Το κορίτσι που δεν έπρεπε να υπάρχει

Τότε…

Το μαχαίρι γδέρνει τον αέρα. Ένα φλας. Ουρλιαχτά. Καπνός. Μια γεύση αίματος. Η λάμψη μιας φωτιάς. Ζέστη. Αφόρητη ζέστη. Πόνος. Τρόμος. Πανικός. Και μετά, σκοτάδι. Απύθμενο σκοτάδι. Θάνατος…

Σήμερα…

Η Άστριντ τίναξε τη σκόνη από τα ρούχα της, άφησε το ξεσκονόπανο στο πλάι, στάθηκε στην άκρη του γραφείου και κοίταξε την ασπρόμαυρη φωτογραφία που υπήρχε πάνω στο έπιπλο. Με μια πρώτη ματιά, έμοιαζε με τη χαρούμενη φωτογραφία μιας σχολικής τάξης. Ήταν έτσι όμως;

Πλησίασε για να δει καλύτερα. Η φωτογραφία απεικόνιζε μια παλιά σχολική τάξη, όμως υπήρχε κάτι ανησυχητικό, σχεδόν εφιαλτικό, στην ατμόσφαιρά της.

Μια ομάδα αγοριών πόζαρε μπροστά από έναν πέτρινο τοίχο, με τα πρόσωπα παγωμένα και την ίδια ακριβώς έκφραση: άψυχα μάτια, ανέκφραστα χείλη σαν να κοιτούσαν, όχι τον φωτογράφο, αλλά κάτι που βρισκόταν πίσω του. Οι στολές τους, τα κουρεμένα κεφάλια, τα σφιγμένα χέρια πάνω στα γόνατα, έδειχναν πειθαρχία και βουβή υποταγή. Οι δάσκαλοι στις άκρες έστεκαν ακίνητοι, με βλέμμα σκιερό, σχεδόν άδειο, σαν να ήταν φύλακες ενός κόσμου που δεν ανήκε στους ζωντανούς.

Η φωτογραφία έμοιαζε βγαλμένη από κάποιο παλιό όνειρο που θα έπρεπε να είχε χαθεί από τη μνήμη. Κάθε λεπτομέρεια δημιουργούσε την αίσθηση ότι ο χρόνος είχε σταματήσει και τα παιδιά, παγωμένα στην αιωνιότητα, συνέχιζαν να κοιτούν όποιον τολμούσε να τους ανταποδώσει το βλέμμα.

Ρίγος διαπέρασε το κορμί της. Έκανε να αποστρέψει το βλέμμα, μα μια ανεπαίσθητη κίνηση την τράβηξε πάλι εκεί. Οι σκιές που έπεφταν από τα σώματά τους έμοιαζαν να τρεμοπαίζουν και το έδαφος να κινείται κάτω από τα πόδια τους. Η εικόνα άρχισε να θολώνει όπως θολώνει το τζάμι όταν ακουμπούν πάνω του οι ανάσες˙ παγωμένες ανάσες, που τώρα τις ένιωθε να τη χαϊδεύουν αιχμηρά στο σβέρκο. Ανατρίχιασε ολόκληρη.

Άφησε τη φωτογραφία και άρπαξε το ξεσκονόπανο. Άρχισε να τρίβει με μανία τα έπιπλα, για να σταματήσει σχεδόν αμέσως παραξενεμένη. Η σκόνη, αντί να καθαριστεί, γινόταν εντονότερη. Σχημάτιζε μικρές, λεπτές, κοκκινωπές γραμμές πάνω στην ξύλινη επιφάνεια, ενώ ταυτόχρονα, ένιωσε μια έντονη μυρωδιά καμένου ξύλου και καπνού να την πνίγει. Ρωγμές και αμυχές εμφανίστηκαν στο γραφείο, στις καρέκλες, στα τζάμια. Όλη η επιφάνεια του παραθύρου γέμισε μικροσκοπικούς σχηματισμούς κρυστάλλων. Πέταξε το ξεσκονόπανο τρομοκρατημένη. Πώς γινόταν να συμβαίνει το αντίθετο από ό,τι προσπαθούσε να κάνει;

«Άστριντ;» άκουσε μια φωνή στο μυαλό της. Η όρασή της θόλωσε θαρρείς από σκόνη. «Θέλεις να βγούμε μια φωτογραφία;». Κι άλλες ρωγμές γέμισαν τους τοίχους. «Άστριντ; Χαμογέλα στον φωτογράφο».

«Άστριντ;» Η όρασή της επανήλθε. Στράφηκε προς το άνοιγμα της πόρτας.
Ένα χλωμό κορίτσι, όχι πάνω από είκοσι χρονών, με κοντά κόκκινα σγουρά μαλλιά, την κοιτούσε με ενδιαφέρον.

«Εσύ θα πρέπει να είσαι η Άστριντ, σωστά;» συνέχισε το κορίτσι και έδωσε το χέρι. «Είμαι η Χόλι».

Η Άστριντ σκούπισε τα χέρια πάνω της βιαστικά και ανταπέδωσε την κίνηση. «Συγγνώμη» απολογήθηκε «για τη βρωμιά. Εγώ δεν…».

Η Χόλι συνοφρυώθηκε. «Ποια βρωμιά; Όλα είναι πεντακάθαρα. Έκανες καταπληκτική δουλειά».

Η Άστριντ κοίταξε γύρω της. Είχε κάνει όντως καταπληκτική δουλειά. Ίχνος σκόνης δεν υπήρχε, ούτε ρωγμές, ούτε αμυχές. Όλα άστραφταν από την καθαριότητα. Χαμογέλασε βεβιασμένα προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί νωρίτερα.

«Είμαι η κόρη του κυρίου Μάρτιν» συνέχισε η Χόλι. «Ο μπαμπάς θα λείψει για ένα διάστημα και έτσι θα τον αντικαταστήσω εγώ. Μένεις στο σπίτι, αν δεν κάνω λάθος, σωστά;».

Η Άστριν ένευσε.
«Ωραία, αν τελείωσες εδώ, θα ήθελα λίγο να δουλέψω αν δεν σε πειράζει».
Η Άστριντ έκανε πίσω, μα πριν φύγει, κοίταξε πάλι τη φωτογραφία. Για μια στιγμή της φάνηκε πως ένα από τα παιδιά ανοιγόκλεισε τα μάτια. Λίγο πριν βγει από το δωμάτιο, το βλέμμα της έπεσε στο ρολόι στον τοίχο. Ήταν σταματημένο στις 11:34.

***

Το σπίτι των Μάρτιν ήταν ένα παλιό, επιβλητικό αρχοντικό με μακριούς διαδρόμους, βαριά έπιπλα και αναρίθμητους καθρέφτες που αντανακλούσαν το φως σαν να προσπαθούσαν να το φυλακίσουν και δωμάτια˙ πολλά δωμάτια, όμοια μεταξύ τους: ίδιες κουρτίνες, ίδια κάδρα, ίδιες φωτογραφίες. Ποτέ δεν προλάβαινε να τα τελειώσει όλα κι όμως, ο κύριος Μάρτιν δεν διαμαρτυρόταν ποτέ. Ήταν σαν το σπίτι να μην ήθελε ποτέ να είναι τελείως καθαρό.

***

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν ξύπνησε βασανισμένη από εφιάλτες με μια σκέψη μόνο στο μυαλό της: τη φωτογραφία.

Σηκώθηκε ακροπατώντας και χωρίς να ανάψει το φως, χρησιμοποιώντας τον φακό από το κινητό της, πήγε πάλι στο γραφείο. Έβγαλε τη φωτογραφία, τη φώτισε και άρχισε να την παρατηρεί. Όμως, για έναν περίεργο λόγο, ήταν γεμάτη σκόνη. Παραξενεμένη διαπίστωσε πως το ξεσκονόπανο ήταν ακουμπισμένο πάνω στο γραφείο. Μάλλον το είχε ξεχάσει εκεί από το πρωί. Και όμως, θα ορκιζόταν ότι το είχε πάρει μαζί της, γιατί έπρεπε να κάνει και άλλες δουλειές. Ξεσκόνισε τη φωτογραφία. Η σκόνη έφυγε. Η εικόνα καθάρισε. Και τότε, κοιτάζοντάς την καλύτερα, διαπίστωσε πως δεν υπήρχαν μόνο αγόρια στη φωτογραφία, μα… κι ένα κορίτσι˙ ένα κορίτσι που κανονικά δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Η Χόλι, πόζαρε ανάμεσα από τα αγόρια με το ίδιο κενό βλέμμα και τα χέρια πάνω στα γόνατα. Η Χόλι, που τώρα είχε μόλις ανάψει το φως και την κοιτούσε ψυχρά από το άνοιγμα της πόρτας.

Η Άστριντ σηκώθηκε απότομα.

«Θυμάσαι τα αστέρια;» τη ρώτησε ανέκφραστη η Χόλι. «Είδαμε αστέρια, μυρίσαμε καπνό, ακούσαμε κρότο, φοβηθήκαμε, πονέσαμε, καήκαμε, τρομάξαμε, πεθάναμε. Θυμάσαι, Άστριντ;».

Εκείνη άρχισε να οπισθοχωρεί. Όμως η πλάτη της κόλλησε στον τοίχο. Ξαφνικά όμως, βρέθηκε να ακουμπά σε έναν άλλο τοίχο, πέτρινο. Και από εκεί, κοιτούσε τη Χόλι να κρατά μια φωτογραφική μηχανή πολαρόιντ και να φωτογραφίζει μια τάξη αρρένων μαζί με τους καθηγητές τους, λίγο πριν τη σχολική εκδρομή τους.

Παρατήρησε ότι στον απέναντι τοίχο, το ρολόι ήταν σταματημένο στις 11:34.
«Χαμογέλασε, Άστριντ» άκουσε τη φωνή της Χόλι από κάπου μακριά. «Πες ‘’τυρί’’».

Η Χόλι, που κρατούσε τη φωτογραφική μηχανή, γύρισε προς το μέρος της και τη φωτογράφισε. Η φωτογραφία ξεπήδησε από την πολαρόιντ, πέταξε ψηλά και προσγειώθηκε στα πόδια της. Τη σήκωσε με τρεμάμενα χέρια και την κοίταξε. Δεν αντίκρισε όμως τον εαυτό της όπως τον φανταζόταν. Αντίκρισε μια κοκκινομάλλα, χλωμή κοπέλα, με κοντό μαλλί. Αντίκρισε τη Χόλι. Την είδε να κείτεται νεκρή και το αίμα να κυλά σαν ρυάκι από τον λαιμό της, σχηματίζοντας ένα κόκκινο, ματωμένο κασκόλ. Η εικόνα γλίστρησε από τα χέρια της, παρασύρθηκε από τον άνεμο και… πολλαπλασιάστηκε. Πολλά αντίγραφα αιωρήθηκαν γύρω της και τελικά στάθηκαν μπροστά της σαν να ήταν κρεμασμένα σε ένα αόρατο σκοινί. Και κάθε μια, απεικόνιζε μια διαφορετική σκηνή˙ μόνο που οι σκηνές δεν ήταν στατικές, μα κινούμενες˙ σαν ταινία που εκτυλισσόταν εκείνη τη στιγμή μπροστά στα μάτια της.

Είδε τα παιδιά και τους δασκάλους να στήνονται χαμογελαστοί μέσα σε μια σχολική τάξη μπροστά από έναν πέτρινο τοίχο. Είδε τη Χόλι να κρατά την πολαρόιντ και να ετοιμάζεται να φωτογραφίσει. Το επόμενο που είδε όμως, έκανε το αίμα της να παγώσει. Αντίκρισε τον εαυτό της, να βγαίνει από ένα δωμάτιο ακριβώς πίσω από τη Χόλι, να πλησιάζει ένα μαχαίρι στον λαιμό της και να τον κόβει με μια κίνηση. Τη στιγμή που το αίμα άρχισε να αναβλύζει, το χέρι της Χόλι πάτησε ενστικτωδώς το κουμπί της μηχανής.

Και μετά, ξέσπασε η φωτιά.

Το άψυχο σώμα της Χόλι, πέφτοντας στο τσιμεντένιο πάτωμα, χτύπησε με δύναμη το παλιό, σκουριασμένο καλοριφέρ που βρισκόταν δίπλα της, σπρώχνοντας ταυτόχρονα ένα δοχείο με καθαριστικό υγρό. Το υγρό εκτοξεύτηκε και έπεσε πάνω σε ένα εκτεθειμένο, ξεχασμένο καλώδιο που τροφοδοτούσε μια παλιά λάμπα. Ο σπινθήρας από το βραχυκύκλωμα που ακολούθησε, βρήκε το άμεσο, πτητικό περιβάλλον: το καθαριστικό και την παλιά, σκονισμένη ξύλινη επένδυση του τοίχου. Μια εκκωφαντική έκρηξη συγκλόνισε την τάξη, καθώς οι εύφλεκτοι ατμοί πυροδοτήθηκαν. Η φωτιά εξαπλώθηκε αστραπιαία, τυλίγοντας τους τοίχους και τα έπιπλα, μετατρέποντας τον χώρο σε μια πύρινη κόλαση, η οποία σφράγισε την φρικτή σκηνή.

«Θυμάσαι, Άστριντ;», Η Χόλι τώρα στεκόταν δίπλα της. Οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια της, ενέτειναν το κενό της βλέμμα. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό, τα χείλη της κάτασπρα. «Θυμάσαι τον κύριο Μάρτιν; Τον πατέρα μου;». Η Άστριντ ξεροκατάπιε. «Καθάριζες το σχολείο μας. Ήσουν ερωτευμένη μαζί του. Εκείνος δεν σε ήθελε. Ήταν αφιερωμένος σε μένα: την κόρη του. Δεν ήθελε να μπει άλλη γυναίκα στη ζωή μας μετά τον θάνατο της μαμάς».

«Εσύ δεν ήθελες!» ξέσπασε η Άστριντ που τα θυμήθηκε όλα. «Αν δεν ήσουν εσύ, δεν θα με απέρριπτε. Ήσουν το κορίτσι που δεν έπρεπε να υπάρχει».

«Όχι, Άστριντ» αντέτεινε η Χόλι. «Εσύ ήσουν το κορίτσι που δεν έπρεπε να υπάρχει. Εσύ που μας σκότωσες όλους εκείνη την ημέρα».

Η φωνή της πολλαπλασιάστηκε και αντήχησε γύρω της. Κοίταξε τρομοκρατημένη. Τα παιδιά και οι δάσκαλοι, στέκονταν γύρω της και πλησίαζαν, με τον κλοιό να στενεύει.

«Το κορίτσι που δεν έπρεπε να υπάρχει» επαναλάμβαναν συνεχώς. «Εσύ είσαι το κορίτσι που δεν έπρεπε να υπάρχει».

Η Άστριντ πλέον δεν φαινόταν. Την είχαν καλύψει τελείως τα σώματά τους.

***

Την ίδια στιγμή, ένας μακρόσυρτος ήχος ακούστηκε στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου μέσα στο οποίο κειτόταν το σώμα της Άστριντ σε κώμα, υποδεικνύοντας την καρδιακή ανακοπή που είχε πάθει.

Ο νοσηλευτής, που καθόταν δίπλα της όλη αυτή την ώρα, βγήκε απαθής στον διάδρομο, τη στιγμή που οι γιατροί έτρεχαν πανικόβλητοι μέσα. Έχωσε το χέρι στην τσέπη της λευκής στολής του, έβγαλε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία και την κοίταξε.

Εκεί, ανάμεσα στα αγόρια, τους δασκάλους και τη Χόλι, υπήρχε πλέον και μια ακόμη κοπέλα, φτυστή η Άστριντ. Τώρα ο κύκλος έκλεισε. Ήταν όλοι μαζί ξανά στην τάξη…

Ο νοσηλευτής χαμογέλασε και μια ολόχρυση οδοντοστοιχία έλαμψε από άκρη σε άκρη μέσα στο στόμα του.

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading