Η Ελέσα κοντοστάθηκε ψάχνοντας την ανάσα της. Οι σκιές γύρω της βάθαιναν στα δασωμένα διπλώματα της γης και η νύχτα απλωνόταν σαν μελάνι που χύνεται σε λευκό χαρτί. Σκούπισε τον ιδρώτα της και κοίταξε ανήσυχη γύρω της. Το λεωφορείο καθυστέρησε πάρα πολύ. Αν δεν βιαζόταν, θα αναγκαζόταν να περπατήσει μέσα στο σκοτάδι, καθώς σε λίγο θα έμπαινε κάτω από τα ψηλά πλατάνια, όπου το φως ήταν ήδη λιγοστό. Ξεφύσηξε, σήκωσε τη φθαρμένη καρό βαλίτσα της και πήρε να ανεβαίνει τον κακοτράχαλο δρόμο που θα την έβγαζε στην πόρτα του πατρικού της, μουρμουρίζοντας νοερά για την απόφαση του πατέρα της να χτίσει το σπίτι τους ψηλότερα απ’ τ’ άλλα του χωριού και τόσο απομονωμένο.
Περνώντας τα τελευταία σπίτια, άκουσε σουρτά βήματα να πλησιάζουν από το μονοπάτι που ανέβαινε στο πλάτωμα με θέα το χωριό. Χαμογέλασε στη σκέψη ότι το συγκεκριμένο πλάτωμα ήταν το αγαπημένο καταφύγιο των ερωτευμένων ζευγαριών και, απ’ ό,τι φαίνεται, κάποιο ζευγαράκι κατέβαινε από εκεί. Χτύπησε τη βαλίτσα της στο πλάι των ποδιών της με δύναμη κι έκανε ένα δυνατό, προσποιητό βήχα για να τους προειδοποιήσει για την παρουσία της. Τα βήματα σταμάτησαν και η Ελέσα, χαμογελώντας ακόμη, ξεχώρισε τη φιγούρα του Κωστή να κατεβαίνει τον δρόμο να τη συναντήσει. Σήκωσε το χέρι της για να τον χαιρετήσει, όταν ένα σώμα έπεσε πάνω της και την έριξε καταχάμα, κάνοντάς τη να βογκήξει. Μια ανάσα χάιδεψε το αυτί της, καθώς κάποιος της ψιθύρισε «βοήθεια». Τρομαγμένη, προσπάθησε να ελευθερωθεί από το βάρος του κορμιού, όταν ο ψίθυρος, αναμεμειγμένος με βόγκο, της ζήτησε βοήθεια πιο δυνατά. Μα η Ελέσα εκείνη τη στιγμή, με το βάρος να την πιέζει και τα χέρια του να τραβολογάνε τα ρούχα της, το μόνο που ήθελε ήταν να ξεφύγει, οπότε ασυναίσθητα φώναζε, έσπρωχνε και χτυπούσε, όταν κάποιος την τράβηξε απότομα από το μπράτσο και την ξαπόστειλε μερικά μέτρα πιο πέρα μ’ ένα τίναγμα.
«Τι κάνεις, ρε ζαγάρ΄; Την αδερφή μου, ρε; Θα σε σκοτώσω!», ούρλιαξε ο αδερφός της κι έπεσε με λύσσα πάνω στον άντρα, αρχίζοντας να τον γρονθοκοπεί. Η Ελέσα, ξαφνιασμένη, ανασηκώθηκε κι έκανε να τιναχτεί, όταν συνειδητοποίησε ότι τα χέρια της ήταν υγρά. Τα κοίταξε περίεργη και, μην μπορώντας να καταλάβει λόγω του σκοταδιού, τα έφερε κοντά στο πρόσωπό της. Η χάλκινη μυρωδιά του αίματος τη χτύπησε στα ρουθούνια. Πασπάτεψε τον εαυτό της να σιγουρευτεί πως δεν ήταν από αυτήν και ξαφνικά χύθηκε πάνω στον αδερφό της, τύλιξε το μπράτσο της γύρω από τον λαιμό του και τον τράβηξε πίσω, προσπαθώντας να τον συγκρατήσει.
«Σταμάτα! Σταμάτα, ηλίθιε, θέλεις να τον σκοτώσεις; Σταμάτα, δεν σου φτάνουν τόσοι μπελάδες; Θες κι άλλους;», ούρλιαξε.
«Θα τον σκοτώσω! Πήγε να μαγαρίσει την αδερφή μου!», φώναξε ο Κωστής. «Παρεξήγησες! Σταμάτα! Ακούς; Μην κουνιέσαι!», του είπε εκείνη, μα εκείνος τινάχτηκε πάλι προς την ακίνητη, ξαπλωμένη φιγούρα.
Η Ελέσα, μην μπορώντας να τον συγκρατήσει, άρπαξε ένα κλαδί και τον χτύπησε στο κεφάλι. Η έκπληξή του ήταν τέτοια, που γύρισε και την κοίταξε αποχαυνωμένος. Εκείνη όμως όρμησε πάνω στον ξαπλωμένο και άρχισε να τον ψηλαφά.
«Φέξε μου!», πρόσταξε τον αδερφό της. Ο Κωστής δεν κατάλαβε, μόνο έτριψε το σημείο που τον είχε χτυπήσει. «Φέξε μου!», του είπε πιο επιτακτικά και, γυρνώντας προς αυτόν φανερά εκνευρισμένη, του ούρλιαξε άγρια, «Φέρ’ τον αναπτήρα σου! Κουνήσου!».
Ο Κωστής δίστασε, αλλά τελικά πλησίασε και φώτισε τον πεσμένο άντρα, κατεβάζοντας τη φλόγα από το πρόσωπο προς τον κορμό του. Η Ελέσα αναφώνησε έκπληκτη «Τον μαχαίρωσες;». Ο Κωστής, που είχε γουρλώσει τα μάτια αντικρίζοντας το αίμα να έχει ποτίσει τα ρούχα του, άφησε τον αναπτήρα να σβήσει και τινάχτηκε πίσω τραυλίζοντας «Αίμα… αίμα…»
«Φέξε!» ούρλιαξε ξανά η Ελέσα. Εκείνος με τα χίλια ζόρια κατάφερε να ανάψει τον αναπτήρα με τρεμάμενα χέρια και να τον φέρει πάνω από το τραύμα, αποστρέφοντας το βλέμμα και βγάζοντας ήχους αναγουλιάσματος. «Ο άνθρωπος ζητούσε βοήθεια κι εσύ πήγες και τον σάπισες στο ξύλο, ηλίθιε!», είπε μέσα από τα δόντια της, καθώς απομάκρυνε τα ρούχα και εξέταζε την πληγή. «Γρήγορα, πρέπει να τον πάμε στον γιατρό!».
«Ποιον γιατρό;», αναρωτήθηκε φωναχτά ο Κωστής. Η Ελέσα έσφιξε τα χείλη καθώς πίεζε την πληγή με δύναμη για να σταματήσει την αιμορραγία.
«Στη μαμή;», τον κοίταξε ερωτηματικά.
«Η κυρά Μαρουσώ πέθανε…», αποκρίθηκε ο αδερφός της.
«Πέθανε;»
«Τον Μάρτη», της είπε γνέφοντας καταφατικά.
«Δε γίνεται να μείνει εδώ! Ποιος… πού θα τον πάμε;»
«Εσύ;», έκανε διστακτικά ο Κωστής.
«Εγώ;» αναφώνησε ξεψυχισμένα η Ελέσα. «Εγώ δεν είμαι γιατρός! Νοσοκόμα σπουδάζω! Δεν ξέρω αν έχει χτυπηθεί ζωτικό όργανο και έχω ράψει μόνο κούκλες! Πρέπει να βρούμε βοήθεια! Δε γίνεται να μείνει εδώ!», τα τρομοκρατημένα μάτια της σπίθισαν στο φως του αναπτήρα που άρχισε να τρεμοσβήνει. «Να τον κατεβάσουμε στο κεφαλοχώρι…»
«Πώς; Πρέπει να βρούμε κάποιον με αγροτικό και σήμερα είναι το πανηγύρι στο κεφαλοχώρι. Όλοι είναι εκεί…», εξήγησε ο Κωστής.
«Ο μπαμπάς;»
«Εκεί… πήγε να πουλήσει τα κεράσια μαζί με τη μαμά», έκανε θλιμμένα ο Κωστής «Εγώ έμεινα για να σε περιμένω», πρόσθεσε θλιμμένα.
«Πάμε!»
«Πού;»
«Σπίτι! Πρέπει να βρω τρόπο να σταματήσω το αίμα και ν’ απολυμάνω την πληγή!», είπε και τον πρόσταξε να τη βοηθήσει να τον σηκώσουν.
«Ιε! Μάζεψε το κουλό σου, μη στο σπάσω!», αναφώνησε ξάφνου ο Κωστής καθώς σέρνανε λαχανιασμένοι το ημιαναίσθητο κορμί στον ανηφορικό δρόμο.
«Τι λες;», τον ρώτησε ασθμαίνοντας η Ελέσα.
«Λέω να πάρ’ το κουλό του γιατί θα του το σπάσω!», επανέλαβε πιο δυνατά και τίναξε τον άντρα, που βόγκηξε.
«Τι κάνεις; Μην τον ταρακουνάς έτσι! Τι σ’ έπιασε;»
«Αυτός πιάνει! Πάρ’ το χέρι του από το στήθος σου!», την πρόσταξε.
Η Ελέσα κοντοστάθηκε και τον κάρφωσε με το βλέμμα μέσα στο σκοτάδι.
«Ώρες ώρες απορώ πώς γίνεται να είμαστε αδέρφια! Ο άνθρωπος είναι αναίσθητος!»
«Ναι, κι εσύ χαζή! Πάρ’ το…», έγρουξε φανερά εκνευρισμένος, κάνοντας να τον αφήσει κάτω.
«Καλά, καλά, το πήρα! Μην τον αφήνεις!», ούρλιαξε η Ελέσα που ένιωσε να λυγίζει κάτω από το βάρος.
Τελικά κατάφεραν να φτάσουν στο σπίτι, αλλά μην έχοντας κουράγιο να τον ανεβάσουν πάνω, τον οδήγησαν στο ισόγειο, όπου έμενε η γιαγιά τους προτού πεθάνει. Η Ελέσα και ο Κωστής κάθονταν αμίλητοι στο πάτωμα, κοιτάζοντας τον άντρα που ήταν ξαπλωμένος στο ντιβάνι, στο λιγοστό φως του τζακιού.
«Γιατί κάποιος να μαχαιρώσει ένα δημοσιογράφο σ’ ένα ορεινό χωριό;», αναρωτήθηκε για χιλιοστή φορά εκείνη τη νύχτα η Ελέσα.
«Μπλέξαμε…», ξεφύσηξε ο Κωστής για χιλιοστή φορά εκείνη τη νύχτα και πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά του.
«Μου έχεις σπάσει τα νεύρα με το να λες συνέχεια “μπλέξαμε” και “μπλέξαμε”!»
«Ενώ εσύ; “Γιατί κάποιος να μαχαιρώσει ένα δημοσιογράφο;”», επανέλαβε τις λέξεις με κοροϊδευτικό τόνο ο Κωστής. «Ποιος χέστηκε γιατί τον μαχαίρωσαν; Για χίλιους λόγους μπορεί να έγινε, που δεν έχουν καμία σχέση με τη δουλειά του!»
«Εσύ είπες…»
«Ναι, εγώ είπα ότι έχει έρθει στο χωριό για το ορυχείο και ενώ ήταν για δυό τρεις μέρες τελικά έκατσε μήνα και ότι έκανε περίεργες ερωτήσεις, αλλά αυτό δεν λέει τίποτα! Το θέμα είναι ότι, αν αυτός τα καταφέρει, θα πει ότι εγώ τον έσπασα στο ξύλο;». Η Ελέσα τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει. «Τι έγινε, κυρία έξυπνη; Ακόμη δεν έχεις καταλάβει;», της είπε με θυμό.
«Τι να καταλάβω;»
«Ρε ζούδι! Μ’ όλα αυτά που έγιναν τελευταία με το ορυχείο και τον ξεσηκωμό, μ’ έχουν βάλει στο μάτι ως αρχηγό. Ήδη μ’ έχουν συλλάβει δύο φορές! Αν μάθουν ότι τον χτύπησα ή ακόμη κι αν πούμε ότι τον βρήκαμε πληγωμένο, θα με μπλέξουν και θα με χώσουν στη μπουζού για τα καλά. Ο ενωμοτάρχης ήταν ξεκάθαρος, με την πρώτη στραβή, θα μου φορτώσει τα πάντα!»
«Τι λες;»
«Λέω ότι αυτός πρέπει να φύγει από εδώ!»
«Το ξέρω, θα τον κατεβάσουμε στο κεφαλοχώρι μόλις γυρίσει ο μπαμπάς και η μαμά!»
«Μην τους μπλέξεις! Καλύτερα να μη μάθει κανείς τίποτα. Θα πάρουμε το αμάξι, θα τον φορτώσουμε και θα τον αφήσουμε έξω από τον γιατρό…»
«Δεν μπορώ να τον παρατήσω έτσι!»
Ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη του ξαπλωμένου και οι δύο σηκώθηκαν και κάθισαν από πάνω του αμήχανοι. Τ’ άχρωμα χείλη του νεαρού άντρα κινήθηκαν αργά προφέροντας «Με σκότωσες…».
Η Ελέσα και ο Κωστής κοιτάχτηκαν έντρομοι. Έξαφνα ο Κωστής ούρλιαξε και σούρθηκε πίσω μέχρι που τον σταμάτησε ο τοίχος. «Να, βλέπεις; Είναι όλοι μιλημένοι! Θέλουν να με κάνουν να σωπάσω! Θα με χώσουν μέσα, θα φάω τα νιάτα μου! Θα…»
Ένα χαστούκι του έκοψε τη φόρα και ο Κωστής κάρφωσε τα τρομοκρατημένα μάτια στης Ελέσας που στεκόταν από πάνω του έτοιμη να τον ξαναχτυπήσει.
«Άσε τις βλακείες!», τον προειδοποίησε. «Ο άνθρωπος είναι σε σοκ, δεν μιλάει για σένα!»
«Αυτός δεν φεύγει από εδώ μέχρι να υποσχεθεί ότι δεν θα πει για μένα! Κατάλαβες;», ούρλιαξε ο Κωστής και την έπιασε από τους ώμους και την ταρακούνησε.
«Έχεις τρελαθεί; Χρειάζεται γιατρό!»
«Με σκότωσες…», ακούστηκε πάλι η αχνή φωνή πίσω τους, κάνοντάς τους να αφήσουν τη μεταξύ τους κόντρα και να τον ξαναπλησιάσουν. Η Ελέσα έσκυψε και του έδωσε λίγο νερό όσο μπορούσε πιο τρυφερά, το οποίο ο νεαρός άντρας ήπιε με δυσκολία.
«Εσύ δεν είπες ότι δεν είναι σοβαρό το τραύμα;», τη ρώτησε ο Κωστής παρακολουθώντας τη σκηνή συνοφρυωμένος.
«Έτσι νομίζω, δεν είναι βαθύ αλλά δεν μπορώ να είμαι σίγουρη… Έπειτα, είναι το χτύπημα στο κεφάλι… αυτό μπορεί να είναι επικίνδυνο! Το χτύπημα στο κεφάλι! Αυτό είναι! Θα πούμε ότι για ό,τι λέει φταίει το χτύπημα στο κεφάλι!»
«Δεν θα το πιστέψουν…» είπε φανερά απελπισμένος ο Κωστής.
«Άκου, είμαστε όλοι κουρασμένοι. Οι γονείς μας από ό,τι φαίνεται θα έμειναν στη θεία, αλλιώς θα είχαν ήδη έρθει τέτοια ώρα. Δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε να ξημερώσει και να δούμε πώς είναι. Εντάξει; Εγώ θα ξαγρυπνήσω, γιατί πρέπει να τον ξυπνώ λόγω του χτυπήματος στο κεφάλι. Εσύ άντε να ηρεμήσεις! Άντε και κάνε και καμιά προσευχή γι’ αυτόν τον κακόμοιρο και σταμάτα, για μια φορά, να σκέφτεσαι μόνο τον εαυτό σου!»
Ο Κωστής της έριξε μια δηλητηριώδη ματιά, μα πριν φύγει, πήρε το κλειδί και την κλείδωσε μέσα. Η Ελέσα δεν είπε τίποτα, την περίμενε αυτή του την αντίδραση. Ο αδερφός της χρειαζόταν χρόνο. Πάντα πρώτα έπραττε και μετά σκεφτόταν. Κοίταξε το κατάχλωμο, μελανιασμένο πρόσωπο του ξένου με τα έντονα ζυγωματικά. Αυτός ο κακόμοιρος δεν ήξερε αν είχε χρόνο…
Ο Κωστής σηκώθηκε αξημέρωτα. Όχι ότι είχε καταφέρει να κοιμηθεί. Όλη νύχτα έψαχνε να βρει λύση και λύση δεν έβρισκε. Αναθεμάτισε τη μοίρα του ακόμη μία φορά που του έριξε αυτόν τον ρεμπεσκέ στα πόδια του. Σίγουρα του την είχαν στημένη! Να δεις που όπου να ‘ναι θα εμφανίζονταν οι χωροφύλακες να τον συλλάβουν. Έπρεπε να τον εξαφανίσει! Ακόμη και αν τον άφηνε στον γιατρό στο κεφαλοχώρι, αυτός θα πήγαινε και θα έλεγε ότι αυτός τον χτύπησε και αποπειράθηκε να τον σκοτώσει. Θα ήταν καλύτερα να μη ζήσει. Ναι, θα ήταν καλύτερα για όλους. Ο Κωστής προσευχήθηκε πολύ εκείνη τη νύχτα. Προσευχήθηκε, αλλά όχι για τη σωτηρία του δημοσιογράφου. Μα και κάποιος άλλος προσευχόταν στο χωριό εκείνη τη νύχτα με το ίδιο αίτημα.
Αναστασία Χ.
Συνεχίζεται…

One response to “Η κερασιά – Μέρος 1ο”
[…] Προηγούμενο […]