Τίποτα δεν έκλεισε εκείνο το βράδυ. Το ήξερε από τον τρόπο που σηκώθηκε το επόμενο πρωί χωρίς βάρος, αλλά και χωρίς ανακούφιση.
Το μήνυμα του Μάξιμου έμεινε στο κινητό της όλη τη μέρα.
Δεν απάντησε.
Το επόμενο ήρθε αργά το βράδυ, σαν διευκρίνιση που δεν ζητήθηκε.
‘Βαρκελώνη. Για λίγο’.
Δεν υπήρχε πρόσκληση μέσα στις λέξεις. Ούτε υπόσχεση. Μόνο ένας τόπος και χρόνος αρκετός για να αποφασίσει αν θα μείνει εκεί που ήταν.
Τις επόμενες μέρες, δεν συνέβη τίποτα που να φαίνεται σημαντικό. Ο Βλαδίμηρος κινήθηκε όπως πάντα μέσα στο σπίτι, με εκείνη τη βεβαιότητα των ανθρώπων που δεν περιμένουν αλλαγές. Εκείνη τον ακολούθησε χωρίς να προσποιείται τίποτα. Δεν του είπε ψέματα. Απλώς δεν του είπε όλη την αλήθεια.
Ένα απόγευμα, άνοιξε τον υπολογιστή χωρίς να έχει αποφασίσει ακόμα. Δεν έψαχνε τον Μάξιμο. Έψαχνε ημερομηνίες. Πόλεις. Διαδρομές. Στάθηκε στη Βαρκελώνη περισσότερο απ’ ό,τι χρειαζόταν για να είναι σύμπτωση.
Έκλεισε το εισιτήριο χωρίς δεύτερη σκέψη. Όχι βιαστικά αλλά καθαρά. Όταν έκλεισε την οθόνη, κατάλαβε ότι δεν είχε φύγει ακόμα, αλλά δεν βρισκόταν πια εκεί.
Την ημέρα που έφυγε, πήρε μόνο τα απαραίτητα. Δεν ένιωσε την ανάγκη να δικαιολογήσει την απουσία της. Στο αεροδρόμιο, κοίταξε για λίγο τον πίνακα αναχωρήσεων. Το όνομά της δεν είχε καμία σημασία ανάμεσα στα υπόλοιπα. Και αυτό, αντί να τη μικρύνει, την έκανε να σταθεί πιο ίσια.
Η Βαρκελώνη δεν την περίμενε.
Τη βρήκε όπως ήταν: ζεστή, γεμάτη κίνηση, χωρίς παύσεις. Ο αέρας κόλλησε στο δέρμα της σχεδόν αμέσως. Δεν προσπάθησε να προσαρμοστεί. Περπάτησε μέσα στην πόλη σαν να μην είχε έρθει για να συναντήσει κάποιον, αλλά για να δοκιμάσει αν μπορούσε να κρατήσει τον εαυτό της ακέραιο σε έναν ρυθμό που δεν της χάριζε χώρο.
Κάπου ανάμεσα στον ήχο της θάλασσας και τις φωνές των δρόμων, κατάλαβε τι πραγματικά την είχε φέρει εκεί: όχι η απουσία του Μάξιμου, αλλά η παρουσία της ίδιας, χωρίς προστασία.
Περπάτησε αρκετή ώρα χωρίς να κοιτάζει το ρολόι. Η πόλη συνέχιζε να κινείται γύρω της με έναν ρυθμό που δεν περίμενε συγχρονισμό. Σώματα περνούσαν κοντά, πολύ κοντά, χωρίς συγγνώμη και χωρίς πρόθεση. Ένα χέρι ακούμπησε στιγμιαία τον αγκώνα της, ένας ώμος γλίστρησε πίσω της. Δεν σταμάτησε. Δεν επιτάχυνε. Άφησε το σώμα της να κρατήσει τον δικό του χώρο.
Στους στενούς δρόμους του El Born, ο αέρας ήταν βαρύς και ζεστός. Το φόρεμα κόλλησε ελαφρά στη μέση της από την υγρασία. Το πρόσεξε και δεν το διόρθωσε. Δεν υπήρχε κανείς να εντυπωσιάσει και τίποτα να κρύψει. Το βήμα της ήταν σταθερό, όχι σίγουρο αλλά παρόν.
Κάθισε σε ένα μικρό τραπέζι έξω, σχεδόν πάνω στον δρόμο. Παρήγγειλε κάτι δροσερό και πικρό. Ακούμπησε τα χέρια της στο τραπέζι χωρίς να τα μαζέψει. Κοίταζε τον κόσμο να περνά, όχι για να τον διαβάσει, αλλά για να μείνει μέσα στη ροή του. Ένα βλέμμα στάθηκε για λίγο παραπάνω πάνω της. Δεν ανταπέδωσε. Δεν το απέφυγε. Το άφησε να φύγει μόνο του.
Όταν σηκώθηκε, περπάτησε μέχρι τη θάλασσα. Η άμμος ήταν ακόμη ζεστή κάτω από τα πέλματά της. Έβγαλε τα παπούτσια και τα κράτησε στο χέρι. Το νερό άγγιξε τους αστραγάλους της μια επαφή σύντομη, καθαρή, χωρίς συνέχεια. Δεν μπήκε πιο μέσα. Δεν υπήρχε λόγος να δοκιμάσει περισσότερα απ’ όσα άντεχε.
Στάθηκε εκεί για λίγο, με το σώμα εκτεθειμένο στον αέρα και στο φως που χαμήλωνε. Δεν σκεφτόταν τον Μάξιμο. Ούτε τον Βλαδίμηρο. Σκεφτόταν το βάρος του σώματός της πάνω στην άμμο, τον τρόπο που ανέπνεε, τη θέση που καταλάμβανε χωρίς να ζητά άδεια.
Η Βαρκελώνη δεν της χάριζε τίποτα. Κι εκείνη, για πρώτη φορά, δεν ζητούσε τίποτα πίσω.
Το ίδιο βράδυ, λίγο πριν νυχτώσει εντελώς, κατέβηκε τον στενό δρόμο του Born χωρίς να βιάζεται.
Συναντήθηκαν όπως είχε κανονιστεί: απλά.
Ένα σύντομο μήνυμα το πρωί.
‘Σήμερα είμαι στο Born. Αν θες, μετά τις οκτώ’. Χωρίς ερωτηματικό. Χωρίς συνέχεια.
Η Αλεξάνδρα έφτασε λίγο πριν την ώρα. Ο δρόμος ήταν στενός, γεμάτος φωνές και τραπέζια που άγγιζαν σχεδόν το ένα το άλλο. Το μπαρ βρισκόταν στη γωνία, χαμηλόφωτο, από εκείνα που δεν προσπαθούν να γίνουν εντυπωσιακά. Πήρε μια ανάσα πριν μπει. Όχι από άγχος, από συγκέντρωση.
Ο Μάξιμος ήταν ήδη εκεί. Καθόταν στο βάθος, με την πλάτη ελαφρά γυρισμένη προς τον τοίχο. Όχι αμυντικά. Από συνήθεια. Μιλούσε με τον μπάρμαν, ήρεμα, σαν να γνωρίζονταν. Όταν την είδε, δεν σηκώθηκε αμέσως. Την κοίταξε πρώτα, ολόκληρη, χωρίς βιασύνη. Έπειτα χαμογέλασε.
«Χαίρομαι που ήρθες», είπε απλά.
Αυτό ήταν όλο.
Ούτε έκπληξη.
Ούτε προσποίηση.
«Κι εγώ», απάντησε εκείνη.
Σηκώθηκε τότε και έκανε χώρο στο τραπέζι απέναντί του. Κάθισε. Η απόσταση ήταν μικρή, όχι άβολη. Ίσα-ίσα όση χρειαζόταν για να μην μπορείς να αγνοήσεις τον άλλον.
«Πώς είναι η Βαρκελώνη για σένα;» τη ρώτησε.
Η ερώτηση ήταν κανονική. Όχι υπαινιγμός.
«Έντονη» είπε. «Δεν σου αφήνει περιθώριο να κρυφτείς»
«Αυτό μου αρέσει εδώ»
Παρήγγειλε χωρίς να ρωτήσει τι θέλει. Όταν ήρθαν τα ποτήρια, της έσπρωξε το δικό της προς το μέρος της.
«Δοκίμασέ το. Αν δεν σου αρέσει, το αλλάζουμε»
Ήπιε μια γουλιά. Ήταν δυνατό, πικρό, ζεστό στον λαιμό.
«Μου αρέσει»
«Το περίμενα»
Τον κοίταξε. Όχι προκλητικά. Καθαρά.
«Γιατί;»
Σήκωσε τους ώμους.
«Δεν ήρθες για κάτι εύκολο»
Η φράση δεν ήταν κομπλιμέντο. Ήταν παρατήρηση.
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί. Όχι αμήχανα. Σαν να άφηναν τον χώρο να τους φέρει πιο κοντά μόνος του. Ένα τραπέζι δίπλα γέλασε δυνατά. Η μουσική χαμήλωσε.
«Ξέρεις», είπε εκείνος, «όταν έστειλα το μήνυμα ότι φεύγω, δεν περίμενα να έρθεις»
«Δεν ήρθα επειδή το περίμενες»
Την κοίταξε προσεκτικά τώρα. Όχι το πρόσωπό της μόνο — τον τρόπο που καθόταν, ίσια, χωρίς να προσπαθεί να μικρύνει.
«Και γιατί ήρθες;»
Δεν απάντησε αμέσως.
«Για να δω αν αυτό που ένιωσα ήταν δικό μου ή δικό σου»
Ένα μικρό χαμόγελο εμφανίστηκε στο στόμα του. Όχι ειρωνικό. Σχεδόν εκτιμητικό.
«Καλή ερώτηση»
Έσκυψε λίγο μπροστά. Το χέρι του ακούμπησε στο τραπέζι, κοντά στο δικό της. Αυτή τη φορά τα δάχτυλά τους άγγιξαν. Για μια στιγμή μόνο. Δεν απομακρύνθηκε αμέσως. Ούτε εκείνη.
«Να σου πω κάτι για να είμαστε καθαροί», είπε. «Δεν υπόσχομαι τίποτα. Ούτε είμαι εύκολος άνθρωπος»
«Δεν σου ζήτησα υπόσχεση», απάντησε. «Ούτε ευκολία»
Τράβηξε το χέρι του πρώτος.
«Τότε μπορούμε να συνεχίσουμε»
Η λέξη συνεχίσουμε δεν σήμαινε πολλά. Αλλά σήμαινε αρκετά.
Έμειναν εκεί λίγο ακόμη. Δεν πλησίασαν περισσότερο. Δεν απομακρύνθηκαν.
Βγήκαν μαζί από το μπαρ χωρίς να το έχουν συμφωνήσει. Ο δρόμος ήταν γεμάτος κόσμο, αλλά περπατούσαν σαν να υπήρχε μια λεπτή γραμμή γύρω τους που δεν περνούσε κανείς. Δεν μιλούσαν. Δεν υπήρχε λόγος.
Στάθηκαν σε μια διασταύρωση όπου τα φώτα άνοιγαν ένα-ένα. Ο Μάξιμος κοντοστάθηκε πρώτος.
«Εδώ είναι το ξενοδοχείο μου», είπε, δείχνοντας προς τα αριστερά.
Η Αλεξάνδρα έγνεψε. Δεν ρώτησε πού θα πάει εκείνος.
Έμειναν για λίγο ακίνητοι, αρκετά κοντά ώστε να νιώθει τη ζέστη του σώματός του, όχι τόσο κοντά ώστε να γίνει δεδομένο. Η πόλη συνέχιζε να κινείται γύρω τους, αδιάφορη.
«Δεν θα σε συνοδεύσω» είπε τελικά.
Δεν ήταν απόρριψη. Ήταν όριο.
«Το ξέρω» απάντησε.
Την κοίταξε για μια στιγμή, σαν να ζύγιζε κάτι που δεν είχε σκοπό να ζητήσει. Σήκωσε το χέρι του και ακούμπησε ελαφρά τον ώμο της. Το άγγιγμα κράτησε λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε κάποιος να το εξηγήσει.
«Καληνύχτα, Αλεξάνδρα»
«Καληνύχτα»
Έκανε ένα βήμα πίσω πρώτος. Όχι από δισταγμό. Από επιλογή. Την άφησε εκεί, στη διασταύρωση, χωρίς υπόσχεση, χωρίς συνέχεια ειπωμένη.
Η Αλεξάνδρα έμεινε ακίνητη για λίγο. Έπειτα πήρε τον δρόμο προς το ξενοδοχείο της χωρίς να κοιτάξει πίσω. Η ένταση δεν είχε λυθεί. Είχε, όμως, πάρει θέση μέσα της.
Την επόμενη μέρα, η ένταση δεν είχε φύγει. Δεν είχε μεγαλώσει κιόλας. Είχε μείνει εκεί σαν κάτι που δεν ζητά εξήγηση, μόνο παρουσία.
Το μήνυμα ήρθε νωρίς το απόγευμα. ‘Αν είσαι ελεύθερη απόψε, πέρνα από το ξενοδοχείο μου. Για ένα ποτήρι’.
Ούτε ώρα.
Ούτε υπόσχεση.
Ούτε ερώτηση.
Η Αλεξάνδρα στάθηκε για λίγο με το κινητό στο χέρι. Δεν ένιωσε δισταγμό. Μόνο εκείνη τη γνώριμη καθαρότητα που έρχεται όταν ξέρεις ότι δεν πας για να δοκιμάσεις, πας για να σταθείς.
Όταν έφτασε, ο διάδρομος ήταν ήσυχος. Χαμηλό φως, παχύ χαλί, πόρτες κλειστές σαν να κρατούσαν τις ζωές τους για τον εαυτό τους. Χτύπησε μία φορά. Όχι διστακτικά. Ούτε απαιτητικά.
Ο Μάξιμος άνοιξε σχεδόν αμέσως.
Φορούσε λευκό πουκάμισο, ανοιχτό στον λαιμό, μανίκια σηκωμένα. Δεν έμοιαζε σαν να ετοιμαζόταν. Έμοιαζε σαν να ήταν ήδη εκεί.
«Καλησπέρα» είπε και έκανε στην άκρη. «Πέρνα»
Την άφησε να μπει πρώτη. Όχι από τυπικότητα. Από επιλογή.
Το δωμάτιο ήταν μεγάλο, καθαρό, χωρίς περιττά πράγματα. Φως χαμηλό, μπαλκονόπορτα μισάνοιχτη. Η πόλη ακουγόταν από μακριά, σαν υπόκρουση. Ο Μάξιμος έκλεισε την πόρτα πίσω τους χωρίς θόρυβο. Δεν την κλείδωσε.
«Θες κρασί;» τη ρώτησε.
«Ναι»
Δεν ρώτησε τι. Γέμισε δύο ποτήρια και της έδωσε το ένα. Τα δάχτυλά τους ακούμπησαν ελάχιστα. Ούτε τυχαία. Ούτε επίμονα.
«Χθες έφυγες χωρίς να κοιτάξεις πίσω» είπε, σαν παρατήρηση. Όχι κατηγορία.
«Δεν είχα λόγο»
Την κοίταξε προσεκτικά. Αυτή τη φορά χωρίς εκείνη την απόσταση της πρώτης βραδιάς. Όχι πιο κοντά πιο καθαρά.
«Σ’ αυτό μοιάζουμε», είπε. «Δεν κρατάμε πράγματα που δεν ζητούν να μείνουν»
Ήπιε μια γουλιά. Έπειτα στάθηκε απέναντί της, αφήνοντας τον χώρο ανάμεσά τους ανοιχτό. Δεν βιάστηκε να τον κλείσει.
«Θέλω να ξέρεις κάτι», συνέχισε. «Δεν συνηθίζω να κάνω δεύτερες συναντήσεις αν δεν υπάρχει λόγος»
Η Αλέξανδρα κράτησε το βλέμμα του.
«Κι εγώ δεν έρχομαι αν δεν αντέχω την απόσταση»
Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε αργά στο πρόσωπό του. Όχι αυτάρεσκο. Αναγνωριστικό.
«Τότε ας είμαστε ξεκάθαροι», είπε χαμηλά. «Μου αρέσεις. Αλλά δεν είμαι εύκολος άνθρωπος. Δεν χαλαρώνω τον έλεγχο για να γίνει κάτι πιο άνετο». Δεν το είπε σαν προειδοποίηση. Το είπε σαν δεδομένο.
Η Αλεξάνδρα πλησίασε ένα βήμα. Μόνο ένα.
«Δεν ήρθα για άνεση»
Η ανάσα του άλλαξε ελάχιστα. Όχι αρκετά για να το προσέξει κανείς άλλος. Εκείνος το κατάλαβε.
Σήκωσε το χέρι του και ακούμπησε τον καρπό της. Σταθερά. Σύντομα. Το άγγιγμα δεν ήταν πρόσκληση. Ήταν έλεγχος και γι’ αυτό ακριβώς ήταν ερωτικό.
Το άφησε πρώτο.
«Τότε να μην το βιαστούμε», είπε. «Αυτό που υπάρχει εδώ… αξίζει να αντέξει»
Η Αλεξάνδρα δεν απάντησε αμέσως. Ήπιε μια γουλιά κρασί. Έπειτα σήκωσε το βλέμμα.
«Συμφωνώ»
Στάθηκαν για λίγο έτσι. Όρθιοι. Αντικριστά. Με την πόλη να ανασαίνει έξω και την ένταση να μην ζητά λύση.
Ο Μάξιμος έκανε ένα βήμα πίσω. Της άνοιξε χώρο. Όχι για να φύγει. Για να διαλέξει.
Και αυτή τη φορά, η επιλογή δεν την τρόμαζε.
Η σιωπή δεν έσπασε πρώτη.
Μετακινήθηκε.
Ο Μάξιμος πήγε προς το παράθυρο και άνοιξε λίγο περισσότερο τη μπαλκονόπορτα. Ο αέρας μπήκε διστακτικά, σαν να ζητούσε άδεια. Η Αλεξάνδρα έμεινε εκεί που ήταν. Δεν τον ακολούθησε. Δεν έφυγε. Τον άφησε να ορίσει τον χώρο χωρίς να της τον πάρει.
«Θα φύγεις αύριο;» τη ρώτησε, χωρίς να γυρίσει.
«Όχι ακόμα»
Έγνεψε, σαν να σημείωσε κάτι που δεν χρειαζόταν συνέχεια. Γύρισε προς το μέρος της. Αυτή τη φορά στάθηκε πιο κοντά. Όχι αιφνίδια. Υπολογισμένα.
«Τότε να σου πω κάτι που δεν λέω συχνά» είπε. «Ό,τι γίνει εδώ, θα γίνει επειδή το κρατήσαμε καθαρό»
Η λέξη καθαρό έμεινε ανάμεσά τους, βαριά. Η Αλεξάνδρα δεν απάντησε. Έκανε ένα μικρό βήμα. Όχι προς το σώμα του, προς τη γραμμή που είχαν τραβήξει.
Ο Μάξιμος σήκωσε το χέρι του αργά. Δεν άγγιξε αμέσως. Το κράτησε στον αέρα για μια ανάσα ακόμη, σαν να έδινε χρόνο στην απόφαση να αλλάξει γνώμη. Δεν άλλαξε. Τα δάχτυλά του ακούμπησαν τον πήχη της. Σταθερά. Σαν έλεγχος πίεσης. Όχι χάδι.
Η Αλεξάνδρα δεν κινήθηκε. Δεν έσφιξε. Δεν χαλάρωσε. Άφησε το άγγιγμα να υπάρξει όσο του αναλογούσε. Όταν εκείνος το απέσυρε, δεν έμεινε κενό. Έμεινε μνήμη.
«Έτσι», είπε χαμηλά. «Ακριβώς έτσι»
Τον κοίταξε. Το βλέμμα της δεν ρωτούσε. Δεν ζητούσε. Ήταν παρόν.
«Μη νομίζεις ότι αυτό με κάνει πιο εύκολο» συνέχισε. «Με κάνει πιο προσεκτικό»
«Το ξέρω»
Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στο στόμα του, μικρό, ειλικρινές. Πήρε το ποτήρι της από το τραπέζι και της το έδωσε. Τα δάχτυλά τους συναντήθηκαν ξανά, αυτή τη φορά λίγο πιο πολύ. Εκείνος το άφησε πρώτος.
Στάθηκαν αντικριστά. Η απόσταση είχε μικρύνει, αλλά δεν είχε χαθεί. Ο Μάξιμος έγειρε ελάχιστα προς τα μπροστά, τόσο όσο να αλλάξει ο αέρας ανάμεσά τους. Δεν τη φίλησε.
«Αν μείνεις», είπε, «θα μείνεις έτσι. Με χώρο»
Η Αλεξάνδρα ένιωσε την ανάσα της να βαθαίνει. Όχι από προσμονή. Από ακρίβεια.
«Αν μείνω», απάντησε, «θα είναι επειδή μπορώ»
Εκείνος έκανε μισό βήμα πίσω. Όχι απομάκρυνση. Σεβασμός. Της άνοιξε ξανά τον χώρο όπως πριν. Όπως θα έκανε πάντα.
Η ένταση δεν λύθηκε. Μετακινήθηκε σε άλλο επίπεδο. Και αυτό, και οι δύο το ήξεραν, δεν γύριζε πίσω.
Αφροδίτη Αυγερινού
Συνεχίζεται…

One response to “Σχεδόν μαζί (Μέρος 2ο)”
[…] Προηγούμενο […]