Έμενε μόνη της, σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Το δικηγορικό της γραφείο βρισκόταν πολύ κοντά στο σπίτι της και ήταν ένα απ’ τα πιο φημισμένα των Αθηνών. Ήταν γνωστή για τις ειδικές γνώσεις της, την άρτια κατάρτισή της και τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετώπιζε κάθε υπόθεση που αναλάμβανε. Αυθεντία στο να βρίσκει τα πιο απίθανα “παραθυράκια” του νόμου για να σώζει ακόμη κι αυτούς που αποδεδειγμένα δεν τους άξιζε να σωθούν, είχε πελάτες μερικούς απ’ τους πλουσιότερους κατοίκους του νομού, και όχι μόνο. Ασχολιόταν κατά κύριο λόγο με το ποινικό δίκαιο κι είχε αναλάβει αρκετές πολύκροτες υποθέσεις που απασχόλησαν και τον τύπο. “Η δικηγόρος με τα παγωμένα μάτια”, έτσι την ανέφεραν οι δημοσιογράφοι που καταπιάνονταν με κάποια απ’ τις υποθέσεις που είχε αναλάβει. Δεν το έλεγαν όμως για το ανοιχτό γαλάζιο χρώμα των ματιών της, αλλά για τη σιγουριά και την ψύχρα του βλέμματός της.
Ήταν όμορφη, εξωπραγματικά όμορφη! Ψηλή, με πλούσια καστανά μακριά μαλλιά, που συνήθως μάζευε ψηλά σε αυστηρό κότσο και δυο μάτια σαν το γαλάζιο του ουρανού. Το κορμί της όμορφο και θελκτικό, ντυμένη πάντα ακριβά και προσεγμένα. Το περπάτημά της σταθερό και σίγουρο, τραβούσε εύκολα τα βλέμματα απ’ όπου περνούσε. Μα ήταν κάτι παραπάνω από εμφανές πως ήταν απρόσιτη, απόμακρη. Δεν την πλησίαζες εύκολα κι όποιος το τολμούσε, συνήθως έφευγε με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια στο πρώτο λάθος. Αμαζόνα, την έλεγε ο πατέρας της από μικρή κι εκείνη χαμογελούσε μέσα της κάθε που το θυμόταν.
Δεν καταγόταν από κάποια πλούσια οικογένεια, ούτε είχε φίλους ή συγγενείς που την βοήθησαν να φτάσει εκεί που είχε φτάσει. Και παρά τις φήμες, δεν πέρασε από κανένα κρεβάτι που θα μπορούσε να της διασφαλίσει αυτή την εξέλιξη. Όλα ήταν αποτέλεσμα της σκληρής δουλειάς, του κοφτερού μυαλού και της έντονης προσωπικότητάς της. Κι ήξερε πως πίσω απ’ την πλάτη της κανείς δεν πίστευε πως είχε γίνει τόσο γνωστή δικηγόρος απ’ τις ικανότητές της, μα της έφτανε που δεν τολμούσαν να αναφέρουν κάτι τέτοιο μπροστά της. Γιατί εκείνη ήξερε. Ήξερε και πόσο διάβασε και πόσο κόπιασε και πόσο προσπάθησε και πόσο πάλεψε και πόσο δεν της είχε χαριστεί τίποτα. Ήξερε πως οι τολμηροί κι άξιοι μπορούν να τα καταφέρουν κι οι μίζεροι και δειλοί μπορούν μόνο να ασχολούνται με τις ζωές των άλλων.
Η δουλειά της, της είχε εξασφαλίσει μια πλούσια ζωή. Είχε αρκετά ακίνητα στο όνομά της, δύο πολυτελή αυτοκίνητα και την ευχέρεια να ταξιδεύει όπου και όποτε ήθελε. Παρόλα αυτά σπάνια έκανε ταξίδια, γιατί δούλευε καθημερινά για ατέλειωτες ώρες. Φίλους δεν είχε. Είχε πολλούς γνωστούς που ευχαρίστως της άνοιγαν τα σπίτια τους και που συχνά την προσκαλούσαν σε γιορτές κι εκδηλώσεις, μα κανέναν που να μπορούσε να εμπιστευτεί τυφλά. Οι γονείς της είχαν πεθάνει προ δεκαετίας κι ο κατά τρία χρόνια μικρότερος αδερφός της, είχε φύγει απ’ τη ζωή σε νεαρή ηλικία κάποια χρόνια πριν λόγω μιας σπάνιας ασθένειας.
Στα σαράντα τρία της, δεν είχε παντρευτεί ποτέ, ούτε είχε αποκτήσει παιδιά. Για την ακρίβεια, ποτέ δεν εθεάθη στους κύκλους της με κάποιον συνοδό, κι όσο κι αν σκάλιζαν την ιστορία της, δεν υπήρχε τίποτα που να φανέρωνε κάποια σημαντική σχέση. Όλο αυτό είχε δημιουργήσει ένα πέπλο μυστηρίου γύρω απ’ την προσωπική της ζωή, κάνοντας τους γύρω της, αλλά και τους δημοσιογράφους που ασχολούνταν μαζί της, να μπορούν να μιλούν μόνο με εικασίες. Η πραγματικότητα βέβαια ήταν πιο απλή και βαρετή απ’ όσο υπέθεταν.
Η Χρύσα Δελλή, η πασίγνωστη δικηγόρος, πέρασε τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής της δουλεύοντας σκληρά και μελετώντας ασταμάτητα. Ο στόχος της ήταν πάντα η κορυφή και γι’ αυτήν πάλευε. Δεν υπήρχε χρόνος για να αφοσιωθεί σε έναν άνθρωπο. Κι επειδή απ’ τη φύση της, όταν επέλεγε να κάνει κάτι, ήθελε να το κάνει καλά, συνειδητοποιημένα απείχε από το… σπορ. Σχέσεις της μιας βραδιάς, επιφανειακές επαφές, ναι, μ’ αυτά δεν ξόδευε κομμάτια ψυχής, αλλά σχέσεις αληθινές, ουσίας, τις απέφευγε όπως ο διάολος το λιβάνι. Ίσως και γι’ αυτό επέλεγε πάντα τους πιο ακατάλληλους ανθρώπους, για να μην υπάρχει κίνδυνος να ερωτευτεί και να χάσει έστω για λίγο το μυαλό της.
Κανένα παιδικό τραύμα, καμία τοξική σχέση, καμία αισθηματική πληγή… τίποτα απ’ αυτά δεν κρυβόταν πίσω απ’ τη μοναξιά της. Επέλεγε το ‘μόνη’, γιατί το ‘μαζί’ είχε ευθύνες και υποχρεώσεις που δεν ήθελε να αναλάβει. Επέλεγε συνειδητά να αφοσιωθεί στη δουλειά και την καριέρα της και να μη δημιουργήσει θολούρα κι εμπόδια στο μυαλό και τη ζωή της. Πολλές φορές την ρωτούσαν αν ήθελε να κάνει οικογένεια κι ένα ψυχρό βλέμμα κι ένα προσποιητό μειδίαμα ήταν πάντα η απάντηση. Δεν ήθελε ποτέ να τροφοδοτεί με δηλώσεις όσους το μόνο που ήθελαν ήταν ένα θέμα για το αυριανό τους άρθρο.
Το τελευταίο διάστημα δούλευε πυρετωδώς πάνω σε μια πολύκροτη υπόθεση που είχε αναλάβει. Γνωστός πολιτικός είχε κατηγορηθεί για πολλαπλές πράξεις υπεξαίρεσης δημοσίου χρήματος και είχε έρθει σε επαφή μαζί της για να τον εκπροσωπήσει.
– Δεν μπορώ να δεχτώ τίποτα λιγότερο απ’ την αθώωσή μου, να ξέρεις… της είχε πει κοιτώντας την προκλητικά στα μάτια
– Κανείς δεν θα μπορούσε να σας υπερασπιστεί καλύτερα από μένα. Γι’ αυτό ήρθατε εδώ. Είναι όμως προκλητικό να μιλάτε για αθώωση με όλα αυτά τα στοιχεία εναντίον σας. Θα κάνω το καλύτερο που μπορώ. Και θα προτιμούσα να μιλάμε στον πληθυντικό. του είπε όπως στεκόταν όρθια μπροστά του δίπλα στο γραφείο της και τον κοίταξε με το γνωστό παγωμένο της βλέμμα
– Να, αυτό μου άρεσε απ’ την πρώτη στιγμή σε σένα! Αυτό το βλέμμα που κόβει γόνατα. της χαμογέλασε και σηκώθηκε όρθιος μπροστά της. Κάνε το καλύτερο που μπορείς Χρύσα κι εγώ θα…
– Κυρία Δελλή! του είπε αυστηρά και κράτησε τα μάτια της κολλημένα στα δικά του
– Προς το παρόν… της είπε κοιτώντας την αινιγματικά και βγήκε απ’ το γραφείο χωρίς άλλη λέξη
Η Χρύσα πήρε μια βαθιά ανάσα και βυθίστηκε στην καρέκλα του γραφείου της. Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο δεξιά της, κόντευε έντεκα το βράδυ. Έβγαλε με νευρικές κινήσεις το λαστιχάκι με το οποίο είχε σφιχτά δεμένα τα μαλλιά της και τα τίναξε, αφήνοντάς τα να χυθούν πάνω στους ώμους της. “Προς το παρόν… τι εννοεί προς το παρόν;”, αναρωτήθηκε φωναχτά. Δεν ήταν συνηθισμένη σε τέτοιες συμπεριφορές, μ’ ένα βλέμμα υπέτασσε τους πάντες, αυτός πώς… Το θράσος του της την έδινε στα νεύρα.
Στο δρόμο για το σπίτι, έπαιζε σαν ταινία στο μυαλό της η κουβέντα τους, τα μάτια του όπως την κοιτούσε, το προκλητικό του μειδίαμα και η μπάσα φωνή του. Ο τρόπος που κρατούσε το ποτήρι με το ουίσκι, ο τρόπος που το ακουμπούσε στα χείλη του κρατώντας το βλέμμα του πάνω της… Ήταν επικίνδυνος. Όχι γι’ αυτά που είχε κάνει στη ζωή του ως τώρα, αλλά γι’ αυτά που το βλέμμα του πρόδιδε πως θα ήθελε να κάνει σε εκείνη. “Μια ακόμη δουλειά. Μια καλοπληρωμένη δουλειά. Θα πετύχω το καλύτερο δυνατόν και δεν θα τον ξαναδώ ποτέ”, υποσχέθηκε στον εαυτό της και πάτησε το γκάζι.
Κική Γιοβανοπούλου
Συνεχίζεται…

One response to “Άσπρο ή Μαύρο – Μέρος 1ο”
[…] Προηγούμενο […]