Ο Μάξιμος χαιρέτισε το προσωπικό, ενώ κρατούσε από το άλλο χέρι την κόρη του, Αναστασία. Βγήκαν έξω από το σπίτι και ο σοφέρ τους άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου.
«Μεγάλη μέρα σήμερα, κύριε», είπε ευγενικά.
«Σωστά, Παύλο. Είναι η πρώτη φορά που θα κάνει ιππασία», είπε και η μικρή χτύπησε παλαμάκια από τον ενθουσιασμό της.
«Πότε γυρνάει η μαμά;» βολεύτηκε στο κάθισμα και ο μπαμπάς της την βοήθησε και έβαλε την ζώνη.
«Σε λίγες μέρες, γλυκιά μου. Η γιαγιά δεν είναι καλά και η μαμά θέλει να είναι εκεί να την φροντίζει», εξήγησε. Μπορεί η μικρή να μούτρωσε, αλλά την καταλάβαινε, γιατί και εκείνου του έλειπε πολύ η γυναίκα του. Κόντευαν δύο μήνες που ήταν μακριά τους.
Στο σπίτι, το υπηρετικό προσωπικό έκανε διάλειμμα για μεσημεριανό και ύστερα στρώθηκε πάλι στην δουλειά. Η Έλενα και η Στέλλα ήταν εκείνες που τακτοποιούσαν τα πέντε υπνοδωμάτια και τους τρεις ξενώνες, ξεσκόνιζαν τα έπιπλα και έστρωναν καθαρά τα κρεβάτια. Η κυρία Μαίρη ήταν στην κουζίνα με βοηθό την ξαδέρφη της, την Εύα. Ετοίμαζαν το βραδινό γεύμα και έκαναν την προετοιμασία για το πρωινό της επόμενης. Ο Δημήτρης ήταν ο κηπουρός και μαζί με τον γιο του, τον Νίκο, φρόντιζαν να είναι περιποιημένοι οι κήποι και τα μποστάνια. Φρόντιζαν και τους θάμνους και τα δέντρα που ήταν όμορφα στοιχισμένα στον κήπο. Τέλος, η κυρία Ιουλία ήταν υπεύθυνη όλων τους. Όπως φρόντιζε ο κύριος εκείνους και τις οικογένειές τους, έτσι και αυτοί έδιναν τον καλύτερο τους εαυτό στην διάθεσή του.
Όταν επέστρεψαν και τακτοποιήθηκε η μικρή, έκανε μπάνιο και ντύθηκε, είδε ότι έλειπε το αγαπημένο της βραχιόλι. Με κλάματα κατέβηκε από το υπνοδωμάτιό της και έτρεξε στον πατέρα της.
«Θα το βρούμε. Κάπου θα το έχεις αφήσει. Σαν το κολιέ σου που έχασες προχτές», την καθησύχασε.
Δύο μέρες μετά, η Αναστασία βρήκε το βραχιόλι στο δωμάτιο της κυρίας Ιουλίας. Περνώντας από έξω το είδε πάνω στο κομοδίνο της. Το έπιασε στα χέρια της και το κοιτούσε απορημένη. Ήταν σίγουρη ότι δεν το είχε αφήσει εκεί. Άνοιξε το κομοδίνο και σάστισε. Το κολιέ της ήταν μέσα. Φώναξε τον πατέρα της και τα είδε. Με λύπη θεώρησε σωστό να απομακρύνει την κυρία Ιουλία από το σπίτι, δίνοντάς της μια πολύ μεγάλη αποζημίωση.
«Ίσως είχε κάποιο οικονομικό πρόβλημα», ψιθύριζαν στην κουζίνα η κυρία Μαίρη και η Εύα.
«Θα έπρεπε να μου το πει», μπήκε μέσα ο Μάξιμος που άκουσε την κουβέντα τους. «Ξέρετε ότι δεν θα την άφηνα χωρίς βοήθεια. Κανέναν σας», είπε απογοητευμένος.
Το μεσημέρι, ο Μάξιμος χαιρέτισε πάλι το προσωπικό ενώ κρατούσε από το άλλο χέρι την κόρη του. Βγήκαν έξω από το σπίτι και ο σοφέρ τους άνοιξε πάλι την πόρτα του αυτοκινήτου.
«Καλά να περάσετε και σήμερα, κύριε», είπε ευγενικά.
«Ευχαριστούμε, Παύλο», απάντησε και βοήθησε την μικρή να βάλει την ζώνη της.
«Μπαμπά, τι είναι αυτό;» έβγαλε ανάμεσα από τα καθίσματα ένα μικρό μπουκάλι ουίσκι.
