκμήνη, έφερε με τις ιδέες της νέο αέρα στον οίκο και πολύ σύντομα πολλές πελάτισσες ζητούσαν αποκλειστικά αυτή να τις ράψει. Το σημείο που ήταν το σπίτι βόλευε και τον Γιάννη για το Πολυτεχνείο.

Η Αλκμήνη ζούσε τη ζωή που ονειρευόταν, καθώς γρήγορα ήρθε η επαγγελματική της αναγνώριση, με αποτέλεσμα να απολαμβάνει, όχι μόνο την εκτίμηση, αλλά και την είσοδό της στην “υψηλή” κοινωνία. Έπαιρνε το πρωινό της στα καλύτερα καφέ ή σε σάλες πολυτελών ξενοδοχείων της περιοχής. Έτρωγε στα καλύτερα εστιατόρια, διασκέδαζε με την ψυχή της σε νυχτερινά μαγαζιά. Ο Γιάννης από την άλλη, δεν είχε να σπαταλά τόσα χρήματα, μιας και συντηρείτο με τα λεφτά που του έστελνε ο πατέρας του. Συνήθιζε να τρώει στο φοιτητικό εστιατόριο ή σε φτηνά ταβερνάκια του κέντρου παρέα με συμφοιτητές του. Τα βράδια σύχναζαν σε μπουάτ ή μαζεύονταν σε κάποιο σπίτι με κιθάρες και τραγουδούσαν.

Η σύγκρουση ανάμεσα στο ζευγάρι δεν άργησε. Η Αλκμήνη του ζητούσε να την ακολουθεί, εκείνος όμως της έλεγε ότι δεν είναι της αρεσκείας του τα μέρη που αυτή πήγαινε. Η Αλκμήνη άρχισε να βρίζει την παρέα του Γιάννη, με το αιτιολογικό ότι δεν είχαν λεφτά και δεν ταίριαζαν στο προφίλ που αυτή έχτιζε και που θα ευνοούσε και τον Γιάννη μελλοντικά. Αυτό ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Μετά από έναν έντονο καβγά, ο Γιάννης μάζεψε τα πράγματά του και για λίγες μέρες φιλοξενήθηκε από έναν φίλο του, μέχρι που έπιασε το δικό του διαμέρισμα στα Εξάρχεια κοντά στη σχολή.

Η Αλκμήνη ήταν μια κούκλα. Συχνά έκανε και το μοντέλο για λογαριασμό του οίκου που δούλευε. Εκεί γνώρισε τον Αριστείδη, γόνο πλούσιας οικογένειας. Αυτός με τον που την είδε σε μια επίδειξη του οίκου, που είχε συνοδεύσει τη μάνα του, μαγεύτηκε. Την επόμενη μέρας κιόλας άρχισε να της στέλνει λουλούδια που συνοδεύονταν από ρομαντικά ραβασάκια. Μετά από λίγο καιρό, η Αλκμήνη έπεσε και αυτή μαγεμένη στην αγκαλιά του. Μαζί του πέρναγε υπέροχα. Έβγαιναν, γλεντούσαν και έκαναν ταξίδια. Η Αλκμήνη πίστευε ότι είχε βρει τον πρίγκιπα. Ο Αριστείδης δε δούλευε. Δε χρειαζόταν να δουλέψει, καθώς έλεγε. Είχαν νοιαστεί οι δικοί του και του είχαν εξασφαλίσει μια πλουσιοπάροχη ζωή. Συχνά βέβαια τσακωνόταν με τον πατέρα του, ο οποίος θεωρούσε τον γιο του τεμπέλη και χωρίς προγραμματισμό. Μάταια προσπαθούσε να του εξηγήσει ότι τα λεφτά, όταν τα σπαταλά αλόγιστα και χωρίς να δουλεύει, κάποια στιγμή θα τελειώσουν. Ο Αριστείδης δεν του έδινε σημασία και μάλιστα σε αυτό είχε συνεργό τη μητέρα του, η οποία έλεγε στον άντρα της ότι τα λεφτά που είχαν έφταναν και για τα δισέγγονά τους.

Ο Γιάννης ήταν αριστούχος στη σχολή και από φοιτητής ήδη συνεργαζόταν με πολιτικούς μηχανικούς, αν και ονειρευόταν ακαδημαϊκή καριέρα. Σύναψε σχέση με μια συμφοιτήτριά του, έντονα πολιτικοποιημένη και γρήγορα και αυτός ενεπλάκη με τα πολιτικά. Η ζωή των δύο νέων δε διέφερε από των άλλων φοιτητών της εποχής. Ντύσιμο μπόχο, πλούσια κόμη για άντρες και γυναίκες, καφεδάκια στην πλατεία εξαρχείων, ροκ μουσική, σινεμά και πολιτικές συζητήσεις σε καφενεία και κουτούκια. Και στους δύο άρεσε πολύ η λογοτεχνία και συνήθιζαν να πηγαίνουν σε βιβλιοπωλεία με τις ώρες, για να βρουν βιβλία. Συχνά σύχναζαν στο αίθριο βιβλιοπωλείων και συμμετείχαν σε συζητήσεις για βιβλία και όχι μόνο. Λεφτά για ταξίδια δεν είχαν, γι’ αυτό προτιμούσαν να κάνουν κάμπινγκ, είτε ελεύθερο, είτε σε κάποιο οργανωμένο αλλά οικονομικό. Τα δυο παιδιά περνούσαν πολύ ωραία τον χρόνο τους και αγαπιόντουσαν.

Στην Αλκμήνη άρεσαν οι κρουαζιέρες με το ιδιωτικό σκάφος του Αριστείδη. Πλησίαζε του Αγίου Πνεύματος και ο Αριστείδης της πρότεινε μια σύντομη διαφυγή στον Αργοσαρωνικό. Παρέα θα ήταν και άλλο ένα ζευγάρι φίλοι του. Η Αλκμήνη δέχτηκε με χαρά. Όχι μόνο για το ταξίδι, αλλά και γιατί θα έμπαινε πια στον κύκλο των φίλων του.

Πρωί Σαββάτου ξεκίνησαν. Η Αλκμήνη είχε πάρει μαζί της μαγιώ, υπέροχα φορέματα, πουκάμισα και παντελόνια καμπάνα. Ο Αριστείδης απόρησε με όλα αυτά που η Αλκμήνη κουβάλαγε για τρεις μέρες, αλλά εκείνη του είπε ότι λόγω ζέστης θα έπρεπε να αλλάζει συχνά. “Εξάλλου όταν τα βράδια κατεβαίνουμε για ποτό, θα κυκλοφορώ σαν λέτσος;” του είπε και εισέπραξε ένα βαρετό “καλά, κάνε όπως νομίζεις”. Εκείνο το πρωί ήταν μαγευτικό. Επικρατούσε άπνοια. Η θάλασσα έμοιαζε με γυαλί απλωμένη γύρω τους σαν απέραντος καθρέφτης, που αντανακλούσε τον πρώτο χρυσαφένιο ήλιο της μέρας. Το σκάφος λικνιζόταν απαλά. Κανένας ήχος δεν διέκοπτε τη γαλήνη. Τα δυο ζευγάρια απολάμβαναν τη μέρα σιωπηλοί, απολαμβάνοντας μια ειδυλλιακή ηρεμία, που έμοιαζε με πίνακα ζωγραφικής. Η Αλκμήνη σφιχταγγαλιασμένη με τον Αριστείδη, ένιωθε ευτυχισμένη.

Το μεσημέρι ελλιμενίστηκαν στις Σπέτσες, που έφαγαν σε μια ταβέρνα. Το απόγευμα τους βρήκε στο σκάφος να χαλαρώνουν. Πλησίαζε το βραδάκι και η Αλκμήνη ρώτησε τι ώρα θα πάνε για ποτό. “Ε δε θα πάμε απόψε. Θα τη βρούμε εδώ” απάντησε ο Αριστείδης. “Δε θα φορέσω δηλαδή κάποιο από τα φορέματα που κουβάλησα;” ρώτησε ναζιάρικα η Αλκμήνη. “Σε προτιμώ με λίγα ως καθόλου ρούχα” απάντησε ο Αριστείδης. Η Αλκμήνη δεν επέμεινε, εξάλλου περνούσε πολύ ωραία και στο σκάφος. Γύρω στις 9 ο Αριστείδης ζήτησε από το προσωπικό, τον μάγειρα και την κοπέλα που είχε την επιμέλεια για την καθαριότητα του σκάφους, να φύγουν και να πάνε να μείνουν στον Πόρο. Μάλιστα τους έδωσε και ένα εξτρά των συμφωνημένων ποσό, για να διαμείνουν στο νησί σε κάποιο ξενοδοχείο. Όταν τα ζευγάρια έμειναν μόνα, ο Αριστείδης έβαλε στο τζουκ μποξ να παίζει ψυχεδελική μουσική. “Τι μουσική είναι αυτή;” ρώτησε φρικαρισμένη η Αλκμήνη. “Σε λίγο θα σου αρέσει” απάντησε ο Αριστείδης και της σέρβιρε ουίσκι. Όλοι άρχισαν να καταναλώνουν αλκοόλ και να λικνίζονται στους ψυχεδελικούς ήχους. Μετά από κάποια ώρα, ο Αριστείδης και το ζευγάρι των φίλων του ξεκίνησαν να κάνουν χρήση κόκας. Ο Αριστείδης πρόσφερε και στην Αλκμήνη, η οποία παρά την αρχική της χλιαρή αντίδραση, έκανε τελικά χρήση και αυτή. Την επόμενη μέρα δε θυμόταν τι συνέβη το υπόλοιπο βράδυ, αλλά ούτε την ένοιαξε, ούτε ρώτησε κάτι τον Αριστείδη. Κάπως έτσι πέρασε το τριήμερο και ένας νέος επικίνδυνος κύκλος ζωής άνοιξε για την Αλκμήνη.

