Ο κουμπαράς της ζωής

Ο κυρ Ασημάκης κάθισε βαρύθυμος στην καρέκλα του, που έτριξε μοιρολατρικά κάτω από το βάρος του, και ξεφύσηξε εκνευρισμένος, κάνοντας το παχύ, κιτρινισμένο από τον καπνό μουστάκι του να τρεμουλιάσει. Όλοι γύρισαν και τον κοίταξαν ανήσυχοι, όλοι εκτός από την Κωνσταντούλα. Μέσα από τα δασιά φρύδια του, ο κυρ Ασημάκης κάρφωσε με το βλέμμα του τη ροδομάγουλη και καλοθρεμμένη κοπέλα, η οποία είχε στραβώσει το στόμα της απογοητευμένη, κοιτάζοντας το ραγισμένο πιάτο και τα θολά μαχαιροπίρουνα πάνω στο τραπέζι. Εκνευρισμένη, άρχισε να επανατοποθετεί τα μαχαιροπίρουνα και τα ποτήρια, ώστε να είναι σύμφωνα με το σαβουάρ βιβρ, μα το αποτέλεσμα ήταν εξίσου αποκαρδιωτικό.​

«Τρώγε!» ακούστηκε σαν πιστολιά η τραχιά φωνή του και τα μουστάκια του φτερούγισαν σαν τρομαγμένα σπουργίτια, ενώ η Κωνσταντούλα αναπήδησε τρομαγμένη και τον κοίταξε φανερά μπερδεμένη.

​«Φάε, παιδί μου», είπε με περισσή γλύκα να στάζει στο «μου» η κυρά Αγαθή, σκύβοντας πάνω από την κόρη της και πιάνοντάς τη προστατευτικά από τους ώμους. Ο κυρ Ασημάκης της έριξε ένα δηλητηριώδες βλέμμα. Δύο ‘βδομάδες τώρα έσπαγε το κεφάλι του τι θα έκαναν με τούτο το θηλυκό, που τόσο καιρό νόμιζε ότι το ’χε ξεφορτωθεί για πάντα. Ρούφηξε αέρα μέσα από τα δόντια, κολλώντας τη γλώσσα του πάνω τους, βγάζοντας έναν εκνευριστικό ήχο. Η Κωνσταντούλα σήκωσε το γεμάτο αηδία βλέμμα της και άνοιξε το στόμα της κάτι να πει, όταν η μητέρα της παρενέβη και φώναξε δυνατά:
​«Ασημάκη μου, δε θα το πιστέψεις! Η Αρετούλα μας! Πες, Αρετούλα!» προέτρεψε την κόρη της, που στεκόταν δίπλα της και τη βοηθούσε με το σερβίρισμα. Η κοπέλα γούρλωσε τα μάτια της και χλώμιασε, έκανε να μιλήσει, μα κανένας ήχος δε βγήκε, καθώς κοίταξε έντρομη τον Ανδρέα, τον παιδικό φίλο του μεγάλου της αδερφού, που εκείνη τη μέρα είχε έρθει να φάει μαζί τους.

​«Η Αρετούλα μας βρήκε ένα πολύ καλό παιδί, από μεγάλη οικογένεια, με λεφτά, και θέλει, λέει, το Σάββατο να έρθει να τη ζητήσει!» συνέχισε με μια ανάσα η κυρά Αγαθή, χτυπώντας χαρωπά παλαμάκια. Μια αμήχανη βουβαμάρα έπεσε ξαφνικά, την οποία έσπασε ο Στέλιος, που σηκώθηκε ν’ αγκαλιάσει την αδερφή του χαρούμενος.
​«Συγχαρητήρια, αδερφούλα μου…»

​Η Κωνσταντούλα κοίταζε τη σκηνή, έχοντας πάρει το δηλητηριώδες ύφος του πατέρα της. Η κυρά Αγαθή αγκάλιασε και φίλησε τα παιδιά της και έπειτα απευθύνθηκε στον άντρα της:
​«Είδες; Κανέναν δεν αφήνει ο Θεός, εισακούστηκαν οι προσευχές μου!»
​«Α, μπα, και πώς εισακούστηκαν δηλαδή;» την ειρωνεύτηκε ο Ασημάκης.
​«Μα έτσι όπως μου τα είπε η Αρετούλα μας, το παιδί είναι πλούσιο, από καλή οικογένεια και… Και δε θέλει προίκα! Ακούς! Δε θέλει!» αναφώνησε καταενθουσιασμένη. «Έτσι δε χρειάζεται ν’ ανησυχείς πια για το πώς θα προικίσουμε τα κορίτσια μας, τώρα που επέστρεψε η Κωνσταντούλα μας!»

​Ο κυρ Ασημάκης ανασήκωσε το φρύδι του και κοίταξε τη γυναίκα του με απορία. Έπειτα κοίταξε την κόρη του και τη ρώτησε κοφτά:
​«Λέει αλήθεια η μάνα σου;»

Η κοπέλα είχε ασπρίσει και το στόμα της τρεμούλιαζε, μην μπορώντας να σηκώσει το βλέμμα της από το πάτωμα.
​«Αλήθεια, αλήθεια!» αναφώνησε η κυρά Αγαθή μην μπορώντας να συγκρατήσει τη χαρά της.
​«Θα ’ρθει, δηλαδή, το Σάββατο να σε ζητήσει;» ξαναρώτησε με αυστηρό ύφος ο κυρ Ασημάκης, σμίγοντας τα πυκνά του φρύδια απειλητικά. Ένας ανεξιχνίαστος ήχος βγήκε από το στόμα της κοπέλας. «Καλώς, ας μας πει τι θέλει, λοιπόν, το Σάββατο…» αναφώνησε με πιο εύθυμο τόνο ο κυρ Ασημάκης και, κατεβάζοντας το βαρύ χέρι του πάνω στο τραπέζι, διέταξε, «Τρώτε τώρα, μπρος!».

​Μια αμήχανη σιωπή απλώθηκε στο τραπέζι, καθώς όλοι εστίασαν στα πιάτα τους. Μόνο που δεν μπορούσαν όλοι να φάνε. Ούτε η Αρετούλα ούτε ο Ανδρέας κατάφεραν να κατεβάσουν μπουκιά, ο καθένας για τους δικούς του λόγους.

​Η Αρετούλα κοιτούσε το πιάτο της χωρίς να το βλέπει. Τέλειωσε, δεν μπορούσε να κάνει πίσω πια. Όταν της είχε πρωτοκάνει την πρόταση ο Κυριάκος, την είχε απορρίψει ως αστείο. Έπειτα, όμως, ο κόσμος της γύρισε ανάποδα. Οι γονείς της, οι πιο έντιμοι και ηθικοί άνθρωποι του κόσμου, όπως πίστευε τόσα χρόνια, τους κορόιδευαν. Όλοι τους κορόιδευαν! Όλο το σόι γνώριζε και κανείς δεν είχε πει κουβέντα! Ο πατέρας της, ο άμεμπτος θεματοφύλακας της τιμής τους, είχε δώσει τη μεγάλη της αδερφή για υιοθεσία στην πλούσια αδερφή του, για να ξεφορτωθεί το βάρος του θηλυκού παιδιού και ταυτόχρονα να κερδίσει λεφτά. Κι όταν, όπως έλεγε, ο Θεός τον τιμώρησε στέλνοντάς του άλλη μία κόρη, δεν τόλμησε να την ξεφορτωθεί, όχι γιατί λυπήθηκε τη δόλια μάνα της ή στεναχωρήθηκε που εξαιτίας του είχε πέσει τόσα χρόνια σε κατάθλιψη, αλλά γιατί φοβήθηκε ότι ο Θεός θα του έστελνε καμιά χειρότερη συμφορά…

​Όταν, πριν δυο βδομάδες, άνοιξαν την πόρτα στον θείο της και την ξαδέρφη της, την Κωνσταντούλα, η Αρετή έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Ο θείος τους παρέδωσε την Κωνσταντούλα σαν να ήταν εμπόρευμα. «Πάρτε τη! Τώρα που πέθανε η αδερφή σου, Ασημάκη, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μεγαλώνω την κόρη σου. Το ξέρεις καλά ότι την αδερφή σου την αγαπούσα πολύ και δεν μπορούσα να της χαλάσω χατίρι. Και δεν πιστεύω να έχεις κανένα παράπονο από μένα. Εγώ την ανέθρεψα, την κράτησα ασφαλή, την έκανα ολόκληρη γυναίκα, πλήρωσα δασκάλους, σχολεία… Άλλο που το μυαλό της είναι μόνο στα λούσα, και αυτά ακόμη τα πλήρωσα και είναι δικά της, και ρούχα και κοσμήματα και όλα τα προικιά, σεντόνια, πετσέτες… που της είχε ετοιμάσει η αδερφή σου! Τώρα όμως η αδερφή σου πέθανε κι εγώ πρέπει να ζήσω τη ζωή μου και να μεγαλώσω τα δικά μου παιδιά. Παντρεύομαι… Λοιπόν, αυτά!», είπε κοφτά και, χωρίς να προλάβει κανείς να βγάλει μιλιά, άνοιξε την πόρτα και έφυγε, αφήνοντας πίσω του την Κωνσταντούλα.

​Το πώς γλίτωσε το εγκεφαλικό εκείνη τη μέρα ο πατέρας της, ακόμη απορούσε. Το πρόβλημα είναι ότι πολύ γρήγορα άρχισε να μοιράζει εγκεφαλικά στους άλλους.

Ξαφνικά ο Στέλιος έπρεπε να ματαιώσει τον γάμο του επ’ αόριστον, ώστε να φροντίσει να μαζέψει λεφτά για να προικίσουν την Κωνσταντούλα. Μα το περισσότερο βάρος «των αλλαγών που έπρεπε να γίνουν λόγω των νέων δεδομένων», όπως έλεγε κάθε φορά που ήθελε να τους ανακοινώσει κάτι, έπεφτε στην Αρετούλα. Ξαφνικά η Αρετούλα έπρεπε να παρατήσει το πανεπιστήμιο, για το οποίο κακώς είχε συμφωνήσει εξαρχής, και να αρχίσει να δουλεύει.

Το χειρότερο όμως της το είπε προχθές, σε μία από αυτές τις συζητήσεις όπου μόνο αυτός μίλαγε και οι άλλοι απλώς έπρεπε να υπακούσουν. Θα καλούσε σύντομα, λέει, τον κυρ Αριστείδη, έναν πελάτη του που πλησίαζε τα εξήντα και που έψαχνε γυναίκα, για να κάνει το προξενιό. Ο πατέρας της ήταν ξεκάθαρος, αν δεν την ήθελε ο κυρ Αριστείδης, αυτός δε θα συνέχιζε να τρέφει άλλον έναν κηφήνα που του ρουφούσε το αίμα και θα έπρεπε να βρει ένα μοναστήρι να πάει να κλειστεί! Εκεί ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Η Αρετούλα έπρεπε να κερδίσει χρόνο. Να κερδίσει χρόνο να του αλλάξει γνώμη ή έστω να μπορέσει να τελειώσει το πανεπιστήμιο, ώστε να διοριστεί και να εξαφανιστεί. Δεν μπορούσε να ελπίζει πια ότι ο Ανδρέας την αγαπούσε και κάποια στιγμή θα τη ζήταγε. Έπρεπε να βρει μία λύση, και άμεσα, και ξαφνικά η λύση του Κυριάκου φάνταζε ιδανική…

​Ο Στέλιος έτρωγε με όρεξη. Τα νέα της Αρετούλας ήταν υπέροχα! Αν όντως ισχύουν όσα είπε η μητέρα τους, τότε σώθηκε! Τώρα πια ο πατέρας του δε θα είχε θέμα να παντρευτεί την Κική. Σιγά μη χάλαγε αυτός τη ζωή του για να ετοιμάσει, λέει, προίκα για αυτό το ξιπασμένο και κακομαθημένο πλάσμα, την Κωνσταντούλα. Ποτέ δεν την πήγαινε την ξαδέρφη του, την αδερφή του, διόρθωσε τον εαυτό του. Ούτε την ψηλομύτα τη θεία του, την αδερφή του πατέρα του, κι ας τους έκανε ακριβά δώρα κάθε φορά που πήγαιναν στη Λαμία ή ερχόταν αυτή στην Αθήνα. Τους κοιτούσε πάντα αφ’ υψηλού και έκανε έξαλλο τον πατέρα τους, υπενθυμίζοντάς του συνέχεια ότι χάρη σ’ αυτήν είχαν σπίτι να ζουν και ότι, στην ουσία, ήταν δικό της. Τότε δεν καταλάβαινε τι εννοούσε, αλλά όταν έμαθαν την αλήθεια, συνειδητοποίησε ότι με τα λεφτά που τους είχε δώσει για να αγοράσουν την Κωνσταντούλα, είχαν πάρει το σπίτι. Και τώρα η Κωνσταντούλα έκανε ό,τι και η μάνα της, θεία της. Απαιτούσε να της δώσουν το σπίτι τους ως προίκα, αφού χάρη σ’ αυτήν το είχαν αποκτήσει, χωρίς να την ενδιαφέρει καθόλου τι θα γίνει με την Αρετούλα. Ναι, ο Στέλιος ήταν χαρούμενος για την αδερφή του, την Αρετούλα. Ήταν χαρούμενος που θα παντρευόταν έναν καλό, πλούσιο άντρα και θα ήταν ευτυχισμένη, γιατί της άξιζε. Πάντα νοιαζόταν για όλους τους, πάντα ήταν ευγενική, καλή, πονόψυχη. Και για αυτήν, ναι, για αυτήν και μόνο θα δεχόταν να αναβάλλει τον γάμο του, όπως τόλμησε να πει και στον πατέρα του.

​Η Κωνσταντούλα κοίταξε για λίγο την αδερφή της και έπειτα ξαναγύρισε στο πιάτο της. Μπορεί τα πιατικά και τα μαχαιροπίρουνα να ήταν άθλια, αλλά τουλάχιστον η θεία Αγαθή μαγείρευε καλύτερα και από την Πολυξένη. Η θεία Αγαθή και η Αρετούλα ήταν οι μόνες που την αγκάλιασαν μετά τη δυστυχία που τη βρήκε. Και η αλήθεια είναι ότι πάντα ένιωθε να τις συμπαθεί λίγο, αφού πάντα τη φρόντιζαν… Βέβαια, τώρα ξέρει ότι η θεία Αγαθή είναι η μάνα της, γι’ αυτό κάθε φορά που βρισκόταν της έπαιρνε πολλά δώρα, κάτι κακόγουστα, φτηνιάρικα, και την κανάκευε και ήθελε να της φτιάχνει τα μαλλιά και να την αγκαλιάζει σφιχτά σφιχτά και να τη φιλάει με ρουφηχτά, σαλιωμένα φιλιά… Μπλιαχ…

Ανέστρεψε το βλέμμα της κι έριξε μία ματιά στο χλωμό πρόσωπο της αδερφής της. Πού να τον βρήκε άραγε τον πλούσιο γαμπρό; Να είναι αλήθεια; Αν είναι αλήθεια, τη βολεύει. Ο πλούσιος γαμπρός θα έχει και πλούσιους φίλους. Η μάνα της πάντα έλεγε ότι οι σωστές συναναστροφές σου δίνουν καλύτερες ευκαιρίες. Χάρη στην αδερφή της θα μπορούσε να ξαναμπεί στους σωστούς κύκλους και τότε, με τους τρόπους της και την ομορφιά της, θα μπορούσε να βρει κάτι καλύτερο από αυτόν τον ανόητο, τον Ανδρέα, που τους κουβαλούσε κάθε τρεις και λίγο ο αδερφός της. Χαμογέλασε ευχαριστημένη με τον εαυτό της και ξεκίνησε να απαριθμεί τα φορέματά της για να δει τι θα διαλέξει για το Σάββατο που θα γνωρίσουν τον γαμπρό, κάτι λιτό και εντυπωσιακό συνάμα. Δύσκολη δουλειά.

​Ο Ανδρέας είχε στηλώσει το βλέμμα του στην Αρετούλα. Από την ώρα που τους είπε τα νέα η μητέρα της, ένιωθε να έχει παγώσει. Η Αρετούλα παντρευόταν. Την έχανε. Πόσο ανόητος, πόσο βλάκας ήταν, Θεέ μου, που ποτέ τόσα χρόνια δεν κατάφερε να βρει το θάρρος να της πει τι νιώθει. Πόσο βλάκας που ήλπιζε ότι εκείνη ένιωθε το ίδιο γι’ αυτόν. Γιατί να περιμένει μέχρι να πάρει το συνεργείο στο όνομά του; Ήθελε να μπορεί να της πει, «κοίτα, εσύ μπορεί να είσαι του Πανεπιστημίου, αλλά εγώ έχω δική μου δουλειά και δε χρειάζεται να δουλέψεις ξανά. Βασίλισσα θα σε έχω. Ό,τι θες… Ό,τι θες θα στο παρέχω εγώ. Θα δουλεύω μέρα νύχτα και η μόνη μου έγνοια θα είναι να γελάς. Να γελάς με αυτό το ανοιχτόκαρδο γέλιο σου που κάνει την καρδιά μου να βροντοχτυπά…».

Έπιασε το στήθος του και το ζούληξε. Και τώρα βροντοχτυπούσε φρενιασμένα η καρδιά του, μόνο που τώρα βροντοχτυπούσε γιατί την έχανε.
​«Κύριε Ασημάκη μου, πατέρα…» έκανε μελιστάλακτα ο Κυριάκος. «Μπορώ να σας λέω πατέρα, έτσι δεν είναι;» ρώτησε χωρίς να περιμένει απάντηση. «Όπως σας είπα, την Αρετή την αγαπάω και θα παντρευτούμε, μόνο που θα πρέπει να περιμένουμε κάνα χρόνο, να τελειώσει τις σπουδές της…»

​«Να τελειώσει;» έγρουξε ο κυρ Ασημάκης και ξερόβηξε, γιατί ακούστηκε πολύ απότομος.

​«Να τελειώσει, κυρ Ασημάκη μου. Να έχει ένα πτυχίο στα χέρια της. Να μπορεί να στηριχθεί πάνω της ο Κυριάκος, μόλις αποσυρθώ εγώ. Και η αλήθεια είναι πως η κόρη σου είναι πολύ έξυπνη και, από το λίγο που την ξέρω, μιας και δούλεψε για εμένα το καλοκαίρι, μπορώ να σου πω ότι της έχω και περισσότερη εμπιστοσύνη από τον γιο μου!» είπε ο πατέρας του Κυριάκου και χαμογέλασε.

​Η μητέρα του Κυριάκου του έριξε ένα επιτιμητικό βλέμμα και πήρε τον λόγο.
​«Καταλαβαίνετε ότι εμείς έναν μοναχογιό έχουμε, τον οποίο λατρεύουμε και αγαπάμε, και γι’ αυτό το παιδί κάνουμε τα πάντα, ακόμη και να δεχτούμε έναν γάμο με μια κοπέλα που δεν είναι της τάξης μας. Ο γιος μας ήταν κάθετος ότι προίκα δε θέλει, όμως καταλαβαίνετε ότι ο κύκλος μας… Κάπως πρέπει να την παρουσιάσουμε. Ένα πτυχίο είναι σημαντικό. Πολύ σημαντικό!» είπε με φωνή που δε σήκωνε αντιρρήσεις.

​«Ναι… καταλαβαίνω», έκανε ο κυρ Ασημάκης κακόκεφα.

​«Θα την τελειώσει τη σχολή, η Αρετούλα μου! Είναι άριστη! Πάντα ήταν η καλύτερη μαθήτρια και πολύ καλή νοικοκυρά!» παρενέβη η κυρά Αγαθή κι έκανε νόημα στον άντρα της να συμφωνήσει.

​Ένα εκνευρισμένο ρουθούνισμα ξέφυγε από τη μεριά της Κωνσταντούλας, που έμπαινε εκείνη την ώρα μ’ έναν δίσκο, το οποίο προσπάθησε να μαζέψει μιλώντας στα γαλλικά στη μητέρα του Κυριάκου και προσφέροντάς της γλυκό.
​«Ευχαριστώ πολύ», της απάντησε εκείνη, επίσης στα γαλλικά, και την επαίνεσε για την άψογη προφορά της. Έπειτα γύρισε προς τον κύριο Ασημάκη.
​«Η αλήθεια είναι πως είχα αρκετές αντιρρήσεις γι’ αυτόν τον γάμο, αλλά βλέποντας την ανατροφή που έχεις δώσει στις κόρες σου, συμπέθερε, νομίζω ότι ο γιος μου έκανε καλή επιλογή».
​«Ευχαριστώ, μητέρα…» της είπε χαμογελώντας ο Κυριάκος και κοίταξε την Αρετούλα, που τόση ώρα καθόταν σαν μαρμαρωμένη, χωρίς να σηκώνει το βλέμμα της από το πάτωμα.

​Η Κωνσταντούλα τον κοίταξε, χαμογελώντας ναζιάρικα, όπως είχε μάθει, καθώς του πρόσφερε το γλυκό. Από την ώρα που τον είδε, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Είχε μια θηλυκή, σχεδόν, ομορφιά, με όμορφα μελιά, αμυγδαλωτά μάτια, ζουμερά χείλη, μια καλογραμμένη μύτη και ένα τετράγωνο σαγόνι. Και το βασικότερο, ήταν πλούσιος! Το τέλειο πακέτο! «Πρέπει να τον αποκτήσω», σκεφτόταν.

​«Καλημέρα, τι κάνετε;»

​«Ω, καλώς την Αρετούλα! Πώς και από εδώ, κοπέλα μου;» την χαιρέτησε χαρωπά ο πατέρας του Ανδρέα και ο Στέλιος, της κούνησε το χέρι του σηκώνοντας το κεφάλι του μέσα από ένα ανοιχτό καπό, όταν ένα «γκντουπ» ακούστηκε και μία πνιγμένη κραυγή.
​Οι τρεις τους κοίταξαν κατά τον Ανδρέα.

​«Τι έπαθες πάλι, μωρέ Ανδρέα!» αναφώνησε επικριτικά ο πατέρας του και έτρεξε προς το μέρος όπου βρισκόταν ο γιος του. «Τι έχεις πάθει, παιδί μου, και συνέχεια χτυπάς τελευταία!»

​«Άσε με, πατέρα, καλά είμαι», έκανε εκείνος απότομα με πρόσωπο σφιγμένο από τον πόνο.

​«Καλάθια! Αίμα τρέχει από το κεφάλι σου!» έκανε ανήσυχος εκείνος και έγειρε από πάνω του.

​«Για να δω», είπε μαλακά η Αρετούλα και έγειρε και αυτή από πάνω του.

​«Ωχ, αφήστε με και οι δυο σας!» αντέδρασε εκείνος.

​«Κάτσε κάτω και μην κουνιέσαι!» πρόσταξε η Αρετή με ύφος που δε σήκωνε αντιρρήσεις και τον γράπωσε από τους ώμους. Έβγαλε το μαντίλι από την τσάντα της και το έβαλε στο κεφάλι του. Εν τω μεταξύ, ο Στέλιος έφερε βάμμα και γάζες.

​«Το αίμα δε σταματά και είναι βαθύ! Πρέπει να τον πάμε για ράμματα», είπε μετά από λίγο η Αρετή με φωνή γεμάτη ανησυχία.

​«Δεν είναι τίποτα! Ουφ, αφήστε με ήσυχο, σας λέω τόση ώρα πως…»

​«Να τον πάμε, κυρ Δημήτρη, στο φαρμακείο, έστω, που είναι εδώ κοντά, να τον δει ο φαρμακοποιός… Φοβάμαι!» είπε η κοπέλα και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.

​Ο γέρος κούνησε το κεφάλι του, ετοιμάστηκε στα γρήγορα και άρπαξαν τον Ανδρέα, ο πατέρας του από τη μία και η Αρετή από την άλλη, παρά τις διαμαρτυρίες του, και βγήκαν από το συνεργείο.

​«Είχες δεν είχες, κόντεψες να το σπάσεις το κεφάλι σου!» αποπήρε τον Ανδρέα ο πατέρας του, καθώς έβγαιναν από το νοσοκομείο. «Άντε, καθίστε εσείς εδώ, να πάω να βρω ένα ταξί…» τους είπε με ύφος που δε σήκωνε αντιρρήσεις.

​«Πατέρα!», έκανε να διαμαρτυρηθεί ο Ανδρέας, μα εκείνος είχε κιόλας απομακρυνθεί.

​«Μπορείς να μ’ αφήσεις τώρα…» έκανε νευρικά ο Ανδρέας μόλις έμειναν μόνοι και προσπάθησε να τραβήξει το μπράτσο του, μα η Αρετή το κρατούσε σφιχτά.

​«Ο γιατρός είπε να σε κρατάμε, στην περίπτωση που ζαλιστείς. Γιατί δεν προσέχεις κι όλο χτυπάς;» τον ρώτησε με έγνοια.

​«Σε συνεργείο δουλεύω, ατυχήματα συμβαίνουν…» έκανε στιφά εκείνος και, ανυπόμονος, κοίταξε γύρω του να δει πού είναι ο πατέρας του, όταν στο απέναντι πάρκο είδε κάτι που του έκοψε την ανάσα. Ο Κυριάκος δεν είναι αυτός; Και μαζί του η Κωνσταντούλα. Τι δουλειά έχουν μαζί; Ξάφνου ένιωσε τα πόδια του να λυγίζουν. Η Κωνσταντούλα είχε σηκωθεί στις μύτες, αγκάλιασε τον Κυριάκο και τον φίλησε στο στόμα.​

«Τι έπαθες;» άκουσε τη φωνή της Αρετής δίπλα του, ανήσυχη, κι έκανε να ανασηκώσει το βλέμμα της για να ψάξει για τον πατέρα του. Ξάφνου ο Ανδρέας την άρπαξε και την έκλεισε στην αγκαλιά του, ώστε να έχει γυρισμένη την πλάτη προς τους προδότες, μην τους δει και πληγωθεί. Μα, νιώθοντάς την τόσο κοντά του, το ελαφρύ, λουλουδένιο άρωμα των μαλλιών της, το ζεστό κορμί της, η καρδιά του πήρε να βροντοχτυπά πάλι μέσα στο στήθος του και το πρόσωπό του βάφτηκε κατακόκκινο.

​«Δεν είσαι καλά;» ακούστηκε φανερά ταραγμένη η Αρετή. «Πάμε πίσω να σε εξετάσουν ξανά! Τι έχεις; Τι νιώθεις;» έκανε τρομοκρατημένη κοιτάζοντας το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό του, ενώ ακούμπησε το χέρι της στο μάγουλό του.

​Ο Ανδρέας τινάχτηκε πίσω σαν να τον είχε χτυπήσει ρεύμα.
​«Τι νιώθω;» της είπε με σκληρή φωνή. «Με ρωτάς εσύ, τι νιώθω;» ανέβασε τον τόνο της φωνής του, φανερά οργισμένος.

​Η κοπέλα τον κοίταξε έκπληκτη και έκανε να τον ξαναπιάσει, όταν εκείνος τινάχτηκε απότομα πίσω.
​«Τι έπαθες, μου λες;» τον ρώτησε σαστισμένη.

​Μα εκείνος, χωρίς να της δώσει απάντηση, την προσπέρασε και εξαφανίστηκε μέσα στο πλήθος.

​«Ανδρέα, πώς κι από δω;» τον ρώτησε ο Κυριάκος μόλις τον είδε να μπαίνει στο δικηγορικό γραφείο του πατέρα του.

​«Μπορείς να βγεις για λίγο έξω; Θέλω να σου μιλήσω», είπε εκείνος παγερά.

​«Ναι, ίσως για λίγο… Μα…»

​«Σε περιμένω έξω. Έλα!» τον πρόσταξε σχεδόν και βγήκε.

​Ο Ανδρέας προχώρησε στον στενό διάδρομο και άναψε τσιγάρο. Έπρεπε να συγκρατήσει οπωσδήποτε τα νεύρα του, αλλά του ήταν τόσο δύσκολο, όταν το μόνο που σκεφτόταν ήταν ότι ήθελε να τυλίξει τα δουλεμένα χέρια του γύρω από τον λεπτοκαμωμένο λαιμό αυτού του τζιτζιφιόγκου και να τα σφίξει ώσπου να μελανιάσει.

​Ήθελε να ήξερε τι του βρήκε η Αρετούλα αυτού του φιδιού. Να φιλιέται έτσι ξεδιάντροπα με την αδερφή της στο πάρκο και μια βδομάδα μετά, στη γιορτή του κυρ Ασημάκη, να είναι όλο περιποιήσεις στην Αρετή και να της λένε όλοι πόσο τυχερή είναι που την αγαπάει τόσο ένας τέτοιος άντρας! «Τσ!» του ξέφυγε ο ήχος. Πώς δεν του όρμησε να τον κάνει τόπι εκείνη τη μέρα; Πώς συγκρατήθηκε; Αναρωτήθηκε για χιλιοστή φορά. Ίσως γιατί έβλεπε τα κατεβασμένα μούτρα, τα γεμάτα ζήλια, της Κωνσταντούλας και είχε μία ελπίδα ότι όντως δεν την κορόιδευε. Τέλος πάντων, αυτό έπρεπε να το ξεκαθαρίσει, άμεσα!

​Ο ήχος της πόρτας που κλείνει τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Ο Κυριάκος τον πλησίασε και ο Ανδρέας του έριξε ένα πλάγιο βλέμμα και τον ρώτησε μέσα από τα δόντια του:
​«Μπορείς να μου εξηγήσεις τι στο διάολο κάνεις;»
​Ο Κυριάκος κύρτωσε τα χείλη του με απορία.
«Τι εννοείς;»

​Με μια απότομη κίνηση ο Ανδρέας τινάχτηκε κι έπιασε τον Κυριάκο από τα πέτα. Μια πνιχτή γυναικεία κραυγή τρόμου ακούστηκε, ξαφνιάζοντάς τον. Κοίταξε τον Κυριάκο, που είχε ζαρώσει από τον τρόμο, για να σιγουρευτεί ότι από αυτόν βγήκε η κραυγή. Μίκρυνε τα μάτια του με καχυποψία και τον κόλλησε στον τοίχο.
​«Μπορείς να μου πεις τι στο διάολο κάνεις;» επανέλαβε αργά, με συριχτή φωνή.
​Ο Κυριάκος είχε ένα περίεργο βλέμμα, κάτι ανάμεσα σε έξαψη και φόβο.
​«Σε είδα με την Κωνσταντούλα στο πάρκο… Θα στο πω μία και μοναδική φορά.. Μην τολμήσεις και πληγώσεις την Αρετή, γιατί δε θα βρει ο παπάς να θάψει… Κατάλαβες;»
​«Τι συμβαίνει εδώ;» ακούστηκε παραξενεμένη η Αρετή, που εμφανίστηκε εκείνη τη στιγμή στο κεφαλόσκαλο.

​Ο Ανδρέας ανέστρεψε το βλέμμα και δάγκωσε τα χείλη του, ενώ η λαβή του χαλάρωσε.
​«Τίποτα, τίποτα δε συμβαίνει!» έκανε καθησυχαστικά ο Κυριάκος, καθώς ελευθερώθηκε και τράβηξε το σακάκι του να ισιώσει. Έπειτα πέρασε αγκαζέ το χέρι του στου Ανδρέα, που τον κοίταξε ξαφνιασμένος, και σχεδόν τον έσυρε ως εκεί που στεκόταν η Αρετή, ρίχνοντας πλάγιες ματιές κατά την πόρτα του γραφείου του πατέρα του.

​«Πρέπει να μιλήσουμε», της ψιθύρισε πλησιάζοντας. «Αλλά όχι εδώ. Πάμε στο παρκάκι απέναντι, τώρα!»

​Εκείνη του έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα κι έπειτα κοίταξε τον Ανδρέα, που απέφυγε το βλέμμα της και τους ακολούθησε καθώς κατέβαιναν κουτρουβαλώντας τη σκάλα.
​«Άσε με!», έγρουξε κάποια στιγμή ο Ανδρέας και τίναξε το χέρι του να ελευθερωθεί.
​«Σσσσ, θα τα πούμε όλα απέναντι, πάμε», τον πρόσταξε συνωμοτικά ο Κυριάκος.

​Ο Κυριάκος και η Αρετή κατευθύνθηκαν προς μια γωνιά του πάρκου, μ’ ένα ψηλό δέντρο με χοντρό κορμό τριγυρισμένο από πυκνούς πυράκανθους γεμάτους πορτοκαλί καρπούς. Ο Ανδρέας ένιωσε ένα τσίμπημα ζήλιας στη σκέψη ότι το συγκεκριμένο σημείο φαινόταν απόμερο και κατάλληλο μέρος για ξεμονάχιασμα, καθώς και ότι ο Κυριάκος και η Αρετή φαινόταν να το γνωρίζουν καλά.

​Οι τρεις τους στριμώχτηκαν πίσω από τον χοντρό κορμό.
​«Τώρα θα μου πείτε τι συμβαίνει;» ρώτησε η Αρετή ανήσυχη.
​«Κάποιος είναι τρελά ερωτευμένος μαζί σου! Αυτό συμβαίνει!» αναφώνησε με νάζι ο Κυριάκος και την αγκάλιασε σφιχτά.
​«Τι κάνεις ρε; Πάρ’ τα βρωμόχερά σου από πάνω της!» δεν κρατήθηκε ο Ανδρέας και τον άρπαξε από τον γιακά, έτοιμος να τον χτυπήσει. Μα το πλατύ χαμόγελο του Κυριάκου τον ξάφνιασε τόσο, που η μπουνιά του έμεινε μετέωρη.
​«Σταματήστε!» πρόσταξε χαμηλόφωνα η Αρετή, κοιτώντας γύρω της μήπως έρχεται κανείς «Τι σας έχει πιάσει; Θα μου εξηγήσει κάποιος τι συμβαίνει;» ρώτησε τον Κυριάκο φανερά ταραγμένη.

​«Ηρέμησε…», είπε ο Κυριάκος και πρόσθεσε σε πιο σοβαρό ύφος, αλλάζοντας τον τόνο της φωνής του: «Ο δικός σου ήρθε να με φοβερίσει να μην τολμήσω και σε πληγώσω! Με είδε με το τσουλάκι, την αδερφή σου, να φιλιόμαστε».

​Ένα υποτιμητικό «τσ» ακούστηκε από τον Ανδρέα, που είχε σφίξει τα χείλη του και τα ρουθούνια του τρεμόπαιζαν από την οργή. «Τελικά δεν το γλιτώνεις το ξύλο!» αναφώνησε ξαφνικά και ξανασήκωσε το χέρι του.
​Μα η Αρετή όρμηξε και μπήκε στη μέση.

​«Σσσσ! Θα τα καταστρέψεις όλα! Μπορείς να μου πεις τι έχεις πάθει;» τον ρώτησε συγκρατώντας τον τόνο της φωνής της, μα φανερά εκνευρισμένη.

​«Εγώ;» ξαφνιάστηκε ο Ανδρέας και κοίταζε μια αυτήν, μια τον Κυριάκο, που χαμογελούσε σαρδόνια.

​«Καλέ, τι ρωτάς; Σ’ αγαπάει! Είναι τρελός για σένα! Να, πες της ότι την αγαπάς, πες της!» τον προέτρεψε ο Κυριάκος.

​Ο Ανδρέας κατέβασε το βλέμμα του και το πρόσωπό του βάφτηκε κόκκινο, ενώ η καρδιά του πήρε να χτυπά πάλι φρενιασμένα.
​«Ορίστε, είναι ολοφάνερο! Σ’ αγαπάει!» αναφώνησε ο Κυριάκος και χτύπησε τα χέρια του παλαμάκια.
​Οι δυο τους τον κοίταξαν αμίλητοι.
​«Μπορείς να μου πεις τι κάνεις με αυτόν τον γελοίο τύπο;» τη ρώτησε ο Ανδρέας σοβαρά.

​Εκείνη στράβωσε το στόμα της. «Στο κάτω-κάτω δεν τον χρειάζεσαι… Δηλαδή θέλω να πω ότι αν πρέπει σώνει και καλά να παντρευτείς… Δηλαδή… να… δεν χρειάζεσαι αυτόν… Είμαι κι εγώ εδώ… και δηλαδή…» τραύλισε ο Ανδρέας αμήχανος.

​Ο Κυριάκος κούνησε το κεφάλι του απογοητευμένος.
«Τι ανόητος! Μίλα της καθαρά, αγόρι μου! “Σ’ αγαπώ και θέλω να σε παντρευτώ!”»
​«Ναι… αυτό…» πρόσθεσε ασυναίσθητα ο Ανδρέας.

​Η Αρετή, που τόση ώρα τον κοιτούσε που έψαχνε τα λόγια του, τον προσπέρασε και έφυγε σαν κυνηγημένη. Τι μπορούσε να του πει; Τα είχε κάνει κουλουβάχατα, σκεφτόταν, προσπαθώντας να πνίξει τα δάκρυά της να μην ξεχυθούν.

​«Αρετή!» άκουσε τον Ανδρέα να τη φωνάζει πίσω της, φανερά τρομοκρατημένος με την αντίδρασή της.

​«Άσ’ τη. Χρειάζεται λίγο χρόνο, την ξέρεις δα. Ντρέπεται και για όλο αυτό το μπλέξιμο…» του είπε μαλακά ο Κυριάκος και τον έπιασε από τον ώμο. «Άλλωστε, εμείς οι δύο έχουμε να πούμε και μερικές αντρίκιες κουβέντες», είπε, στάζοντας ειρωνεία. ​Ο Ανδρέας τον κοίταξε ξαφνιασμένος.

Ο Κυριάκος έβγαλε με νωχελικές κινήσεις ένα πακέτο τσιγάρα και του πρόσφερε, εκείνος όμως αρνήθηκε κοιτώντας τον καχύποπτα.
​«Νομίζω πια ότι έχεις καταλάβει για μένα…» του είπε ο Κυριάκος σιγανά αποφεύγοντας το βλέμμα του «Λοιπόν, μη στα πολυλογώ… Αυτός ο αρραβώνας ήταν η σανίδα σωτηρίας μας! Τόσο της Αρετής, όσο και δική μου…»
Ο Ανδρέας σάστισε «Τι εννοείς;»
Ο Κυριάκος φύσηξε τον καπνό προς το μέρος του Ανδρέα και πρόσθεσε πιο δυνατά «Κυρίως δική μου!».
«Κοίτα δεν έχω χρόνο για δικηγορίστικες ασυναρτησίες!» γρύλισε ο Ανδρέας κι έκανε να φύγει.

Ο Κυριάκος φάνηκε να τον αγνοεί και συνέχισε «Δική μου, γιατί ο πατέρας μου δεν ήταν ποτέ καλός στο να αποδέχεται ό,τι ξεφεύγει από το “φυσιολογικό”. Κι εγώ… ξεφεύγω…» είπε κοιτώντας την κάφτρα από το τσιγάρο του. «Αν δεν του έδινα αυτό που ήθελε να δει, δε θα μου άφηνε τίποτα… Οπότε χρειαζόταν μια σχέση με κοπέλα, όχι από έρωτα, αλλά από ανάγκη, κατάλαβες;»
«Και η Αρετή που κολλάει σε όλο αυτό;» τον ρώτησε ο Ανδρέας που έβλεπε πια την αγωνία πίσω από το ειρωνικό χαμόγελο.
«Η Αρετή χρειαζόταν απλώς μια… διαφυγή».
«Διαφυγή; Από τι;» ρώτησε ο Ανδρέας, νιώθοντας έναν κόμπο στο στομάχι.
«Από τον πατέρα της». Ο Κυριάκος πέταξε το μισοτελειωμένο τσιγάρο και το πάτησε με μανία. «Της έβαλε το μαχαίρι στο λαιμό. Δε σου είπε τίποτα ο Στέλιος; Της είπε να παρατήσει τη σχολή και να παντρευτεί τον κυρ Αριστείδη ή να κλειστεί σε μοναστήρι».
​«Ποιον;» τον έκοψε ο Ανδρέας. «Ποιον Αριστείδη; Το ραμολί;»
​Το θετικό κούνημα του κεφαλιού του Κυριάκου τον έκανε να γουρλώσει τα μάτια από τρόμο.

«Αυτόν», επιβεβαίωσε ο Κυριάκος. «Καταλαβαίνεις τώρα; Η κοπέλα με όλη αυτήν την πίεση πνιγόταν. Δέχτηκε να παίξουμε αυτό το θέατρο για να κερδίσει χρόνο. Να πάρει το πτυχίο της και να φύγει. Εγώ θα πάρω το γραφείο, εκείνη την ελευθερία της…».

​Ο Ανδρέας ένιωσε να ζαλίζεται ​«Δεν είναι δυνατόν!» ψέλλισε.

Ο Κυριάκος πλησίασε τον Ανδρέα και τον σκούντησε στον ώμο, αυτή τη φορά φιλικά, σχεδόν αδερφικά. «Εμείς κάναμε μια συμφωνία ανάγκης για να επιβιώσουμε, Ανδρέα. Εσύ όμως;», τον κοίταξε ίσια στα μάτια. «Εσύ που την αγαπάς αληθινά… πού διάολο ήσουν τόσο καιρό;». ​«Εγώ… εγώ…» τραύλισε ο Ανδρέας και ξάφνου κάθισε καταγής. Τι περίμενε τόσο καιρό;

​Και ο καιρός πέρασε προτού το καταλάβουν. Άνοιξε ο κουμπαράς της ζωής τους και ξεχύθηκαν αλήθειες και ψέματα, σαν νομίσματα αληθινά και κίβδηλα, και η ζωή στο σπίτι του κυρ Ασημάκη ήρθε ακόμη μία φορά τα πάνω κάτω. Για κάποιους για καλό, όπως για την Αρετή και τον Ανδρέα, και για κάποιους όχι και τόσο, όπως την Κωνσταντούλα και τον σύζυγό της κυρ Αριστείδη.

Αναστασία Χ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading