“Νομίζω πως ήρθε η ώρα να συνεχίσουμε κάπου αλλού, τι λες;”, πρότεινε, με μάτια που γυάλιζαν, ο Γρηγόρης
“Ναι, είναι αρκετά αργά. Σε ευχαριστώ για απόψε. Θα τα πούμε από Δευτέρα στην προπόνηση”, απάντησε η Νατάλια και αφήνοντας ένα χαρτονόμισμα πάνω στο τραπέζι, έφυγε, αιφνιδιάζοντάς τον.
Την Δευτέρα, όντως, συναντήθηκαν στο γυμναστήριο. Ο Γρηγόρης ξεκίνησε το πρόγραμμα και σε κάθε άσκηση πήγαινε κοντά της: “Τα χέρια στο ύψος των ώμων”, “Πιο χαμηλά η λεκάνη”, “Πάρε περισσότερα κιλά, μπορείς να τα σηκώσεις”…
Επέλεξε να αφήσει κάποιο χρονικό περιθώριο μέχρι να κάνει την επόμενη κίνησή του, οπότε οι επόμενοι δύο μήνες πέρασαν με εμφανές το φλερτ μεταξύ τους, κάτι που είχαν προσέξει κι άλλες κοπέλες που είχαν υποκύψει στη γοητεία του στο παρελθόν, καμία προσπάθεια για εκ νέου έξοδο και την ζήλια της Άννας να φουντώνει,
*****
“Επιτέλους χειμώνας!”, είπε ο Γρηγόρης κι έβαλε το παράθυρο στην αίθουσα στην ανάκληση. Αντικειμενικά, καμία δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του σήμερα. Φορούσε ένα γαλάζιο σετ φόρμας το οποίο πέραν του ότι αναδείκνυε όλα τα γυμνασμένα σημεία του, τόνιζε τα γκρίζα μάτια του, ενώ ταίριαζε τέλεια και με τα μαύρα μαλλιά του.
“Κι εμένα μου αρέσει ο χειμώνας!”, αναφώνησε η Άννα, αλλά το πρόσωπο που ήθελε, δεν της έδωσε σημασία.
Ξεκίνησαν το σετ των ασκήσεων, μια εκ των οποίων ήταν να πατήσουν πάνω στο στεπ και κατεβάζοντας το κάθε πόδι εναλλάξ να κάνουν καθίσματα. Μια ακουμπώντας το δεξί πόδι κάτω και το αριστερό πάνω, μια το αριστερό πάνω και το δεξί κάτω. Ο Γρηγόρης πλησίασε τη Νατάλια κι ενώ εκείνη περίμενε να της επισημάνει κάποιο λάθος, άκουσε: “Πολύ θα ήθελα να είμαι το στεπ κι εσύ να σκύβεις έτσι από πάνω μου”.
Αμέσως κοκκίνισε και προσπάθησε να μην αφήσει να φανεί ότι ταράχτηκε, οπότε συνέχισε κανονικά το σετ, αλλά τα λόγια του Γρηγόρη έπαιζαν ξανά και ξανά στο μυαλό της.
Όταν ολοκληρώθηκε η προπόνηση, μάζεψε τα πράγματά της, αλλά αυτή τη φορά δεν βιάστηκε να φύγει. Περίμενε να τακτοποιήσει την αίθουσα ο Γρηγόρης και να αποχωρήσουν όλοι για να μιλήσουν.
Όταν κι εκείνος πρόσεξε την άδεια αίθουσα και στην άκρη της την Νατάλια, την πλησίασε, άπλωσε τα χέρια του και κράτησε απαλά τα δικά της.
“Έχεις αντοχές πάντως. Καλό θα ήταν να παίρνεις και καμιά ανάσα πού και πού”
“Αυτό έχεις να μου πεις;”, απάντησε και τα μάτια της πετούσαν σπίθες
“Τι άλλο θέλεις να σου πω δηλαδή;”, τη ρώτησε ο Γρηγόρης, χωρίς να έχει αφήσει τα χέρια της
“Μήπως να μου εξηγήσεις τι ήταν αυτό πριν;”
“Χμ… Έχεις καταλάβει πως ό,τι σκέφτομαι το λέω”
“Μήπως είναι το λάθος μέρος να το εκφράσεις;”, απάντησε θυμωμένα
“Νατάλια…”, άφησε τα χέρια της και χάιδεψε τα μαλλιά της. Το χέρι του στάθηκε στο σβέρκο της “…νομίζω πως έχεις καταλάβει πόσο σε θέλω. Ας μην κρυβόμαστε πια”
“Θέλεις αυτό που βλέπεις, όχι αυτό που είμαι”
“Είμαι πρόθυμος να σε γνωρίσω καλύτερα, αν με αφήσεις”, της απάντησε και πια η ανάσα του ήταν αισθητή στα χείλη της
“Αν με πληγώσεις, θα σε πληγώσω διπλά”, τον προειδοποίησε σε πολύ αυστηρό τόνο, αλλά ο Γρηγόρης αυτή τη φορά δεν απάντησε. Άφησε το χέρι του να κατέβει στον λαιμό της και μετά στο στέρνο της. Αισθανόταν την καρδιά της που χτύπαγε σαν τρελή. Αδυνατώντας να συγκρατήσει άλλο τον εαυτό του και αδιαφορώντας για τα αδιάκριτα βλέμματα, όπως αυτό της Άννας που είχε σταθεί σε μια άκρη έξω από την αίθουσα και παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα, έσκυψε και τη φίλησε στο λαιμό. Εκείνη ένιωσε το σώμα της να παραλύει. Αφού τα καυτά του χείλη απομακρύνθηκαν από τον λαιμό της, την κοίταξε μέσα στα μάτια. Έμειναν για λίγο ακίνητοι. Της έκλεισε το μάτι, γύρισε την πλάτη κι έφυγε.
Η Νατάλια πήρε λίγο χρόνο να αντιληφθεί τι συνέβη και μάζεψε τα πράγματά της. Κατέβηκε στα αποδυτήρια για να αλλάξει και καθώς έβγαζε το μπουστάκι της, άκουσε την πόρτα πίσω της να κλείνει απότομα. Έστρεψε το βλέμμα της και είδε τον Γρηγόρη να την κλειδώνει. Κάλυψε με το ένα χέρι το στήθος της και τον κοίταξε θυμωμένα.
“Μη με κοιτάς έτσι”, είπε χαμηλόφωνα και στάθηκε μπροστά της. Χάιδεψε τους ώμους της και τα χέρια του στάθηκαν στη γυμνή της μέση. Η Νατάλια ένιωθε αδύναμη να αναπνεύσει και το σώμα της έτρεμε στο άγγιγμά του. Χαμογέλασε με ικανοποίηση μπροστά στο θέαμα και θαύμαζε την αντανάκλαση του καλοσχηματισμένου σώματός της στον καθρέφτη.
“Πάρε το χέρι σου”, την πρόσταξε
Εκείνη δίστασε. “Πάρε.Το.Χέρι.Σου.”
Η Νατάλια το κατέβασε και τα μάγουλά της κοκκίνισαν.
“Θέλω να σε φιλήσω”, της είπε στο αυτί
“Μην το κάνεις”, του απάντησε κοφτά. Ο Γρηγόρης την οδήγησε με αργές κινήσεις στο ντουζ. Άνοιξε το καυτό νερό να πέφτει πάνω της, γδύθηκε και βρέθηκε κι αυτός κάτω από το νερό. Την πλησίασε για να την φιλήσει. “Μη”, του είπε ξεψυχισμένα. Ενώθηκαν έντονα και οι ανάσες τους, σε συνδυασμό με το καυτό νερό, θόλωσαν τους καθρέφτες. Ολοκλήρωσαν μαζί. Έκαναν ένα ντουζ και αφού η Νατάλια πέρασε την πετσέτα γύρω από το κορμί της και ο Γρηγόρης την δική του γύρω από τον γοφό του, την ρώτησε:
“Γιατί δεν με αφήνεις να σε φιλήσω;”
“Το φιλί είναι μια επισφράγιση”
“Σχέσης;”
“Ακριβώς”
“Κι εσύ δεν είσαι έτοιμη για σχέση, δηλαδή;”
“Εσύ είσαι έτοιμος για όλα αυτά που απαιτεί μια σχέση;”
“Ίσως”
“Τότε άσ’ το καλύτερα, γιατί στο είπα και πριν. Αν με πληγώσεις, θα σε πληγώσω διπλά!”
Η Νατάλια άρχισε να ντύνεται, αλλά δεν πρόφτασε. Με μια κίνηση ο Γρηγόρης άρπαξε το πρόσωπό της και τα χείλη του την φιλούσαν παθιασμένα. Η γεύση του ήταν μεθυστική, όπως την είχε φανταστεί. Μετά από ένα ατελείωτο φιλί, την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, με ύφος κατακτητή. Εκείνη πέρασε τα δάχτυλά της μέσα στα μαλλιά του. Τον κοίταξε με μάτια που γυάλιζαν και του είπε σε αρκετά αυστηρό και προειδοποιητικό τόνο: “Είσαι δικός μου τώρα. Να το θυμάσαι!”. Ο Γρηγόρης ένιωσε μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά του. Ωστόσο, την ξαναφίλησε πεταχτά και ντύθηκε. Το ίδιο έκανε και η Νατάλια. Ξεκλείδωσε την πόρτα κι έφυγαν.
Αγγελική Ανδριοπούλου
Συνεχίζεται…

One response to “Τώρα – Τότε – Μετά (Μέρος 2ο)”
[…] Προηγούμενο […]