Η ζωή της, από την ημέρα που γεννήθηκε, αποτελούσε είδηση. Οι βόλτες στα πάρκα, το παιχνίδι με τους γονείς, οι βουτιές στη θάλασσα, αργότερα οι έρωτές της, συνοδευόταν πάντα από περίεργο κόσμο και φωτογράφους, που τους απομάκρυναν οι άντρες της προσωπικής τους ασφάλειας. Όλη της η ζωή, σε δημόσια έκθεση. Ειδικά από τότε που σκοτώθηκαν οι γονείς της σε τροχαίο κι εκείνη έγινε η μοναδική κληρονόμος της τεράστιας περιουσίας του μεγαλοεφοπλιστή πατέρα της.
Λίγο πριν χάσει τους γονείς της, πήρε την θέση του προσωπικού της σοφέρ ο Στέφανος. Από την πρώτη μέρα, την κοίταζε με συμπάθεια από τον καθρέφτη. Έβλεπε την αμηχανία, τον εκνευρισμό της όταν την πήγαινε σε κοσμικές εκδηλώσεις. Η τούφα από τα σγουρά μαλλιά της που έπεφτε στο μέτωπο και προσπαθούσε να την τακτοποιήσει με άχαρες κινήσεις, τα ρούχα της που περισσότερο την φορούσαν παρά τα φορούσε εκείνη, που προσπαθούσε να τα ισιώσει, να τα τραβήξει, να τα συμμαζέψει, την τσάντα της που μια την ακουμπούσε στα πόδια της, μια στην θέση δίπλα της. Ήταν ερωτευμένος μαζί της, για όλα αυτά που έβλεπε, ένα κορίτσι τόσο διαφορετικό από εκείνα των πλουσίων. Όταν τα βλέμματά τους συναντιόντουσαν, χαμήλωνε το δικό της αμέσως και κοκκίνιζε.
Μόλις ενάμιση μήνα μετά, έμεινε μόνη στη ζωή. Από την ίδια θέση, με το βλέμμα του συνεχώς στο πίσω κάθισμα, παρατηρούσε μια πελαγωμένη γυναίκα, μια τσακισμένη ύπαρξη. Οι διαδρομές της περιορίστηκαν προς την εταιρεία για ένα διάστημα. Πουθενά αλλού δεν ήθελε να παρευρίσκεται. Έβλεπε τα δάκρυά της και ήθελε να σταματήσει το πολυτελές αυτοκίνητο και να την κρύψει στην αγκαλιά του.
Κάποια στιγμή, πήρε το θάρρος να της μιλήσει. Με τρεμάμενη φωνή, που πρόδιδε δισταγμό, της είπε: “κυρία Εύα, όλα θα πάνε καλά”.
Από τότε, έγινε ο προστάτης της. Της έδειξε τι θα πει νοιάζομαι, τι θα πει βάζω σε δεύτερη μοίρα τον εαυτό μου, το εγώ μου, έχοντας προτεραιότητα τον άλλο, ακόμα κι όταν εκείνος είναι η χειρότερη εκδοχή του εαυτού του, πάντα με υπομονή και αγάπη.
Θα την περίμενε στο αυτοκίνητο για να πάνε στο εστιατόριο που έκλεισε τραπέζι η Εύα, για την επέτειό τους. Είχε κανονίσει έναν πριβέ χώρο, χωρίς τα αδιάκριτα και αδηφάγα βλέμματα. Φόρεσε ένα απλό φόρεμα, όπως έκανε πάντα όταν ήταν μαζί του, που ήταν απλά ο εαυτός της και το χαμόγελό της, που ένα χρόνο μαζί του, βρήκε θέση στα χείλη της, μετά από ανούσιες εξόδους, παπαράτσι παντού, θανάτους και κληρονομιές. Ήξερε ότι πάντα ήταν πολύ νωρίτερα στα ραντεβού τους, είτε τα προσωπικά είτε αν την πήγαινε σε δικές της υποχρεώσεις. Δεν ήθελε να τον κάνει να περιμένει μια τέτοια μέρα.
Ο Στέφανος στη θέση του οδηγού, με το κεφάλι του προς τα πίσω, τα μάτια ανοιχτά, να κοιτάζουν την γυμνόστηθη ξανθιά γυναίκα, που ήταν καθισμένη επάνω του, με ηδονή, την αγκάλιαζε, την φιλούσε αχόρταγα και κείνη κουνιόταν επάνω του. Δεν πίστευε στα μάτια της. Χίλιες σκέψεις στο μυαλό της, έσπρωχναν η μία την άλλη. Αποφάσισε να μη πλησιάσει, να μην κάνει σκηνή. Αρκετά εξευτελιστικό ήταν το θέαμα, δεν θα το συνέχιζε. Άφησε τα δάκρυά της να κάψουν τα μάγουλά της, να κυλήσουν στην ψυχή της.
Πληγωμένη, προδομένη, ανέβαινε γρήγορα τα σκαλιά της έπαυλης. Ήθελε να χαθεί στο δωμάτιό της. Δεν ήθελε να τον ξαναδεί στα μάτια της. Χωρίς να το καταλάβει, έπεσε πάνω στον Μάρκο, τον κηπουρό του σπιτιού.
– Ωχ! Με συγχωρείς Μάρκο, ούτε σε είδα.
– Δεν πειράζει κυρία Εύα. Φαίνεστε αναστατωμένη; Συμβαίνει κάτι;
– Όχι, όχι, τίποτα.
Πέντε ώρες μετά, χτύπησε το τηλέφωνό της. Είδε το όνομά του στην οθόνη και ήθελε να το πετάξει, να το κάνει χίλια κομμάτια. Αργά την θυμήθηκε, είχε άλλες ασχολίες πριν. Έδωσε εντολή να μην του επιτρέψουν να μπει στο σπίτι και να του πουν να μην την ξαναενοχλήσει, μαζί με την απόλυση και την αποζημίωσή του. Της έστελνε μηνύματα κάθε μέρα, μη μπορώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί. Τι της είχε κάνει; Ήθελε να της εξηγήσει ότι την ημέρα της επετείου τους, έπεσε σε βαθύ λήθαργο και όταν ξύπνησε, όλα είχαν αλλάξει μεταξύ τους. Το μόνο που θυμόταν ήταν ότι ήπιε ένα ποτήρι χυμό λίγη ώρα πριν μπει στο αυτοκίνητο για να την περιμένει. Παρακαλούσε να του δώσει μια ευκαιρία να μιλήσουν, να της εξηγήσει. Δεν του δώθηκε ποτέ. Το σπίτι της φρούριο, δεν τον άφηναν να την δει.
Κάθε μέρα βυθιζόταν πιο βαθιά στην θλίψη η Εύα. Πέρασαν δέκα μέρες από κείνο το αναθεματισμένο ραντεβού τους που την διέλυσε. Ο Μάρκος, ο κηπουρός, την έβλεπε και ένα μειδίαμα σιγουριάς και υπεροχής, σχηματιζόταν στα χείλη του. Όλα πήγαιναν βάση σχεδίου. Το τελευταίο εμπόδιο που άκουγε στο όνομα Στέφανος και που τον καθυστέρησε τόσο καιρό, αποτελούσε πια παρελθόν. Ένα ένα τα εμπόδια τα εξολόθρευσε. Είχε έρθει η ώρα, να γίνουν όλα δικά του. Η Εύα και η αυτοκρατορία που της άφησε ο μπαμπάς της.
Καθόταν στον κήπο, δίπλα στην πισίνα, με το βλέμμα κολλημένο στον πάτο, στα μπλε πλακάκια, σα να την τραβούσε στο βάθος της, σα να ήθελε να την ρουφήξει, σα να της κοβόταν η ανάσα. Ήταν τόσο απορροφημένη στην θλίψη της, που δεν τον άκουσε, δεν κατάλαβε ότι ήταν δίπλα της.
– Κυρία Εύα, όταν όλα γύρω μου, στον δικό μου κόσμο, δεν πηγαίνουν όπως θα ήθελα, βρίσκω καταφύγιο στα λουλούδια. Να, αυτό είναι για σας.
Τρόμαξε από την παρουσία του. Σήκωσε το κεφάλι της προς το μέρος του, άκεφα σήκωσε και το χέρι της και πήρε το τριαντάφυλλο που της πρόσφερε.
– Στον δικό μου κόσμο, έβγαλε ψύχρα. Μια παγερή ερημιά, που θαρρείς μου κόβει το αίμα. Τίποτα δεν πηγαίνει καλά. Για την ακρίβεια, όλα είναι χάλια.
– Κυρία Εύα, είστε πολύ νέα για να μιλάτε για ερημιά και ότι όλα είναι χάλια. Συνέβη κάτι με τον Στέφανο; Με συγχωρείτε, δεν θέλω να σας φέρω σε δύσκολη θέση. Σας ξέρω δέκα χρόνια, από τότε που με προσέλαβε ο πατέρας σας κι εσείς μόλις είχατε ενηλικιωθεί. Μετά τον θάνατο των γονιών σας, περάσατε δύσκολα, αλλά τον τελευταίο χρόνο δείχνατε πάλι ευτυχισμένη. Τι έγινε;
– Τι να γίνει; Όλα ήταν ένα ψέμα, με κορόιδευε, με απάτησε με τον πιο αισχρό τρόπο.
– Δεν μπορώ να το πιστέψω. Ο Στέφανος φαινόταν τόσο καλό παιδί. Είστε σίγουρη; Μήπως τον αδικείτε;
– Τον είδα να… να… τέλος πάντων, κατάλαβες! Μέσα στο αμάξι μου, μέσα σε αυτό το αμάξι που με προσέγγισε με τόση ευαισθησία.
Δεν συνέχισε. Πονούσε. Πονούσε η ψυχή της, πονούσε το είναι της. Ο Μάρκος το απολάμβανε, αλλά έπρεπε να δείχνει το αντίθετο.
– Απίστευτο! Κυρία Εύα, να σας φέρω ένα ποτό, να χαλαρώσετε λίγο; Δεν αξίζει να τρώτε την ψυχή σας, δεν σας αξίζει!
– Αν πιεις παρέα μου κι εσύ!
Της χαμογέλασε με εκείνο το χαμόγελο που σε εκείνη έδειχνε έναν άνθρωπο του περιβάλλοντός της, που τον ήξερε χρόνια, που νοιάστηκε για εκείνη και το είχε τόσο ανάγκη, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ένα χαμόγελο νίκης. Ήταν δική του πια. Χρόνια το περίμενε. Η άχρωμη και άοσμη κληρονόμος, θα γινόταν έρμαιο στα χέρια του. Σε αυτά τα χέρια που τα είχε βάψει με αίμα και αδικία, για να τα καταφέρει. Τίποτα τώρα πια δεν θα τον σταματούσε.
Η πρώτη σταγόνα δηλητηρίου, μόλις είχε πέσει στο ποτήρι της. Τόσο σίγουρος ήταν ότι θα την παντρευόταν και θα του ανήκαν πια όλα μετά τον θάνατό της.
– Σε ευχαριστώ Μάρκο. Το χρειαζόμουν.
– Όποτε θέλετε, είμαι στη διάθεση σας κυρία Εύα.
– Δεν τον κόβουμε αυτόν τον πληθυντικό; Δεν είμαστε δα και μακριά ηλικιακά.
– Δεν τολμώ να σας μιλήσω στον ενικό κυρία Εύα. Εσείς είστε… ενώ εγώ…
– Εσύ κι εγώ και οι άλλοι. Όλοι ίδιοι είμαστε, Μάρκο! Σε παρακαλώ, έχω ανάγκη από ανθρώπους δίπλα μου που με ξέρουν, που δεν με βλέπουν μόνο σαν την μεγάλη κληρονόμο, που δεν θέλουν μόνο να πάρουν από μένα. Να πάρουν, να λεηλατήσουν, να προδώσουν. Έχω πολλά λεφτά, ναι. Και πισίνες και σπίτια σε όλο τον κόσμο και αμάξια. Και; Κοίτα με! Είμαι τόσο μόνη!
Με τα χέρια της κάλυψε το πρόσωπό της και τρανταζόταν από το κλάμα. Ο Μάρκος σήκωσε το αριστερό φρύδι γεμάτος αυτοπεποίθηση και ειρωνία ταυτόχρονα, με το πονηρό χαμόγελό του να δηλώνει ότι τα είχε καταφέρει ήδη. Ήταν τόσο ευάλωτη, τόσο εύπλαστη κι εκείνος πανίσχυρος. Την πλησίασε και φόρεσε το προσωπείο του αγγέλου, που την συμπονούσε, που ήθελε το καλό της, το φρύδι κατέβηκε, το χαμόγελο της κυριαρχίας μεταλλάχτηκε σε υποστηρικτικό, το ύφος του έγινε γλυκό, η φωνή του έσταζε νοιάξιμο.
– Κυρία Εύα, σας παρακαλώ, δεν αντέχω να σας βλέπω έτσι, δεν σας αξίζει. Μου επιτρέπετε να σας κάνω μια αγκαλιά;
Η κοπέλα, αργά αργά κατέβασε τα χέρια της που τόση ώρα έκρυβε το πρόσωπό της και χωρίς να απαντήσει, με ένα καταφατικό, δειλό νεύμα, του το επέτρεψε. Εκείνος απαλά, ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του και της χάιδευε τα μαλλιά, ψιθυρίζοντας “όλα καλά θα πάνε”, ενώ στα καθαρά και ήρεμα νερά της πισίνας, αντικατοπτριζόταν το σατανικό του χαμόγελο της ικανοποίησης.
Το κουβάρι της μοναξιάς, της προδοσίας, της απελπισίας, της αδικίας, που την έπνιγε, την έκανε να θέλει από κάπου να πιαστεί. Είχε τόση ανάγκη από κάποιον να της κόψει τα νήματα ένα ένα, να απελευθερωθεί από αυτήν την θηλιά που έσφιγγε τον λαιμό και την ψυχή της. Στο πρόσωπο του Μάρκου βρήκε τον προστάτη της. Πάντα είχε ανάγκη από έναν προστάτη τελικά. Ένιωθε τόσο ήρεμη όταν ήταν κοντά του. Αυτό που ξεχώριζε σε εκείνον ήταν ότι ενώ έβλεπε στα μάτια του την λαχτάρα του για εκείνη, το ένιωθε στην τρυφερή, φιλική, αγκαλιά που την έπαιρνε συχνά, την άκουγε στην φωνή του, που κόμπιαζε πολλές φορές, ποτέ δεν έκανε κίνηση να την φιλήσει ή οποιαδήποτε ερωτική κίνηση. Την σεβόταν, νοιαζόταν να είναι καλά κι ας καιγόταν από πόθο. Πολλές φορές έπιανε τον εαυτό της να τον παρατηρεί. Τα μπράτσα του, όταν σκάλιζε τον κήπο ή όταν κλάδευε τα δέντρα, το ηλιοκαμμένο του πρόσωπο, τον ιδρώτα που έτρεχε στο καλογυμνασμένο σώμα του. Πώς δεν τον είχε προσέξει τόσα χρόνια; Ήταν ένας τρομερά γοητευτικός άντρας, μα κυρίως, με μπέσα, το γνήσιο αρσενικό που ήξερε να στέκεται σε μια γυναίκα.
Πολλές μέρες τώρα ένιωθε κόπωση, πόνους στα χέρια και τα πόδια και ναυτίες. Ο Μάρκος της ζητούσε να επισκεφτούν έναν γιατρό, αλλά εκείνη επέμενε πως ήταν μια απλή γρίπη που την ταλαιπωρούσε. Άλλωστε, για όλα φρόντιζε εκείνος, δεν την άφηνε να κουράζεται, ήταν σίγουρη πως θα περνούσε από μέρα σε μέρα. Καθόλη την διάρκεια της μέρας, με την υγεία της να την παιδεύει και τον Μάρκο να έχει τον κήπο και τόσες δικές της υποχρεώσεις που πήρε στην πλάτη του, περίμενε πώς και πώς το απόβραδο, να τον έχει δίπλα της, ολόδικό της, στην αγαπημένη συνήθεια που είχαν αποκτήσει τρεις εβδομάδες τώρα, να κάθονται στην πισίνα και να πίνουν το ποτό τους. Ήταν η ώρα που αφηνόταν στα χέρια του, που έβαζε απαλή μουσική και χόρευαν βαλς, με τα σώματα τους κολλητά, που την έπαιρνε αγκαλιά, ήταν τόσο προστατευτικός και υπομονετικός, την περίμενε. Είχε ανάγκη από χρόνο, να εμπιστευτεί ξανά κι ο Μάρκος δεν βιαζόταν, της τον έδινε. Πόσο το εκτιμούσε αυτό η Εύα.
Ήταν η ώρα που έκανε ακόμα ένα βήμα προς την ολοκλήρωση του σχεδίου του εκείνος, σκάβοντας τον λάκκο της, κάθε βράδυ, με μια σταγονίτσα δηλητήριο. Της έλεγε ιστορίες από τα παιδικά του χρόνια, από το πανεπιστήμιο που σπούδασε νομική, μα όπου φτωχός και η μοίρα του. Προσπάθησε πολλές φορές να βρει μια δουλειά σε κάποιο γραφείο, αλλά ή ήθελαν συστάσεις ή ο μισθός δεν έφτανε για τίποτα. Έτσι, παράλληλα δούλευε και μπάρμαν. Μέχρι, που στα είκοσι πέντε του, άκουσε για την θέση του κηπουρού στην έπαυλη τους. Ο μισθός ήταν τρεις φορές καλύτερος από όσα έβγαζε εκείνος και στις δύο δουλειές μαζί και σκοτωνόταν όλη μέρα.
Η Εύα τον άκουγε μαγεμένη. Θαύμαζε την αποφασιστικότητά του, την όρεξη για δουλειά, την ταπεινότητά του να δουλέψει ως κηπουρός, ένας πτυχιούχος νομικής. Ο Μάρκος από την άλλη, αηδίαζε με τον ίδιο του τον εαυτό, που έπρεπε να θυμάται όλες τις μίζερες στιγμές της ζωής του, ντύνοντας τες με ταπεινότητα για να εντυπωσιάσει την Εύα. Ήταν ο σκελετός του σχεδίου του όμως και έβαζε όλο του το ταλέντο, να τα εξιστορεί όπως έπρεπε να τα ακούσει η αγαθή γυναίκα δίπλα του κι όχι όπως τα βίωσε εκείνος, σαν φτωχός νέος, που του είχαν κατακρεουργήσει τα όνειρα για μια καλύτερη ζωή, κάποιοι κακομαθημένοι νέοι, γόνοι πλουσίων που τους έβλεπε με τα κουστούμια τους, να κάνουν τους δικηγόρους με τις πλάτες των μπαμπάδων τους. Όταν έμαθε δέκα χρόνια πριν, για τη θέση του κηπουρού, ήταν αποφασισμένος να περάσει στην αντεπίθεση. Κάθε μέρα έβλεπε τον τρόπο που τον κοιτούσαν ο μεγαλοεφοπλιστής Γιαννόπουλος και η βλαχάρα η γυναίκα του που το έπαιζε κάποια. Ο βαρκάρης του μικρού νησιού που με πολλή δουλειά και περισσότερη τύχη, έγινε μεγιστάνας, κοιτούσε τον απόφοιτο νομικής, να κάνει τον κηπουρό, υποτιμητικά, χαιρέκακα και του ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι. Εκείνος συνέχιζε να τους κάνει ταμενάδες, να το παίζει υποτακτικός τους, να τους κολακεύει, να τους αφήνει να θεωρούν ότι ήταν δούλος τους.
Από νωρίς καθε μέρα όλοι έλειπαν, ο εφοπλιστής, έβγαζε χρήματα, η γυναίκα του τα έτρωγε στα μαγαζιά και στα χαρτιά, η μοναχοκόρη τους, σπούδαζε. Η πρόσβασή του στο σπίτι, του επέτρεψε να βρει όσα του ήταν χρήσιμα και να μη κάνει βιαστικές κινήσεις. Η διαθήκη του Γιαννόπουλου, την άφηνε κληρονόμο σε περίπτωση θανάτου του, από τα είκοσι πέντε της και μετά, άρα θα τους κανόνιζε λίγα χρόνια αργότερα. Είχε υπομονή και θα ακολουθούσε το ρητό, “η υπομονή είναι αρετή”.
Εφτά μήνες μετά τα εικοστά πέμπτα γενέθλια της, είχε φτάσει η ώρα που περίμενε τόσα χρόνια. Κανόνισε το τροχαίο. Το ζευγάρι θα πήγαινε μονοήμερη εκδρομή στην Αράχωβα. Ο Γιαννόπουλος, στα ταξίδια του, δεν ήθελε σοφέρ. Τον χαλάρωνε η οδήγηση σε μακρινές αποστάσεις κι αυτό τον βόλευε τόσο πολύ τον Μάρκο. Οι πραγματογνώμονες κατέγραψαν “τροχαίο ατύχημα με ακολουθία φωτιάς λόγω διάρρηξης των σωληνώσεων καυσίμου από την σύγκρουση”.
Ήταν ελεύθερο το πεδίο να πλησιάσει την Εύα, όταν στα πόδια του μπλέχτηκε ο νεαρός σοφέρ. Έπρεπε πάλι να περιμένει, να δώσει χρόνο στην κοπέλα να τον ερωτευτεί, ώστε μετά, να πονέσει ακόμα περισσότερο και τελικά, να πέσει στα χέρια του, στα χέρια του σωτήρα της. Ναι, καλύτερα που είχαν έρθει έτσι τα πράγματα. Κάθε σχέδιο μπορεί να έχει και μια παράπλευρη απώλεια. Στο δικό του, ήταν ο Στέφανος.
Είχαν περάσει πολλές ακόμα μέρες και η κατάσταση της υγείας της χειροτέρευε. Επιπρόσθετα, άρχισαν να πέφτουν τα μαλλιά της και να βλέπει θολά και με δυσκολία. Δεν σήκωνε κουβέντα, την πήγε σε γιατρό, ο οποίος άρχισε έναν κύκλο εξετάσεων ψάχνοντας για νευρολογικές παθήσεις. Ο Μάρκος έπρεπε καθημερινά να δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας, υποκρινόμενος τον προβληματισμένο, τον αγχωμένο με την κατάστασή της, μα και τον σίγουρο ότι όλα θα περνούσαν. Δεν την άφηνε λεπτό μόνη, της υποσχόταν ότι θα έβρισκαν την άκρη κι ότι θα γινόταν σύντομα καλά, ενώ συνέχιζε να της χορηγεί την δόση στον χυμό της.
– Μάρκο, φοβάμαι.
– Έχεις εμένα, θα σου κρατώ το χέρι και θα τα αντιμετωπίσουμε όλα, μόλις βρουν οι γιατροί από τι πάσχεις.
– Μάρκο, δε θέλω να πεθάνω.
– Δεν θα επιτρέψω να πάθεις κάτι κακό. Θα δεις, όλα θα πάνε καλά.
– Αν δεν ήσουν κι εσύ…
– Εύα! Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;
– Μα… μπορεί… μπορεί να πεθάνω…
– Να μη το ξαναπείς αυτό. Μαζί θα τα περάσουμε όλα. Θα είμαι στο πλευρό σου. Κι αν δεν θέλεις, θα το καταλάβω. Ήθελα απλά να σου δείξω πόσο σε αγαπώ, πόσο πολύτιμη είσαι για μένα.
– Έτσι; Σχεδόν τυφλή και ανήμπορη;
– Εγώ αγαπώ την ψυχή σου, τα πάντα σου. Αυτά όλα είναι προβλήματα που θα αντιμετωπισθούν, θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου γι’ αυτό.
Έκανε πολλές πρόβες τα λόγια του, ακόμα και τα ψεύτικα δάκρυα. Άξιζε τον κόπο, αφού την έπεισε.
Παντρεύτηκαν λίγες μέρες μετά, με πολιτικό γάμο, χωρίς να γίνει γνωστό. Της υποσχέθηκε μεγάλο, ανοιχτό, θρησκευτικό γάμο, όταν θα γινόταν καλά. Το βράδυ της ίδιας μέρας, της ετοίμασε ένα παραμυθένιο σκηνικό στην πισίνα, με φαναράκια, κεριά, απαλή μουσική. Την φιλούσε τρυφερά στα χείλη, στον λαιμό, της έβγαλε το φόρεμα με απαλές κινήσεις, της ψιθύριζε πόσο όμορφη ήταν, πόσο την αγαπούσε. Την ξάπλωσε στον καναπέ από μπαμπού και της έκανε έρωτα. Άκουγε την ανάσα της, τα βογγητά της, έβλεπε το δέρμα της που ανατρίχιαζε, το σώμα της που σπαρταρούσε. Έτσι γυμνοί καθώς ήταν, έπρεπε να κάνει την τελευταία κίνηση.
– Πόσο σε αγαπώ. Το σώμα σου κουμπώνει απόλυτα με το δικό μου.
– Μωρό μου, με έκανες να ξεχάσω ότι είμαι σχεδόν τυφλή, ότι χάνω τα μαλλιά μου, ότι το σώμα μου με προδίδει.
– Όλα θα τα νικήσουμε. Η αγάπη μας θα τα νικήσει. Πρέπει όμως να αναθέσεις στο πιο έμπιστο σου άτομο την διαχείριση της εταιρείας, μέχρι να γίνεις καλά, για να επικεντρωθούμε εμείς απερίσκεπτοι στην υγεία σου, να πάμε στο εξωτερικό, να βρούμε τον καλύτερο γιατρό.
Την είδε που άλλαξε το ύφος της. Αλλά ήξερε ότι είχε επιρροή πάνω της.
– Έχεις δίκιο.
Πέντε μερες μετά, η Εύα δεν έβλεπε καθόλου, δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι και με το ζόρι έβγαινε η φωνή της.
– Μάρκο… φώναξε τον γιατρό. Δεν είμαι καλά. Πεθαίνω. Μάρκο… πεθαίνω.
Αντί για την γεμάτη ζεστασιά φωνή του και το χάδι του, δίπλα της είχε έναν άλλο Μάρκο.
– Επιτέλους, ψόφα να τελειώνουμε.
– Μάρκο; Τι λες;
– Θα σου πω, θα σου τα πω όλα. Θέλω να τα ακούσεις καλά, γιατί θα είναι τα τελευταία λόγια που θα ακούσεις σε αυτόν τον κόσμο.
– Τι εννοείς; Τι εννοείς; Τι έπαθες; Γιατί μου μιλάς έτσι;
– Ξέρεις ποιος φρόντισε για το τροχαίο των γονιών σου; Εγώ. Με μια αλλαγή στο σαπούνι των υαλοκαθαριστήρων! Το παρμπρίζ, αντί για νερό, καλύφθηκε από μια… Ναι… έχεις δίκιο, δεν χρειάζονται λεπτομέρειες! Δεν έχουμε… δεν ΈΧΕΙΣ και πολύ χρόνο άλλωστε, πρέπει να τα μάθεις πριν μας αφήσεις για πάντα! Λοιπόν, λοιπόν, στα γρήγορα! Μια μπάλα φωτιάς σχηματίστηκε και… σα να τον βλέπω τον άλλοτε αλαζόνα Γιαννόπουλο, σε πανικό, να χάνει τον έλεγχο του τιμονιού και με την μεγάλη ταχύτητα που έτρεχε πάντα, προσέκρουσε βίαια στα κιγκλιδώματα. Η φωτιά από τον κινητήρα επεκτάθηκε σε όλο το όχημα. Όταν έφτασε η Πυροσβεστική, ήταν πια αργά. Οι πραγματογνώμονες δεν βρήκαν τίποτα το μεμπτό κι εγώ έστειλα στον διάολο τον πλούσιο, εμετικό άντρα, που δέκα χρόνια με έκανε να αισθάνομαι ένα σκουπίδι. Τι λες; Καλά δεν τα κατάφερα;
– Είσαι… είσαι…
Το στέρνο της Εύας ανεβοκατέβαινε γρήγορα, στην προσπάθειά της να πάρει ανάσα.
– Ναι, μωρό μου, το ξέρω, είμαι ο καλύτερος, ο πιο έξυπνος. Στάσου, έχω και καλύτερο. Εκεί που είπα, τελείωσα, θα επικεντρωνόμουν σε σένα, μας προέκυψε ο Στέφανος.
Η Εύα έκανε μια απότομη κίνηση, ακούγοντας το όνομά του.
– Ναι, ναι, το αγοράκι που νόμιζα ότι μου χάλασε τα σχέδια, αλλά τελικά, καλό μου έκανε. Εσύ τον είδες να πηδάει μια ξανθιά γκόμενα μέσα στο ίδιο σου το αμάξι, ενώ εκείνος μόλις είχε πιει, από τα χεράκια μου φυσικά, μία ουσία που προκαλεί πλήρη απώλεια της ελεύθερης βούλησης. Τον είδες να την αγκαλιάζει, να την φιλάει, γιατί ενώ ήταν ξύπνιος, υπάκουε τυφλά τις εντολές της γκόμενας που πλήρωσα, σαν υπνωτισμένος, με μηχανική ανταπόκριση. Λίγες ώρες μετά ξύπνησε, με πλήρη αμνησία, δεν θυμόταν τι είχε γίνει. Πες μου, με παραδέχεσαι; Έξυπνος για κηπουρός ε;
– Θεέ μου… τι φίδι είχα… στον κόρφο μου…
Τα λόγια έβγαιναν πια με δυσκολία. Όσα της αποκάλυψε, επιβάρυναν την κατάστασή της.
– Κρατήσου λίγο ακόμα, μη πεθάνεις, να ακούσεις κι αυτό. Πολύ καιρό τώρα, σε δηλητηριάζω αργά αλλά σταθερά, σύζυγέ μου αγαπημένη. Εγώ σε έφερα σε αυτήν την κατάσταση. Πριν λίγες μέρες, υπέγραψες χωρίς να το ξέρεις και την διαθήκη που τα αφήνεις όλα σε μένα, στον λατρεμένο σου άντρα, που σου στάθηκε κερί αναμμένο στην περιπέτειά σου. Είναι όλα δικά μου, ακούς; Δικά μου! Περίμενα πολλά χρόνια αυτή τη μέρα. Μακάρι να μπορούσες να με δεις. Να έβλεπες το πρόσωπο της νίκης, το πρόσωπο που του ανήκουν όλα. Αλλά με ακούς κι αυτό μου αρκεί. Να ψοφήσεις με την φωνή μου στα αυτιά σου, να σου λέει, να πάτε στο διάολο όλοι! Σας νίκησα!
Δεν της είχε απομείνει καθόλου δύναμη να του πει κάτι τελευταίο. Έτρεχαν τα δάκρυά της, έτρεμαν τα χείλη της, κάτι σαν σπασμός τράνταξε το σώμα της κι έσβησε.
Ο Μάρκος, έβαλε ένα ποτήρι σαμπάνια, το σήκωσε μπροστά στο νεκρό σώμα της Εύας και με απόλυτη ικανοποίηση φώναξε “στην υγειά μου, λοιπόν. Τα κατάφερα”.
Συνέχισε το σενάριο του συντετριμμένου συζύγου που έχασε την γυναίκα του και σχεδίαζε την καινούργια του, πολυτελή, μέσα στη χλιδή ζωή!
Χρυσούλα Καμτσίκη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
