Το γάλα της μάνας έσωσε τα μωρά της Δέσποινας. Πέντε είχε, μικρά, αδύνατα και ξυπόλητα που τα μεγάλωνε μόνη της. Ο πόλεμος εκτός από την ελευθερία και την αξιοπρέπειά της, είχε πάρει και τον άντρα της.
Ούτε ψίχουλο δεν περίσσευε στο τραπέζι. Στο σπίτι ό,τι χαλούσε το μπάλωνε γιατί τότε δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Με βελόνα και κλωστή έκλεινε όλες τις τρύπες. Μακάρι να μπορούσε να έραβε έτσι και τις πληγές στην καρδιά της. Πονούσε να βλέπει τα παιδιά της να πεινάνε και να μην μπορεί να κάνει τίποτα.
Με το πιο μικρό δεμένο στην πλάτη της πήγαινε στο χωράφι και στην πέτρινη βρύση να γεμίσει την στάμνα να πάει το νερό στο σπίτι. Υπό το φως των κεριών κεντούσε και διάβαζε τα πιο μεγάλα που περπατούσαν τρεις ώρες για να πάνε στο σχολείο. Πατατόφυλλα και λεμονόκουπες ήταν συχνά ό,τι είχαν για να φάνε. Το σαπούνι δυσεύρετο αγαθό, μπάνιο μια φορά στο τόσο. Τις καλές μέρες έκανε μπομπότα, έβαζε στην κατσαρόλα νερό, αλάτι και καλαμποκάλευρο και όταν χύλωνε γέμιζε τα πιάτα να γεμίσουν οι κοιλιές των παιδιών να κοιμηθούν καλά.
Ένας γείτονας που είχε ακόμη μια αγελάδα στο χωριό έδινε μια κούπα γάλα σε κάθε σπίτι που είχε μικρά παιδιά για να μπορεί να κοιμάται το βράδυ. Τα κλάματά τους τον πονούσαν πιότερο από την πείνα του. Όταν πέθανε αυτός, πέθανε και το ζωντανό του. Απόμειναν τα παιδιά χωρίς γάλα. Τα βύζαινε όλα τα παιδιά της η Δέσποινα και στα μεγάλα έβανε από το γάλα της στο νερό τους. Μα τώρα που φαίνονταν πια τα κόκαλα στο κορμί της κόπηκε το γάλα. Παρακαλούσε τον Θεό να μην θάψει δίπλα στον άντρα της κανένα από τα μωρά τους.
Το σπίτι ήταν παλιό, δεν έστεκε καλά και έπεσε ένα κομμάτι από την στέγη. Η γειτόνισσα της Δέσποινας πήρε τα παιδιά στο σπίτι της να τα κοιμίζει στο πάτωμα. Μια ανάσα έδωσε σε εκείνη την ταλαιπωρημένη χήρα γιατί μεγάλη ευλογία είναι να σε νοιάζεται ο διπλανός σου. Η Δέσποινα πήγαινε και της καθάριζε για να την ευχαριστήσει. Είχε και αυτή ένα μωρό χρονιάρικο.
Οι μέρες περνούσαν, τα πράγματα γίνονταν χειρότερα. Το χωράφι το είχε σπείρει για τον γαιδαράκο. Από την πείνα λιποθυμούσε μα χαιρόταν που δεν ήταν τα παιδιά στο σπίτι να την δουν σωριασμένη κατάχαμα. Έμεινε τρεις μέρες στο κρεβάτι ανήμπορη να σηκωθεί από την αδυναμιά. Στον ύπνο της είδε τα παιδιά της πεθαμένα από την πείνα. Κρύος ιδρώτας την έλουζε μέσα στην απελπισία της.
Ξάφνου, σαν να άκουσε τις φωνές τους και άνοιξε τα μάτια. Κοίταζε το ταβάνι και γελούσε γιατί νόμιζε ότι πήγαινε κοντά τους. Στα χείλη της ένιωσε ζεστό το γάλα. Μια δυο γουλιές ήπιε πριν πέσει ξανά σε βαθύ ύπνο. Έτσι πέρασαν άλλες δύο μέρες με την Δέσποινα στο κρεβάτι μεταξύ ζωής και θανάτου.
Όταν ήρθε η στιγμή και ανασηκώθηκε, αντίκρυσε τα παιδιά της γύρω της να την κοιτάζουν με αγωνία. Πλυμένα ήταν με ροδοκόκκινα μάγουλα. Είδε την γειτόνισσά της να σκύβει πάνω της και να κρατά μια κούπα. Εκείνη την κούπα που λες και έκρυβε το μυστικό της ζωής. Με δάκρυα στα μάτια η Δέσποινα της είπε ευχαριστώ γιατί κατάλαβε. Το χέρι της ζήτησε να το φιλήσει, εκείνο το χέρι που τους έδωσε ξανά ζωή.
Το γάλα της μάνας έσωσε τα μωρά της Δέσποινας. Το γάλα της γειτόνισσάς της. Αυτό της έσωσε και την δική της ζωή. Γιατί πόσο μεγάλη ευλογία είναι να νοιάζεσαι για τον διπλανό σου.
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