«Παύλο, μην ξεκινήσεις!» φώναξε.
Κατέβηκε και επέπληξε τον άνθρωπο και του ζήτησε να φύγει. Θα του έστελνε και εκείνου μια μεγάλη επιταγή. Μπήκε φουριόζος στο σπίτι και έστειλε την μικρή στο δωμάτιό της. Κλείστηκε στο γραφείο και ζήτησε να μην τον ενοχλήσει κανείς. Δεν μπορούσε να πιστέψει τι είχε γίνει. Ή τι θα μπορούσε να είχε γίνει αν ο Παύλος οδηγούσε μεθυσμένος. Πόσο καιρό το έκανε άραγε μέχρι να τον ανακαλύψει; Τι είχαν πάθει οι άνθρωποί του; Η προδοσία βάρυνε την καρδιά του τόσο που δεν μπορούσε να την σηκώσει πια. Επέλεξε να μην πει τίποτα στην γυναίκα του για να μην στεναχωρηθεί κι άλλο. Μόνο την πήρε τηλέφωνο για να ακούσει την φωνή της κι ας σήμαινε ότι θα σήκωνε κι άλλο βάρος πάνω του. Η πεθερά του είχε χειροτερέψει και δεν ήξερε πόσο ακόμη θα έλειπε.
«Πόσο ακόμη…», κάλυψε το πρόσωπο με τα χέρια του όταν έκλεισε το τηλέφωνο.
Λίγες μέρες μετά, η Αναστασία έπαιζε στον κήπο με το ποδήλατό της. Ξαφνικά ούρλιαξε. Ο Μάξιμος έτρεξε σχεδόν σκουντουφλώντας κοντά της. Νόμιζε ότι είχε χτυπήσει και ψηλάφιζε το σώμα της. Εκείνη έπεσε στη αγκαλιά του και με το χέρι της έδειχνε το σημείο που ήταν το αγαπημένο της δέντρο.
«Η λεμονιά μου», πλάνταξε στο κλάμα η μικρή.
Ο πατέρας της γύρισε και είδε ότι δέντρο έλειπε. Το είχαν ξεπατώσει. Φώναξε τους κηπουρούς και τους ρώτησε αν το δέντρο αρρώστησε και για αυτό το έβγαλαν. Εκείνοι αρνήθηκαν, είπαν ότι δεν ήξεραν τίποτα. Τους ανακοίνωσε ότι θα τους μετέφερε να δουλέψουν στην εταιρεία του, μακριά από το σπίτι. Θα φρόντιζαν εκεί τον εξωτερικό κήπο. Ο Δημήτρης και ο γιος του έφυγαν και αυτοί μαζί με τις επιταγές τους. Σιχάθηκε να υπογράφει νούμερα. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν αριθμοί, ήταν μέλη της οικογένειάς του. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί φέρθηκαν έτσι. Γιατί στόχευαν την κόρη του. Γιατί πλήγωναν έτσι το παιδί του.
Τελείωνε εκείνη η φριχτή εβδομάδα. Η Έλενα και η Στέλλα τακτοποιούσαν το υπνοδωμάτιο του κυρίου και συζητούσαν όσα έγιναν. Η Στέλλα πρότεινε να πάρουν μια νέα λεμονιά για την μικρή και να την φυτέψουν στην ίδια θέση. Πόσο θα χαιρόταν η μικρή! Η Έλενα είχε ήδη φέρει έναν μακρινό θείο της για να αντικαταστήσει τον Παύλο. Η ίδια είχε πάρει προσωρινά την θέση της κυρίας Ιουλίας. Βοηθούσε περιστασιακά την Στέλλα για να μην κάνει μόνη της όλη την δουλειά.
Ένα πρωινό Κυριακής, αφού γύρισαν από την εκκλησία και έφαγε η μικρή, βγήκε στον κήπο να παίξει. Η κραυγή της τους έκοψε το αίμα. Έτρεξαν όλοι και την βρήκαν στο χώμα σκυμμένη μπροστά από την καγκελόπορτα.
«Κάντε χώρο!» φώναξε ο πατέρας της και τους παραμέρισε.
Η μικρή Αναστασία σήκωσε το κεφάλι της και φάνηκε στην αγκαλιά της η γάτα της νεκρή. Αίματα γύρω παντού από το πεθαμένο κορμί του ζώου που η μικρή αρνιόταν να αφήσει. Δεν άκουσαν ξανά την μιλιά της. Μετά από εκείνη την κραυγή που έβγαλε όταν είδε σκοτωμένο το αγαπημένο της πλάσμα, δεν ξαναμίλησε. Ο Μάξιμος αλαφιασμένος επιθεώρησε μόνος του τα οχήματα και βρήκε ματωμένες τις ρόδες του αυτοκινήτου της μαγείρισσάς του. Φώναξε, έβρισε, απείλησε. Αφού έγινε το κακό γιατί δεν το είπαν; Γιατί να μην θάψουν το σώμα του άτυχου ζώου, μόνο το άφησαν εκεί να το δει η κόρη του; Η κυρία Μαίρη και η Εύα που έρχονταν με το αυτοκίνητο αυτό μαζί, ωρύονταν ότι δεν είδαν την γάτα και δεν ένιωσαν καν να την χτύπησαν. Τις έδιωξε ντροπιασμένος για την επιλογή του. Τις έστειλε να μαγειρεύουν στο σπίτι ενός φίλου του που δεν είχε ούτε παιδιά ούτε ζώα. Ένιωθε πλέον την απειλή παντού γύρω του. Ήταν συνέχεια μαζί με το παιδί και δεν το άφηνε καθόλου μόνο, εκτός όταν το έκανε μπάνιο η Έλενα. Τον είχε πιάσει η παράνοια ότι το παιδί του κινδύνευε. Έτσι του έλεγε το ένστικτό του.
Πλέον το βάρος του σπιτιού έπεσε στην Στέλλα, η οποία έμενε πια μέσα για να τα προλαβαίνει όλα. Σηκωνόταν αξημέρωτα να ετοιμάσει πρωινό, να ποτίσει τους κήπους και έπειτα να τακτοποιήσει τα δωμάτια όσο έτρωγε ο κύριος με την κόρη του. Εκείνος βοηθούσε όσο μπορούσε, αλλά πάντα με την μικρή δίπλα του.
«Να φωνάξουμε την κυρία;» είπε η Στέλλα σε μια απελπισμένη προσπάθεια να έχει λίγη βοήθεια στο σπίτι. Είχε περάσει ένας μήνας που κοιμόταν δύο τρεις ώρες το βράδυ και δεν άντεχε άλλο. Νέους βοηθούς αρνιόταν ο κύριος να δεχτεί. Δεν ήθελε ούτε να το ακούσει.
«Με τίποτα! Στο τελευταίο τηλεφώνημα, μου είπε ότι δεν ήταν καλά τα νέα από τις τελευταίες εξετάσεις της μαμάς της. Την περιμένουν. Δεν μπορώ να της ζητήσω να φύγει».
«Εντάξει, κύριε», απογοητευμένη έκανε μεταβολή να φύγει από το γραφείο του. Μα έκανε δύο βήματα και σωριάστηκε κάτω. Ο γιατρός ήρθε γρήγορα και από την εξέταση διέγνωσε υπερκόπωση. Κάλεσαν αμέσως ασθενοφόρο να την μεταφέρει στο νοσοκομείο.
Ο Μάξιμος ετοίμασε βαλίτσες. Δεν θα καθόταν ακόμα μια μέρα στο σπίτι. Ειδοποίησε τον οδηγό να είναι έτοιμος νωρίς το πρωί να φύγουν. Μίλησε με το σχολείο της μικρής ότι θα έλειπε για μια εβδομάδα στην πόλη της γυναίκας του για οικογενειακούς λόγους. Έφαγαν ένα πρόχειρο βραδινό που ετοίμασε ο ίδιος και η μικρή πήγε να κάνει το μπάνιο πριν τον ύπνο της. Με νοήματα του μιλούσε, αφού ακόμα δεν μπορούσε να ξεπεράσει τον χαμό της γάτας της. Πολλές φορές πεταγόταν στον ύπνο της και την ζητούσε. Μόνο τότε έβγαζε μερικές λέξεις από το στόμα της. Έτρεχε η Έλενα και την παρηγορούσε και εκείνος γυρνούσε στο δωμάτιό του, ανήμπορος να βοηθήσει πια το παιδί του. Μάζεψε τα πιάτα και τα έπλυνε στον νεροχύτη. Εκεί μαζί με το νερό έτρεχαν και τα μάτια του και τα σκούπιζε με το μανίκι. Στέγνωσε τα χέρια του με την πετσέτα και ανέβηκε στο δωμάτιό του να αλλάξει. Έπειτα σκέφτηκε να περάσει πρώτα να πει καληνύχτα της μικρής που έκανε ακόμα μπάνιο. Πλησίασε απαλά και μισάνοιξε την πόρτα.
«Έλα, μην μυξοκλαίς. Να είσαι καλό κορίτσι. Εδώ είναι η μαμά. Εδώ είμαι. Σε αγαπάω. Τώρα είμαστε οι τρεις μας».
Έσπρωξε την πόρτα τόσο δυνατά που κόντεψε να την σπάσει. Η Έλενα τινάχθηκε όρθια από τον φόβο της. Ο Μάξιμος έβγαλε το παιδί απότομα από το νερό και το τύλιξε με πετσέτα. Την έσπρωξε έξω από το μπάνιο και της είπε να κλειστεί στο δωμάτιό της.
«Εσύ τα έκανες όλα!» την γράπωσε από τον λαιμό.
«Εγώ… εγώ…», πάλευε αυτή να πάρει μια ανάσα.
«Εσύ! Εσύ! Εσύ έβαλες τα κοσμήματα στο δωμάτιο της Ιουλίας! Εσύ έβαλες το μπουκάλι στο αυτοκίνητο του Παύλου! Εσύ ξεπάτωσες την λεμονιά! Εσύ σκότωσες την γάτα μας! Είχες πρόσβαση στην κλειδοθήκη! Φίδι! Δίπλα στο παιδί μου τόσο καιρό!» έσφιγγε με όλη του την δύναμη τον λαιμό της. «Εδώ έπρεπε να σε πνίξω που έκανες μπάνιο τόσο καιρό το παιδί μου και του έλεγες ότι είσαι η μάνα του!» άφησε τα χέρια του και την πέταξε στο πάτωμα.
«Ναι», ψιθύρισε ξεψυχισμένα. «Αυτή πρέπει να είμαι. Το αξίζω πιο πολύ από εκείνην. Εγώ σε φροντίζω και σε αγαπώ τόσο καιρό…»
«Σήκω και φύγε! Τώρα! Τρέχα μην το μετανιώσω και σε κυνηγήσω!»
Ο Μάξιμος πήγε στο δωμάτιο της μικρής και την πήρε αγκαλιά. Της υποσχέθηκε ότι τελείωσαν όλα. Της ζητούσε συγγνώμη ξανά και ξανά ενώ την έντυνε. Πήρε τις βαλίτσες, πήρε το αμάξι και έφυγε μες τη νύχτα. Είπε τα πάντα στην γυναίκα του μετά την κηδεία της μαμάς της. Φοβήθηκε ότι δεν θα τον συγχωρέσει. Εκείνη όμως τους πήρε και τους δύο αγκαλιά και τους κράτησε σφιχτά.
Λίγες μέρες μετά επέστρεψαν. Η κυρία κάλεσε και ζήτησε από όλο το προσωπικό να επιστρέψει πίσω. Ήρθε ο Παύλος ο οδηγός, ο Δημήτρης και ο Νίκος οι κηπουροί, η Μαίρη και η Εύα οι μαγείρισσες, η κυρία Ιουλία η υπεύθυνη και η Στέλλα η καμαριέρα που είχε βγει μόλις την προηγούμενη μέρα από το νοσοκομείο. Μαζί της κρατούσε και ένα μωρό γατάκι που έσωσε από τον δρόμο ενώ ερχόταν. Το θεώρησε σημάδι ότι ανήκε στην Αναστασία. Η κυρία στάθηκε μπροστά τους και ζήτησε πρώτη συγγνώμη και έπειτα ο Μάξιμος. Τους αποκάλυψε τι είχε γίνει και ζήτησε να επιστρέψουν αν το επιθυμούν στο σπίτι. Εκείνοι έβγαλαν ένας ένας τις επιταγές που δεν τις είχαν χρησιμοποιήσει και πήγαν να τις δώσουν πίσω. Με τα χίλια ζόρια στεκόταν όρθιος ο Μάξιμος μπροστά σε αυτό που έβλεπε. Η κυρία μπήκε μπροστά και επέμεινε να τις κρατήσουν. Η μπόρα πέρασε και ας τα πήρε όλα στο πέρασμά της. Ποτέ δεν έμαθαν τι απέγινε η Έλενα. Εκείνοι όμως κατάφεραν και συγχώρεσαν ο ένας τον άλλον και έμειναν ενωμένοι σαν οικογένεια. Η μικρή κατέβηκε από το δωμάτιό της και τρελάθηκε όταν είδε το γατάκι. Το πήρε αμέσως στην αγκαλιά της και το φιλούσε στο κεφαλάκι.
«Μαζί πάλι!» είπε η μικρή χαρούμενη για το γατάκι και που τους έβλεπε όλους μαζεμένους πάλι στο σπίτι. Και όλοι ενθουσιάστηκαν που μίλησε ξανά και την αγκάλιασαν. Σαν οικογένεια. Που δεν θα άφηναν ποτέ ξανά κανέναν να μπει ανάμεσά τους.
CC