Ο Γιάννης, τελειώνοντας τη σχολή, συνέχισε τις σπουδές του και κατάφερε να μπει στον ακαδημαϊκό χώρο. Παντρεύτηκε την Ντόρα, τη συμφοιτήτριά του και σύντομα μετά τον γάμο τους απέκτησαν ένα αγοράκι. Η Ντόρα δούλευε σε γραφείο τεχνικών μελετών και διακόσμησης εσωτερικών χώρων στο Κολωνάκι. Κάποια μέρα μπήκε στο γραφείο μια κυρία ντυμένη με επιμέλεια και κομψότητα. Δεν άργησε να καταλάβει ποια ήταν. Το επάγγελμα και το χαρακτηριστικό της όνομα δεν άφηναν περιθώριο αμφιβολίας. Η Αλκμήνη ήταν πολύ ευγενική και είχε πάει στο γραφείο για μία ανακαίνιση ενός διαμερίσματος. Την ανακαίνιση την ανέλαβε η Ντόρα και έτσι συναντιόντουσαν αρκετά συχνά. Η Αλκμήνη είπε στην Ντόρα ότι το διαμέρισμα που ανακαίνιζε επρόκειτο να το πουλήσει, γιατί είχε κάποιες οικονομικές δυσκολίες. Οι δυο τους είχαν πολύ καλή συνεργασία και κάποιες φορές έτρωγαν παρέα στο διάλειμμα από τις δουλειές τους. Μια μέρα η Ντόρα της είπε ποια ήταν. Η Αλκμήνη αναφώνησε, “πόσο μικρός είναι ο κόσμος!” και ταυτόχρονα χάρηκε που ο Γιάννης ήταν καλά και είχε δημιουργήσει μια ωραία οικογένεια, πράγμα που δεν ίσχυε για την ίδια. Ο Αριστείδης και η Αλκμήνη είχαν παντρευτεί και μαζί είχαν χαθεί στον ψεύτικο κόσμο του εθισμού. Στη δουλειά της δεν απέδιδε πλέον καλά και γι’ αυτό είχαν ξεκινήσει να πωλούν την ακίνητη περιουσία του Αριστείδη. Κατά τα άλλα συνέχιζαν τη “μεγάλη” ζωή. Η ανακαίνιση του διαμερίσματος που είχε αναλάβει η Ντόρα ολοκληρώθηκε και άρεσε πολύ στην Αλκμήνη και στον Αριστείδη, οι οποίοι σύντομα το πούλησαν και σε καλή τιμή.

Μετά από κάποιο καιρό, οι δυο γυναίκες συναντήθηκαν για φαγητό. Εκείνη την ημέρα η Αλκμήνη είχε βλέμμα κενό και μιλούσε αργά σα ναρκωμένη. Η Ντόρα κατάλαβε. “Τι κάνει ο Αριστείδης;” ρώτησε. “Έπιασε δουλειά σε έναν μεγάλο οργανισμό. Ξέρεις ο Αριστείδης έχει σπουδάσει οικονομικά στην Αγγλία” είπε η Αλκμήνη. Το φαγητό συνεχίστηκε με την Αλκμήνη να λέει ασυναρτησίες. Την επόμενη μέρα η Αλκμήνη κατάλαβε ότι έδωσε δικαιώματα για την κατάστασή της στην Ντόρα.

Η Αλκμήνη έμενε στην Κηφισιά, στο πατρικό του Αριστείδη. Βέβαια της έλειπε το πολύβουο κέντρο, αλλά αυτό το σπίτι ήταν ένα διαμάντι. Στον κήπο του, η Αλκμήνη, καθόταν με τις ώρες διαβάζοντας και χαλαρώνοντας. Η κυρία Ευδοξία ήταν η οικονόμος του σπιτιού, ο κύριος Φάνης, ο κηπουρός του παραδείσου της και η Σοφούλα, η μαγείρισσα. Η Αλκμήνη τη Σοφούλα την αγαπούσε ιδιαίτερα. Νέο κορίτσι ήταν και είχε έρθει με όνειρα στη μεγαλούπολη από το χωριό της. Η Αλκμήνη και ο Αριστείδης ήταν άνθρωποι που βοηθούσαν τους άλλους. Ήταν δοτικοί. Έτσι το προσωπικό ήταν ευχαριστημένο μαζί τους. Ιδίως τη Σοφούλα, η Αλκμήνη τη βοήθησε πολύ να φτιάξει την προίκα της, που τόσο ποθούσε. Τα κυριακάτικα πρωινά το ζευγάρι καθόταν στον κήπο, έπινε το καφεδάκι του και διάβαζε εφημερίδες. Ο Αριστείδης μάθαινε οικονομικά νέα και η Αλκμήνη νέα που αφορούσαν την κοσμική ζωή. “Αγάπη μου, χώρισε η Παπαζαχαρία. Έπιασε τον άντρα της με άλλη” είπε η Αλκμήνη. Πριν προλάβει ο Αριστείδης να απαντήσει, αστυνομία φάνηκε στην καγκελόπορτα και το γέλιο του άντρα πάγωσε.

Εκείνο το κυριακάτικο πρωινό, ο Αριστείδης συνελήφθη για κατάχρηση στα οικονομικα στον οργανισμό που δούλευε. Ακολούθησαν πολλά δικαστήρια και όσο και αν ο Αριστείδης ισχυριζόταν ότι δεν είχε καμία εμπλοκή, οι υπογραφές του αποδείκνυαν το αντίθετο. Έτσι ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας του κατασχέθηκε.

Μετά από όλη αυτή την περιπέτεια, ο Αριστείδης απομονώθηκε σε ένα σπίτι που είχε σε ένα ορεινό χωριό. Η Αλκμήνη έκανε ό,τι μπορούσε, για να τον στηρίξει και να πιστεύει ότι ήταν αθώος. Ο Αριστείδης όμως μετά από κάποιο διάστημα αρνιόταν πλέον να δει την Αλκμήνη και όσες φορές εκείνη πήγαινε στο σπίτι στο χωριό, εκείνος την έδιωχνε και της έλεγε ότι δεν ήθελε να τη δει. Έτσι ξεκίνησε μεταξύ τους μια αλληλογραφία, που κράτησε κοντά στα είκοσι χρόνια.

Το σπίτι στην Κηφισιά, ο Αριστείδης το μεταβίβασε στην Αλκμήνη, η οποία επανήλθε δυναμικά στη δουλειά της. Ο πρώτος καιρός ήταν δύσκολος οικονομικά. Φίλοι την ξέχασαν και το προσωπικό του σπιτιού την εγκατέλειψε, πλην της Σοφούλας. Με τον καιρό τα οικονομικά της βελτιώθηκαν. Όμως πλέον η ίδια δεν ήθελε την κοσμική ζωή. Προτιμούσε να περνάει τον ελεύθερο χρόνο της στον υπέροχο κήπο της. Η Σοφούλα παντρεύτηκε και απέκτησε δύο παιδιά. Έμεναν όλοι μαζί στο αρχοντικό στην Κηφισιά και όλα έδειχναν να πηγαίνουν καλά, εκτός από την ψυχολογία της Αλκμήνης, της οποίας της έλειπε πολύ ο Αριστείδης.

Η Αλκμήνη είχε απεξαρτηθεί από τις ουσίες, από τη στιγμή που συνελήφθη ο Αριστείδης. Αυτό της επέτρεψε να δει τη ζωή της καθαρά και να αποκτήσει υγιείς συνήθειες. Συχνά συναντιόταν και με την Ντόρα και τον Γιάννη. Μάλιστα συχνά έκαναν και εκδρομές. Η Ντόρα την είχε βοηθήσει να καταλάβει ότι δεν έπρεπε να ενοχλεί τον Αριστείδη, αλλά να αφήσει τον χρόνο να γιατρέψει τις πληγές.

Είχαν περάσει πλέον περάσει είκοσι χρόνια και η μόνη της επαφή με τον Αριστείδη ήταν μέσω αλληλογραφίας. Εκείνη την ημέρα όμως το είχε αποφασίσει. Θα πήγαινε στο χωριό να τον βρει. Δεν είπε τίποτα σε κανέναν. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, αναρωτήθηκε αν θα του αρέσει και ξεκίνησε για το χωριό.

Φωτεινή Νικολοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Δεύτερη ζωή – Μέρος 1ο”

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading