Δωροθέα Βενέρη

Γονατιστή μπροστά στο εικονοστάσι, η νεαρή κοπέλα προσευχόταν να τελειώσει γρήγορα. Το φως στο καντήλι τρεμόπαιζε μπροστά στις εικόνες των Αγίων και τις φωτογραφίες της οικογένειάς της που είχε ξεκληριστεί. Η Δωροθέα Βενέρη ήταν η τελευταία ζωντανή και έπρεπε να πεθάνει.

Της είπαν πως ο Μάρκος Ρούσσος είχε αποφυλακιστεί και τώρα έμενε η τελευταία πράξη για να κλείσει η βεντέτα. Είχε φτάσει η ώρα.

Τον άκουσε να μπαίνει στο σπίτι της. Ο Μάρκος έσπρωξε αργά την πόρτα του υπνοδωματίου της και το ξύλο έτριξε. Εκείνη δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει. Συνέχισε να ψιθυρίζει την προσευχή της. Όταν τελείωσε, σηκώθηκε και τον κοίταξε ψυχρά στα μάτια.

«Άργησες», του είπε.

Ο Μάρκος σάστισε. Αναρωτήθηκε αν αυτή η γυναίκα ήταν το θύμα του ή αυτός το πιόνι της. Στεκόταν αγέρωχη σαν περήφανο αγρίμι μπροστά από την λεπίδα του. Αν είχε φόβο μέσα της τον είχε καταπιεί. Κατάφερε με μια ματιά της να διαλύσει την άμυνά του και να κερδίσει τον σεβασμό του. Ο Μάρκος ήξερε πως η ανδρεία μετριέται από τον τρόπο που στέκεις απέναντι στον θάνατο. Μα δεν είχε ξαναδεί γυναίκα να στέκεται σαν άνδρας.

«Χαράμι το επώνυμό σου, Βενέρη», της είπε για να την προσβάλει. Δεν ήθελε να δείξει ότι τον εντυπωσίασε η στάση της και κόντεψε να λυγίσει. Ήταν φτιαγμένοι από την ίδια πάστα. Ήταν σαν να έβλεπε τον εαυτό του.

«Θες να είχα το δικό σου, Ρούσσε;»

«Λογάσε άξια για το πλευρό μου;», γέλασε ντροπιασμένος.

«Στο πλάι σου μόνο νεκρή θα στεκόμουν»

«Τότε είσαι ήδη δική μου»

Ξαφνικά ακούσανε βήματα άγρια να τους πλησιάζουν. Κάποιος βιαζόταν να βάλει πρώτος τέλος στην ζωή της Δωροθέας. Ο πιο έμπιστος όλων, το δεξί χέρι του πατέρα του, ο γέρος Βαρδής. Είδε τον Μάρκο να στέκει απέναντι στην κοπέλα και του άρπαξε το μαχαίρι από το χέρι. Τώρα αυτός απειλούσε να την σκοτώσει, να προλάβει την δική του καταδίκη.

«Δεν έκαμες ακόμη το χρέος σου; Εγώ θα το τελειώσω!», φώναξε νευρικά και κόλλησε την λεπίδα στον λαιμό της κοπέλας.

«Βιάζεται για να μην σου πω», είπε χαμηλόφωνα η Δωροθέα και κάρφωσε τα μάτια της στον Μάρκο.

«Τι να μου πει, Βαρδή;», τον ρώτησε και είδε το χέρι του να τρέμει.

«Την πιστεύεις; Τα ψέματα της Βενέρισσας ακούς;»

«Ακούω την καρδιά σου που κοντεύει να σου βγει από τα σωθικά! Κοίτα με! Τι έκανες;», τον τράβηξε από κοντά της και τον έφερε εμπρός του.

«Πράμα! Στο ορκίζομαι! Αυτό το παλιοθήλυκο πάει να σε παρασύρει στα δίχτυα της!»

Ο Μάρκος κοιτούσε μια τον γέρο και μια την κοπέλα. Προσπαθούσε να καταλάβει ποιος από τους δύο έλεγε την αλήθεια.

«Μίλα, Δωροθέα!», πρόσταξε ο Μάρκος για να δει πώς θα αντιδράσει ο Βαρδής.

Ο γέρος μονομιάς όρμισε τρελαμένος με το μαχαίρι πάνω στην κοπέλα να προλάβει να την σιωπήσει. Ο Μάρκος μπήκε ασπίδα μπροστά της. Σώμα με σώμα πάλεψαν μέχρι να πέσει νεκρός στα πόδια του ο Βαρδής. Ο Μάρκος έκατσε κατάχαμα δίπλα στον νεκρό να κοιτάει το αιματοβαμμένο του μαχαίρι.

«Με έσωσες, Μάρκο», είπε απαλά η Δωροθέα χωρίς να τον πλησιάσει.

«Και έχασα τα πάντα. Απόψε το μόνο που καταφέραμε είναι να γίνουμε συνένοχοι. Και από αυτήν την μοίρα δεν ξέρω πώς θα γλυτώσουμε»

Άλλη κουβέντα δεν αντάλλαξαν μόνο έμειναν στο ίδιο δωμάτιο σιωπηλοί με τις σκέψεις να μαλώνουν στο μυαλό τους.

Όταν έπεσε το σκοτάδι, έθαψαν τον Βαρδή στον κήπο του σπιτιού της. Και ο ουρανός λες και τους έβλεπε, έριξε μπόρα μέσα στο κατακαλόκαιρο. Βρεγμένοι ως το κόκαλο και καλυμμένοι από τις λάσπες μπήκαν αμίλητοι ξανά στο σπίτι. Εκείνη του έφερε καθαρά ρούχα, του αδερφού της. Με προσοχή του τα έδωσε σαν να ήταν ιερά. Και εκείνος με σεβασμό τα πήρε. Ο αδερφός του είχε σκοτώσει τον δικό της. Πέταξαν τα λερωμένα με το αίμα και την λάσπη που ήταν η απόδειξη των πράξεών τους. Μια παλιά κουβέρτα του έφερε η Δωροθέα και του έδειξε το πάτωμα.

«Μέχρι να περάσει η μπόρα. Εγώ θα κοιμηθώ στο κρεβάτι μου και θα έχω το περίστροφο του πατέρα μου στο προσκέφαλό μου», του δήλωσε.

Το επόμενο πρωί, όταν ξύπνησε η Δωροθέα, το σπίτι ήταν άδειο. Ο Ρούσσος είχε εξαφανιστεί. Μα το μυστικό τους ήταν ακόμα εκεί.

Τον είδε ξανά λίγες μέρες μετά. Σε ένα γλέντι που έγινε και είχε μαζευτεί όλο το χωριό. Εκείνος είχε μισοξεκούμπωτο το λευκό πουκάμισο ζωσμένο στο παντελόνι. Το μαύρο φόρεμά της κολλούσε στο σώμα της από την ζέστη. Έλαμπε ο μαύρος ουρανός από τα αστέρια. Ο κόσμος έπινε και χόρευε ολόγυρά τους. Μα όταν κοιτάχτηκαν αυτοί οι δυο ήταν σαν να πάγωσαν όλοι οι άλλοι. Μαζί με τον Βαρδή θάφτηκε και η πεθυμιά για εκδίκηση. Ο κόσμος όμως σύντομα θα ρωτούσε. Γιατί είναι ακόμα ζωντανή η Δωροθέα Βενέρη;

Ο Ρούσσος της έκανε νόημα να βρεθούνε πίσω από το ξωκλήσι. Κρυμμένος στις σκιές την περίμενε. Ένα ρίγος τον διαπέρασε όταν την είδε να πλησιάζει. Μια ζάλη που δεν είχε ξανανιώσει κυρίευσε το νου του. Το ποτό θεώρησε ήταν η αιτία της ταραχής του. Έκατσε παραδομένος στο πεζούλι. Δεν έπρεπε να νικηθεί από αυτήν την πλάνη του μυαλού του. Πήρε τα μάτια του από πάνω της και τα έστρεψε στον ουρανό.

«Με πιστεύεις, Μάρκο;», άπλωσε το χέρι της και σήκωσε ψηλά το πρόσωπό του για να την κοιτάξει στα μάτια.

«Δεν θέλω να λες το όνομά μου. Δεν θέλω να με κοιτάς. Δεν θέλω να με αγγίζεις. Ο Βαρδής είναι νεκρός εξαιτίας σου. Θέλω να μου πεις όλη την αλήθεια και όσα θα ακούσω να αξίζουν το τέλος που είχε από τα δικά μου χέρια»

«Οι δικοί σου σφάγιασαν την οικογένειά μου! Και μου λες για το όνομά σου. Και μου λες για τον Βαρδή. Εκείνος τα ξεκίνησε όλα. Αυτός έβαλε την φωτιά κι ας το έκανε κατά λάθος. Δεν είχε το θάρρος να το παραδεχθεί γιατί θα τον έσφαζε στο γόνατο ο πατέρας σου»

«Τι είναι αυτά που λες; Σε αυτήν την φωτιά κάηκε ζωντανή η αδερφή μου και μου λες ότι το έκανε ο Βαρδής;»

Σαν να έπεσε κεραυνός πάνω του τινάχθηκε όρθιος ο Μάρκος. Την έπιασε από τα ρούχα και την κόλλησε στον πέτρινο τοίχο. Τα δικά του χέρια έτρεμαν αλλά το κορμί της στεκόταν ατάραχο σαν να περίμενε από καιρό το τέλος. Εκείνη δεν έβγαλε ούτε κραυγή μόνο τον κοιτούσε στα μάτια με μια σιγουριά που ήταν πιο τρομακτική από την οργή του.

«Πες μου ότι είναι ψέμα», την παρακάλεσε μέσα από τα δόντια του.

«Ο Βαρδής είναι νεκρός και ο νεκρός δεν παραδέχεται. Είδες την αντίδρασή του. Πώς έπιασε το μαχαίρι για να μην μιλήσω μπροστά σου. Αυτή είναι η απόδειξη της αλήθειας που ψάχνεις»

Ο Μάρκος αρνιόταν να δεχθεί όσα άκουγε. Πως ολόκληρη η ζωή του, ο φριχτός θάνατος της αδερφής του, ο πόλεμος που ξεκίνησε η οικογένειά του, τα χρόνια που έφαγε στην φυλακή ως ο τελευταίος ζωντανός Ρούσσος, όλα έγιναν άδικα. Έναν άνθρωπο είχε σκοτώσει μόνο στην ζωή του και αυτός ήταν ο Βαρδής, ο πραγματικός ένοχος. Δεν ένιωθε όμως καμία ικανοποίηση. Δεν μπορούσε να φέρει πίσω τους γονείς και τα αδέρφια του να δούνε πόσο λάθος ήταν αυτή η βεντέτα. Δεν μπορούσε να φέρει πίσω την μάνα και τον πατέρα που της στέρησαν. Την άφησαν μόνη και ορφανή όπως έμεινε και αυτός. Και τώρα πια δεν ήξερε ποιος ήταν.

Η Δωροθέα έβλεπε την συντριβή στην ψυχή του. Τον περίμενε καιρό να βγει από την φυλακή να του πει όσα είχε μάθει. Δεν είχε ελπίδα ότι θα την πιστέψει. Θα δεχόταν περήφανα το τέλος της. Ο Βαρδής περίμενε και αυτός την αποφυλάκιση του Μάρκου. Ήταν ο μόνος που είχε δικαίωμα στην βεντέτα. Αν σκότωνε ο ίδιος την Δωροθέα θα κινούσε υποψίες. Τους έβλεπε να σφάζονται μεταξύ τους. Και δεν μίλησε. Γιατί ήξερε καλά ότι θα έμπαινε και αυτός κάτω από το χώμα. Είδε να συλλαμβάνουν τον Μάρκο, τον βενιαμίν της οικογένειας. Και δεν μίλησε. Γιατί ήξερε καλά ότι αυτός θα έπρεπε να ήταν στην θέση του.

«Αν δεν με πιστεύεις, τελείωσέ με τώρα», του είπε απαλά. «Κάθε στιγμή μαζί σου είναι ένα μαρτύριο. Μου έσωσες την ζωή που εσύ μου κατέστρεψες»

Εκείνος την άφησε απότομα από τα χέρια του και της έδειξε τον δρόμο. Γύρισε αμίλητος και τράβηξε για το βουνό χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Εκεί έμεινε δύο μέρες χωρίς νερό χωρίς φαΐ να ψήνεται στον πυρετό και να προσεύχεται να πεθάνει.

Λίγος καιρός πέρασε και οι ψίθυροι πλήθηναν. Έγιναν φωνές που τον χτυπούσαν αλύπητα. Κάθε κουβέντα που άκουγε ήταν και μια κατηγορία για την τιμή της οικογένειάς του. Οι εν ζωή μακρινοί του συγγενείς διψούσαν για αίμα. Δικό του το βάρος, δική του η ευθύνη. Οι νεκροί έπρεπε να δικαιωθούν. Να πληρώσει με το αίμα της η τελευταία ζωντανή. Να κλείσει η βεντέτα.

Έπρεπε να μαζέψει όλο του το θάρρος. Το σκέφτηκε ξανά και ξανά. Άλλη λύση δεν υπήρχε. Πήγε να την βρει. Την στρίμωξε στην αυλή του σπιτιού της. Την έσυρε μέχρι μέσα, γρήγορα να μην τους δούνε.

«Πρέπει να φύγεις», της είπε και τα μάτια του ήταν καρφωμένα στα δικά της. «Να εξαφανιστείς. Να γλυτώσεις»

«Δεν πάω πουθενά. Δεν το ξέρεις ότι δεν σε φοβάμαι;»

«Εγώ φοβάμαι όμως. Φοβάμαι ποιος είμαι όταν είσαι κοντά μου. Τρέμω όποτε σε αγγίζω. Κάθε στιγμή μαζί σου είναι ένα μαρτύριο, όπως είπες. Εγώ αυτό το μαρτύριο δεν το αντέχω άλλο»

Κάθε φιλί τους βουτούσε πιο βαθιά στις τύψεις. Εκείνο το βράδυ δεν ξεκόλλησαν ο ένας από τον άλλον.

Ένα πρωινό, μόλις είχε βγει ο ήλιος, της είπε πως πάει να φέρει το άλογο. Να είναι έτοιμη να φύγουν. Εκείνη συμφώνησε.

Δεν θυμόταν πόση ώρα έλειψε. Όταν επέστρεψε δεν ήταν πουθενά η Δωροθέα. Είχαν ξεσκάψει τον κήπο και είχαν βρει τον Βαρδή. Κάποια γειτόνισσα μίλησε. Είπε ότι την είχε δει εκείνο το βράδυ που βγήκε να μαζέψει τα ρούχα από την βροχή. Με έναν άντρα μαζί ήταν μα εκείνον δεν τον αναγνώρισε. Ο Μάρκος φώναζε να μάθει πού την είχαν. Οι γέροι συγγενείς του επιτέθηκαν να σταματήσει να ρεζιλεύεται μπροστά στον κόσμο. Τι τον ένοιαζε; Εκείνη έφταιγε για όλα.

Ανέβηκε στο άλογο και αμολήθηκε σαν τρελός να την βρει. Δεν μπορεί να είχαν πάει μακριά. Ακολούθησε το σύννεφο της σκόνης. Είδε το κάρο να στρίβει στον χωματόδρομο και φώναξε να σταματήσουν. Πήδηξε στο χώμα ενώ το άλογο ακόμα έτρεχε και ένιωσε τη γη να τραντάζεται κάτω από τα πόδια του. Την πήρε στην αγκαλιά του και γύρισαν πίσω στο χωριό μαζί. Ήξερε πολύ καλά τι τον περιμένει.

«Ή στο χώμα ή στην φυλακή. Διάλεξε, Ρούσσε, αλλιώς να ντρέπεσαι για το επώνυμο που κουβαλάς»

Οι κάνες των όπλων σημάδεψαν την Δωροθέα. Εκείνη ενστικτωδώς έβαλε τα χέρια και κάλυψε την κοιλιά της.

«Γκαστρωμένη είναι η Βενέρισσα!»

Η φωνή της γυναίκας που ακούστηκε τους πάγωσε το αίμα. Είδαν τον Μάρκο να γυρνά και να την κοιτάζει. Τον είδαν να της χαμογελάει και να την πιάνει από το χέρι.

«Ο Ρούσσος με την Βενέρη!», έφτυσαν στο χώμα.

«Τελείωσε! Ο Βαρδής ήταν πίσω από όλα!», εξήγησε ο Μάρκος. «Με τον θάνατό του έκλεισε η βεντέτα. Δεχτείτε την Δωροθέα Βενέρη για γυναίκα μου. Αλλιώς σκοτώστε με μαζί της»

Τα όπλα χαμήλωσαν μπροστά στην δήλωσή του. Όσο κι αν ήθελαν, δεν μπορούσαν να συνεχίσουν να ζητούν εκδίκηση. Ήθελαν αίμα αλλά όχι ενός αγέννητου παιδιού. Έπρεπε να το παραδεχτούν. Ο Μάρκος είχε αποκαλύψει τον πραγματικό εχθρό. Θα τιμούσε το χωριό με την ένωση των δύο οικογενειών. Νίκησε η αλήθεια και η τόλμη.

Δεν υπήρχε άλλη επιλογή πια από την αγάπη. Μια αγάπη που κυλίστηκε στο αίμα, αντιστάθηκε στις αισθήσεις, επιβίωσε στον πόνο και άνθισε στον έρωτα. Δύο άνθρωποι συνένοχοι του μυστικού τους που βρήκαν ο ένας τον άλλον όταν δεν περίμεναν πια τίποτα στην ζωή.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading