Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Ποιος πέθανε και ποια έζησε

[Σημείωση: Αυτό το χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια της «Κόμισσας». Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]

*

Ποιος πέθανε και ποια έζησε

της Μίνα Έιμς
(Τεύχος Ιουνίου, 1899, σελ. 3-7)

Αγαπητέ αναγνώστη,
Η μοναδική μας Μίνα έγραψε άλλο ένα κείμενο φρίκης, που την ίδια στιγμή εμπεριέχει αλήθειες που ίσως ενοχλήσουν. Μερικές φορές, θεωρούμε δεδομένο πως κάποιοι άνθρωποι, λόγω της θέσης που κατέχουν, είναι υπεράνω υποψιών και ενοχών, ενώ άλλοι άνθρωποι, λόγω της δικής τους θέσης, καταδικάζονται εκ των προτέρων, απλά επειδή είναι αυτοί που είναι.
Σκέψου, αγαπητέ αναγνώστη, καθώς θα διαβάζεις το κείμενο, αλλά και μετά, τι είναι δίκαιο, πώς πρέπει να κρίνουμε τους άλλους; Για να είμαστε ειλικρινείς, οφείλουμε να τους κρίνουμε; Και αν ναι, βάσει ποιων κριτηρίων θα τους κρίνουμε;
Κλαρκ Μέιχεμ

Ο πάστορας, πρώην αξιωματικός του στρατού και νυν από τους αυστηρότερους υπηκόους του Θεού, μπήκε στο καλύβι, όπου τον περίμεναν ένας άντρας και μια γυναίκα μέσης ηλικίας. Έριξε μια ματιά στο χώρο γύρω του, αηδιάζοντας με την ακαταστασία που επικρατούσε και για τις απαίσιες μυρωδιές, και κάνοντας το σταυρό του βλέποντας όλα εκείνα τα περίεργα σύμβολα και τα αντικείμενα (μια γυάλινη σφαίρα, ένα περιδέραιο με κάποιον δαίμονα, κάρτες με ακατονόμαστες ζωγραφιές). Όλα ήταν πεταμένα σε παράταιρα σημεία, δείχνοντας πως η ιδιοκτήτρια αυτού του μέρους δεν είχε ασχοληθεί καθόλου να συγυρίσει και οι άνθρωποι που είχαν έρθει να τη βρουν δεν έκαναν τον κόπο να μαζέψουν τα πράγματα. Για τον πάστορα, αυτό ήταν ανεπίτρεπτο, αλλά, δεδομένου ποια τον είχαν καλέσει να διαβάσει στο νεκροκρέβατό της (μήπως και σωθεί η ψυχή της, κάτι για το οποίο εκείνος αμφέβαλλε), δεν απορούσε με ό,τι έβλεπε και θα έμενε όσο λιγότερο μπορούσε. Σαν πιστός υπηρέτης του Κυρίου όφειλε να συνδράμει για οποιονδήποτε στο ποίμνιό του, άσχετα αν πίστευε ή όχι, εφόσον κάποιος οικείος αναλάμβανε να ζητήσει τη βοήθεια του ιερωμένου… και φυσικά, με κάποια αποζημίωση, την οποία ο πάστορας θα ζητούσε αμέσως από το αντρόγυνο όταν θα ξεμπέρδευε με την ετοιμοθάνατη, γιατί, και μόνο που βρισκόταν εδώ μέσα, δοκιμαζόταν η πίστη του.

Το σπίτι της Γλυκοφιλούσας, όπως αποκαλούσαν την ηλικιωμένη. Καθόλου σπουδαίο, σκέφτηκε ο πάστορας.
«Πού είναι;» ρώτησε τον άντρα. «Δεν πρέπει να καθυστερούμε».
Ο άντρας, που (όπως και η γυναίκα του) είχε καταϊδρώσει και φαινόταν ότι ένιωθε άβολα, κατένευσε και έδειξε μια κλειστή πόρτα στο βάθος. Εκείνος και η γυναίκα στέκονταν κοντά στον νεροχύτη και στο μεγαλύτερο παράθυρο, το οποίο είχαν ανοίξει.

Η γυναίκα, που ήταν η μοναδική ζώσα συγγενής της ετοιμοθάνατης, ζήτησε ξανά από τον πάστορα να σώσει ό,τι απέμενε από την ψυχή της αδερφής της. Είχε κλάψει νωρίτερα και έκλαιγε και τώρα, κάτι που κάπως γαλήνεψε τον πάστορα, αλλά δίχως να του αλλάξει τη γνώμη για το ποιόν και την αναπόφευκτη (και δίκαιη) μοίρα που περίμενε την ετοιμοθάνατη. Ωστόσο, υποσχέθηκε στο αντρόγυνο ότι θα έκανε το καθήκον του, βάσει των λόγων του Κυρίου.

Ο πάστορας εμφάνισε το σταυρό που φορούσε στο λαιμό του και αυτόν που είχε στην τσέπη του και άνοιξε την πόρτα, μπήκε και την έκλεισε πίσω του, αφήνοντας το ζευγάρι να αγωνιά.

Αντίθετα από τον κυρίως χώρο του καλυβιού, το δωμάτιο ήταν σε καλύτερη κατάσταση (δεν επικρατούσε ακαταστασία), ενώ δεν είδε ούτε ένα αντικείμενο του διαβόλου ή ό,τι άλλο επικαλούνταν η ετοιμοθάνατη γριά που μαράζωνε στο κρεβάτι της. Όμως, η μπόχα ήταν ανυπόφορη, χειρότερη και από την μυρωδιά που απέπνεαν τα πτώματα των κάποτε νεκρών φαντάρων του, τους οποίους στοίβαζαν όπως-όπως για να τους στείλουν στην πατρίδα ή για να τους θάψουν ή για να τους κάψουν, αναλόγως τι συνέφερε στο εκάστοτε πεδίο που μάχονταν. Παρότι το παράθυρο του δωματίου ήταν ορθάνοιχτο, η αποφορά δεν είχε αποδράσει, παρά έμενε κολλημένη μέσα σαν βδέλλα που δεν αποκολλάται από το θύμα της, μέχρι να πιει όλο το αίμα του.

Καθώς έβγαζε ένα μαντήλι και κάλυπτε τη μύτη του, σκέφτηκε ότι δεν ήταν περίεργο που τούτη η γριά μύριζε χειρότερα από δεκάδες ή και εκατοντάδες νεκρούς νεαρούς. Εκείνοι είχαν πολεμήσει με δόξα, για την πατρίδα τους. Ο Θεός θα ήταν φιλεύσπλαχνος με αυτούς. Τούτη δω, όμως, ήταν ένα διάμεσο, ένα μέντιουμ, που έκλεβε λεφτά από τους ανόητους για να τους πει δήθεν τη μοίρα τους, επικαλούμενη τον Σατανά.
Ο πάστορας αναρωτήθηκε με χαιρεκακία αν η γριά Γλυκοφιλούσα είχε προβλέψει και τη δική της μοίρα.

Πλησίασε το κρεβάτι και ατένισε την γριά. Ήταν σκεπασμένη με μια μάλλινη κουβέρτα. Ανέπνεε, αργά και σταθερά. Είχε τα μάτια της κλειστά, ενώ τα λευκά μαλλιά της είχαν απλωθεί σχεδόν σε όλο το μαξιλάρι. Το πρόσωπό της ήταν διάστικτο από ρυτίδες και κρεατοελιές. Το στόμα της, περιβόητο για τα φιλιά που χάριζε στους πελάτες (άντρες και γυναίκες) ήταν σφραγισμένο και τα χείλη της ξεραμένα. Τώρα κανείς δεν θα ήθελε να τη φιλήσει, σκέφτηκε εκείνος.

Ο πάστορας έκανε να υψώσει τον σταυρό του, να τον ακουμπήσει στο μέτωπό της και να διαβάσει μια ευχή, αλλά όχι ακόμα. Αν και ένιωθε δυσάρεστα ήδη από τη στιγμή που είχε μπει στο καλύβι, τώρα δεν ήθελε να φύγει. Η θέα της ηλικιωμένης δούλας του Σατανά, που σύντομα θα έβραζε μαζί του (φιλώντας τον, μάλλον) στα πάμπολλα καζάνια της Κόλασης, παραδόξως του προσέφερε ικανοποίηση. Ως ο μοναδικός πάστορας που εξυπηρετούσε πάνω από δέκα μικρά χωριά, ήξερε από χρόνια για αυτή την γυναίκα και τι «δουλειά» έκανε, και προσπαθούσε να αποτρέψει το ποίμνιό του να την επισκέπτεται, αλλά γνώριζε ότι οι άνθρωποι ήταν αδύναμοι και επιρρεπείς στις αμαρτίες, κι έτσι δεν ήταν λίγοι όσοι υπέκυπταν στο δαιμονικό κάλεσμά της. Τους απομυζούσε, η αχρεία, λέγοντάς τους ένα σωρό ψέματα, χρησιμοποιώντας ό,τι μαγγανεία ήξερε, κι εκείνοι έχαφταν όσα τους έλεγε κι ύστερα έρχονταν στον πάστορα για καθοδήγηση βάσει όσων τους είχε πει το μέντιουμ. Αυτός, βέβαια, τους μάλωνε και τους έβαζε ξανά στο δρόμο του Θεού, μέχρι την επόμενη φορά που θα αμάρταναν και θα γυρνούσαν σε αυτόν. Γιατί έτσι γινόταν: ο Σατανάς δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, οπότε τα απολωλότα πρόβατα πού αλλού να πήγαιναν, εκτός από τον οίκο του Θεού; Ανόητοι άνθρωποι.

Στα νιάτα της, σκέφτηκε με πικρία, θα πρέπει να ήταν όμορφη, κι αυτό κάπως δικαιολογούσε το ότι οι άντρες ήθελαν να την επισκεφτούν. Κατά τον πάστορα, το γεγονός ότι το μέντιουμ χρησιμοποιούσε κατά κόρον τα φιλιά για να εξάγει δήθεν συμπεράσματα για το μέλλον των πελατών, δεν εξηγούσε γιατί θα ήθελαν και οι γυναίκες να επισκέπτονται τούτο το σάπιο καλύβι, ωστόσο, υπέθετε, ίσως η γριά να μη χρησιμοποιούσε τόσο συχνά αυτή την τακτική με τις γυναίκες, καθότι οι περισσότερες, αν όχι όλες, θα έφερναν αντίρρηση, ως λογικές πιστές του Θεού.

Ο πάστορας είχε μια ιδέα: έβαλε στην τσέπη τον σταυρό που κρατούσε και έψαξε κάτω από τα σκεπάσματα και βρήκε το σχεδόν παγωμένο χέρι της γριάς. Το έπιασε και το έσφιξε. Έπειτα, και αφού σιγουρεύτηκε ότι κανείς δεν είχε ανοίξει την πόρτα και ούτε κάποιος στεκόταν έξω από το παράθυρο, ψιθύρισε στην γριά: «Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που θα απαλλαγούμε από εσένα. Θα σωθεί τούτος ο τόπος. Όλοι θα γυρίσουν στους ναούς τους». Χαμογέλασε. «Πεθαίνεις και οι μόνοι που έχουν έρθει να σε δουν είναι η αδερφή σου και ο άντρας της. Κανείς άλλος. Πολλοί είχαν έρθει σε εσένα και τώρα σε ξέχασαν. Σε έχουν αφήσει στη μοίρα σου. Ούτε να συγυρίσουν το σπίτι, ούτε να σε καθαρίσουν, ούτε να σου δώσουν λίγο νερό, ούτε να σε φιλήσουν, ούτε τίποτα. Μόνη θα πεθάνεις. Και η αδερφή σου και ο άντρας της, δηλαδή, ούτε που θέλουν να μπουν εδώ μέσα πια. Έχεις ήδη ξεχαστεί, δούλα του Σατανά».
Το μέντιουμ δεν απάντησε. Ούτε καν ανοιγόκλεισε τα μάτια.

Ο πάστορας έσφιξε κι άλλο το ροζιασμένο χέρι της, που ήταν το μισό από το δικό του. «Έτσι δεν έλεγες σε κάποιους τη μοίρα τους; Σφίγγοντας το χέρι τους; Ε; Έτσι μου είχαν πει. Τι μάγια έκανες σε εκείνους τους δύσμοιρους, ούτε που θέλω να ξέρω».
Η αναπνοή της ηλικιωμένης παρέμενε σταθερή.

«Κάτι μου είχαν πει και για… φιλιά που τους έδινες. Κάτι ιδιαίτερα φιλιά, που εκείνοι έλεγαν ότι δεν ήθελαν, αλλά που τους ανάγκαζες να τα δεχτούν, μιας και έτσι μπορούσες να τους εμφυσήσεις όσα γνώριζες. Κι εκείνοι δέχονταν, τόσο μυαλό είχαν. Βέβαια, κακά τα ψέματα, πολλοί άντρες αναζητούν πόρνες, για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους. Παρ’ όλ’ αυτά… Προτιμούσαν να τους φιλήσει μια μάγισσα, παρά να ασπαστούν τον Κύριο. Θα έπρεπε να τους τιμωρήσω για αυτό».
Το μέντιουμ δεν αντέδρασε.

«Αν περιμένεις από εμένα να σου διαβάσω μια ευχή» είπε ο πάστορας «άδικα περιμένεις». Έσφιξε κι άλλο το χέρι της, διερωτώμενος αν θα μπορούσε να της σπάσει κάποιο κόκαλο, μήπως και την ξυπνούσε για να της πει όλα όσα ήθελε.

Εκείνη, όμως, δεν αποκρίθηκε, οπότε ο πάστορας συνέχισε: «Ήρθα για αυτόν τον λόγο, για να βοηθήσω μέσω του Θεού να σώσουμε την ψυχή σου, αλλά το ξανασκέφτηκα. Με μετάπεισες, θα μπορούσες να πεις. Δεν αξίζεις καμιά άφεση, καμιά προσευχή. Να πεθάνεις, να γλιτώσει ο τόπος».

Είπε κι άλλα, λόγια που πάντα νουθετούσε τους άλλους να μη ξεστομίζουν, γιατί, αν το έκαναν, θα αμάρταναν. Η αποφορά είχε πάψει από ώρα να τον ενοχλεί, καθώς οι προσβολές έβγαιναν από την καρδιά του. Κρατούσε σφιχτά το χέρι της ηλικιωμένης και την εξύβριζε χωρίς καν να βλεφαρίσει, δίχως να πάψει να χαμογελάει. Είχε ξεχάσει μέχρι και το αντρόγυνο που τον περίμενε να βγει. Χωρίς να το συνειδητοποιεί, ο πάστορας ευχαριστιόταν που αμάρτανε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ό,τι δεν είχε πει ποτέ στο μέντιουμ, το έλεγε τώρα, και δεν ήθελε να σταματήσει. Από ένα σημείο και μετά, οι παλιές του συνήθειες, οι ύβρεις που χρησιμοποιούσαν στο στρατό, πήραν τα ηνία και πλέον οι κουβέντες του δεν ήταν απλά προσβλητικές, αλλά ξεκάθαρα ανήθικες.

Κάποτε, όμως, το στόμα του στέγνωσε και είχε ιδρώσει. Εν τω μεταξύ, δεν είδε καμιά αλλαγή στη γριά, πράγμα και απογοητευτικό και άδικο, κατά τη γνώμη του. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι για αυτό. Εδώ δεν θα έκανε ό,τι μπορούσε να κάνει, που είχε κληθεί και δεχτεί να κάνει. Είχε καταντήσει χάσιμο χρόνου η παραμονή του σε τούτο το σάπιο καλύβι. Ας άφηνε στην καταραμένη μοίρα της την γριά, έτσι κι αλλιώς σωτηρία δεν υπήρχε.
Ο πάστορας σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
Αυτό ήθελε να κάνει, δηλαδή.
Αλλά δεν το έκανε.
Γιατί δεν μπορούσε. Γιατί, ενώ η μπόχα ξάφνου έγινε ακόμα χειρότερη και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ξέσφιξε το χέρι, η γροθιά του μέντιουμ παρέμεινε σφραγισμένη γύρω από το δικό του. Πριν καλά-καλά το συνειδητοποιήσει, ο πάστορας ένιωσε ένα δυνατό τράβηγμα και γονάτισε και το πρόσωπό του έπεσε πάνω στο πρόσωπο της ηλικιωμένης. Το δεξί αυτί του κόλλησε στο στόμα της Γλυκοφιλούσας.

Και ο πάστορας άκουσε.
Και ο πάστορας προσπάθησε να πιάσει το σταυρό του και να προσευχηθεί.
Μάταια, όμως.

Άκουγε, ενώ η αναπνοή η δική του γινόταν πιο ακανόνιστη και οι λέξεις πλημμύριζαν τη σκέψη του και την καρδιά του, καταπνίγοντας κάθε απόπειρα να επικαλεστεί τον Κύριο. Η μνήμη του χανόταν και όσα ήξερε λησμονιόντουσαν, και αντικαθίσταντο από άλλες σκέψεις και άλλες γνώσεις και άλλες επιθυμίες.
Για μια στιγμή, η ηλικιωμένη άνοιξε τα θολά μάτια της.
Τότε ο πάστορας έκλεισε τα δικά του.

Εν τέλει, η αδερφή και ο άντρας της μπήκαν στο δωμάτιο του μέντιουμ, αγωνιώντας για την καθυστέρηση του ιερωμένου. Είδαν έντρομοι τον πάστορα να φιλάει στο στόμα την γριά. Η αδερφή της ρώτησε τον πάστορα τι στο καλό έκανε.

Εκείνος σηκώθηκε, αφού κάλυψε κάτω από την κουβέρτα το χέρι του μέντιουμ. Χαμογέλασε και είπε κάτι για μια ιδιαίτερη ευχή που έδινε σε τέτοιες περιπτώσεις. Κι ύστερα, έφυγε, χωρίς να ζητήσει χρήματα. Αλλά πήρε κάποια πράγματα μαζί (μια γυάλινη σφαίρα, ένα περιδέραιο με κάποιον δαίμονα, κάρτες με ακατονόμαστες ζωγραφιές) και άφησε κάποια άλλα (τους σταυρούς).

Έφυγε. Για άλλες περιοχές, όπου κανένας δεν τον ήξερε και όπου θα μπορούσε να συνεχίσει το έργο του… της. Το έργο της. Αφήνοντας την ψυχή του ιερωμένου να πεθαίνει σε ένα ηλικιωμένο γυναικείο κορμί.

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:
Η Φιλομίνα (Μίνα) Έιμς γεννήθηκε το 1860. Ζει στο Έσσεξ και εργάζεται ως γραμματέας στο περιοδικό Weird Literature. Από μικρή της άρεσε να ακούει ιστορίες φαντασίας και φρίκης, ενώ φρόντισε ώστε να μη παύσει τις σπουδές της στο σχολείο. Η αγάπη της για την Λογοτεχνία παρέμεινε ισχυρή, οπότε και επιδίωξε να ασχοληθεί ενεργά με τη συγγραφή και την επιμέλεια κειμένων. Ελπίζει στο μέλλον να γράψει το δικό της βιβλίο.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading