Κατά το ξημέρωμα, η Ελέσα έγειρε δίπλα στον τραυματισμένο και παρακολουθούσε την κοφτή ανάσα του να κάνει τα χείλη του να τρεμουλιάζουν. Ο ασθενής φαινόταν ν’ ανταποκρίνεται καλά. Το μόνο που την ανησυχούσε ήταν ο Κωστής. Όσα σενάρια και αν έκανε κάθε φορά για το τι έπρεπε να περιμένει από τον αδερφό της, τι θα της έλεγε και τι να του απαντήσει, κατάφερνε πάντα να βρει κάτι που θα την έκανε να σαστίσει. Αυτή τη φορά όμως δε θα επέτρεπε να του περάσει. Δεν ήταν μια από τις συνηθισμένες βλακείες του. Τώρα διακυβεύοταν η ζωή ενός ανθρώπου και μ’ αυτήν τη σκέψη τα βαριά βλέφαρά της έκλεισαν.
Ο Κωστής άνοιξε μαλακά την πόρτα. Βρήκε τη φωτιά να ξεψυχά στο τζάκι και την Ελέσα ξαπλωμένη στο πλάι του λαβωμένου να κοιμάται τρέμοντας από το κρύο. Ανασήκωσε την κουβέρτα και την τύλιξε, ενώ με πολλή προσοχή και αργές κινήσεις κατάφερε να ανασηκώσει τον τραυματία πνίγοντας τα βογγητά του για να μην ξυπνήσει την Ελέσα. Η αυγή ρόδιζε πίσω από την αντικρινή βουνοπλαγιά την ώρα που έβαλε τον λαβωμένο στο μονόροδο καρότσι και πήρε να κατεβαίνει τον κακοτράχαλο δρόμο τόσο βιαστικά, που το βάρος του καροτσιού τον παρέσυρε και τον έριξε. Ίσα που πρόλαβε να το συγκρατήσει προτού πέσει στη ρεματιά. Ο Κωστής με τα πολλά έφτασε στο σπίτι του θείου του. Το σπίτι ήταν κλειστό, μιας κι εκείνος σπάνια ανέβαινε στο χωριό. Τοποθέτησε τον τραυματία πάνω σ’ ένα σιδερένιο κρεβάτι και τον έδεσε στο προσκέφαλο. Εκείνος άνοιξε τα μάτια του και τον κοίταξε με βλέμμα θολό.
«Με σκότωσες», ψέλλισε. Ο Κωστής τον γράπωσε από το πουκάμισο και έγρουξε απειλητικά,
«Πρέπει να σταματήσεις να λες αυτές τις βλακείες αν θες να ζήσεις! Γιατί το σκέφτομαι πολύ σοβαρά να το κάνω πραγματικότητα, κατάλαβες;»
Στο μεταξύ η Ελέσα είχε ξυπνήσει. Έντρομη είδε το άδειο κρεβάτι και έτρεξε κατά την πόρτα, η οποία ήταν κλειδωμένη. Όρμησε στο στενό παράθυρο, το άνοιξε και πήδηξε έξω. Ανέβηκε, κατέβηκε στο σπίτι και στον κήπο, μα ο τραυματίας και ο Κωστής δε φαίνονταν πουθενά. Κοντοστάθηκε να πάρει ανάσα όταν είδε τη βαθιά γραμμή που άφησε η ρόδα από το καρότσι στο νοτισμένο χώμα να χάνεται στην εξώπορτα. Έτρεξε προς τα εκεί ακολουθώντας το σημάδι στον δρόμο ώσπου κατάλαβε…
«Άφησέ τον!», ούρλιαξε βλέποντάς τους και όρμησε πάνω στον Κωστή και τον γρονθοκόπησε. «Αυτή τη φορά το παρατράβηξες, ηλίθιε! Δεν καταλαβαίνεις ότι τα κάνεις χειρότερα;»
«Εγώ το παρατράβηξα; Στο χέρι του είναι! Πες, ρε! Αν υποσχεθείς ότι δε θα με δώσεις, θα σε πάω τώρα κιόλας στο γιατρό! Ορκίσου! Ειδάλλως θα μείνεις εδώ για πάντα!»
Τα δύο αδέρφια ασυναίσθητα κοίταξαν τον νεαρό άντρα. Εκείνος άνοιξε το στόμα του, κοίταξε μία τον Κωστή και μία την Ελέσα και τα χείλη του τρεμούλιασαν καθώς πρόφερε: «Μαμά…».
Η Ελέσα παράτησε τον Κωστή, έγειρε από πάνω του και πήρε να του μιλά παρηγορητικά.
«Μην ανησυχείς, θα τη δεις σύντομα τη μαμά σου. Είσαι καλά, δεν ήταν κάτι σημαντικό… Θα γίνεις καλά». Εκείνος έκλεισε τα μάτια του και είπε ανακουφισμένος: «Ναι μαμά…»
«Τι λέει;», αναρωτήθηκε φωναχτά ο Κωστής κοιτώντας τον απορημένος. Η Ελέσα του έκανε νόημα να σωπάσει και τον τράβηξε έξω από το δωμάτιο.
«Αν δεν έκανες πάλι του κεφαλιού σου, θα προλάβαινα να σου πω πριν κάνεις όλη αυτήν την… απαγωγή!», του είπε χαμηλόφωνα φανερά εκνευρισμένη η Ελέσα. «Φαίνεται πως το χτύπημα στο κεφάλι ήταν δυνατό. Είναι μπερδεμένος και εμάς μας βολεύει, γιατί θα πούμε ότι τον σώσαμε και τον γιατροπορέψαμε και ότι τον χτύπησε αυτός που τον πλήγωσε. Αυτός έτσι όπως μπερδεύει τα λόγια του δε φαίνεται να θυμάται ποιος τον χτύπησε!»
«Λες;» είπε διστακτικά ο Κωστής κοιτώντας τον χλωμό άντρα αμφιταλευόμενος. Η Ελέσα τον προσπέρασε και πήρε ν’ αλλάξει τον ματωμένο επίδεσμο, ώστε με το που θα έρχονταν οι γονείς τους να έβαζαν τον νεαρό στο αγροτικό και να τον κατεβάσουν στον γιατρό, στο κεφαλοχώρι.
«Ε αφού θα τον πάμε στον γιατρό… Τι κάθεσαι…», την αποπήρε ο Κωστής. Τα μάτια του νεαρού άντρα άνοιξαν διάπλατα στο άκουσμα των λέξεων, ξάφνου γράπωσε το χέρι της Ελέσας και της είπε επιτακτικά: «Όχι στον γιατρό! Όχι! Όχι στην αστυνομία! Μη! Θα μπλεξ…», τα λόγια του άρχισαν πάλι να μπερδεύονται και να μη βγάζουν νόημα. Τα δύο αδέρφια έμειναν να τον κοιτάζουν σαστισμένα.
Η Ελέσα κούνησε ελαφρά καταφατικά το κεφάλι της, προσπαθώντας να φαίνεται ότι η αμέριστη προσοχή της ήταν στο πρόσωπο απέναντί της. Τα μάτια της όμως ακολουθούσαν τη φιγούρα του Κωστή που έγειρε μέσα από το ανοιχτό παράθυρο κι άρπαξε τη βαλίτσα που είχε αφήσει εκεί η κυρά Κασσιανή, όταν άδειασε το δωμάτιο που νοίκιαζε στον δημοσιογράφο προτού εξαφανιστεί.
«Να σ’ πω ιγώ τι πιστεύω;», της είπε με συνωμοτικό ύφος η κυρά Κασσιανή. Η Ελέσα χαμογέλασε βεβιασμένα. Μία εβδομάδα τώρα όλοι την έπιαναν να της πούνε συνωμοτικές θεωρίες για την εξαφάνιση του δημοσιογράφου. Τον ξέκανε η εταιρεία του ορυχείου γιατί ο νεαρός είχε βρει στοιχεία εναντίον τους, τον έπιασε ο πατέρας της κοπέλας που άφησε έγκυο και τον πήρε στην πρωτεύουσα, έπεσε σε χαράδρα, τον έφαγε αρκούδα, τον κυνηγούσαν για τα πολιτικά, είχε μπλεχτεί με τον υπόκοσμο… Όλα πιθανά και όλα απίθανα. Και αυτή και ο Κωστής να κρύβονται από τους γονείς τους και τους συγχωριανούς τους, ενώ ο Νικήτας τους κοιτούσε με βλέμμα που έσταζε πίκρα και στόμα ερμητικά κλειστό.
«Αν τον είχες δει, θα ‘βλεπες ότι ο νεαρός ήταν φτυστός ο Μηνάς, ο Τσιτσιμπόπουλος!», της ψιθύρισε η κυρά Κασσιανή.
«Ο Μηνάς ο Τσιτσιμπόπουλος…», επανέλαβε μηχανικά τις λέξεις η Ελέσα, ενώ το μόνο που ήθελε ήταν να τρέξει να συναντήσει τον Κωστή στο σπίτι του θείου τους. Η γυναίκα έσκυψε πιο κοντά και η μυρωδιά του σκόρδου τη χτύπησε στα ρουθούνια.
«Φτυστός σ’ λέω όπως ήταν στα νιάτα του, μην κοιτάς τώρα, τότε ήταν…», έκοψε τον λόγο της, φίλησε τα ενωμένα ακροδάχτυλά της και χαμογέλασε πονηρά. «Εσύ δεν ξέρεις… Μα πριν χρόνια είχε γίνει μεγάλο σούσουρο…», συνέχισε ψιθυριστά κοιτώντας γύρω τους.
«Σούσουρο;»
«Ναι, με την ομοιότητα του Μηνά και…»
«Και…», έκανε έναν μορφασμό δυσανασχέτισης η Ελέσα.
«Και του γιου του Κουτσουλόπουλου, όχι του Χρόνη, του πρώτου! Που τον έλεγαν και αυτόν Νικήτα…». Η Ελέσα πετάρισε τα βλέφαρά της σε μια προσπάθεια να μη φανεί η ανυπομονησία της να φύγει. «Άκου με!», τη γράπωσε από το χέρι η κυρά Κασσιανή, «Και μη νομίζ’ ότι σ’ λέω βλακείες! Μένα κόβ’ του μάτ’ μ’ και το μυαλό μ’! Σκέψου! Ο Κουτσουλόπουλος έχει τρεις κόρες και κάθε φορά που γεννιόταν μια, ξυλοφόρτωνε μέχρι θανάτου τη γυναίκα τ’, τη Ζαχαρούλα. Τελικά τ’ δίνει τον πολυπόθητο γιο, μα καθώς το παιδί μεγαλώνει, μεγαλώνει και η ομοιότητά με… Καταλαβαίνεις;». Η Ελέσα την κοίταξε μ’ ένα ύφος παράδοσης. «Η νέα γενιά είστε ντιπ χαζοί! Παιδ’ μ’, σκέψου!». την ταρακούνησε από το χέρι η γριά και πλησίασε ακόμη πιο πολύ φέρνοντας την αποφορά σκόρδου. «Το παιδί έμοιαζε του… και ξαφνικά το παιδί “πνίγεται”, ή έτσι λέει η μάνα τ’. Πτώμα δε βρέθηκε ποτέ! Και τώρα εμφανίζεται ένας νεαρός δημοσιογράφος στου χωριό μας για να γράψει για τ’ ορυχείο. Και στην αρχή ρωτά για αυτό, αλλά η συμπεριφορά τ’ γίνεται όλο και πιο περίεργη…».
«Περίεργη;». είπε ερωτηματικά η Ελέσα και μισόκλεισε τα μάτια της καθώς το ενδιαφέρον της αναπτερώθηκε.
«Περίεργη, ναι! Γιατί μην κοιτάς που δεν είπα τίποτα στον χωροφύλακα και στους άλλους, όμως ο νεαρός, ενώ όταν πρωτοήρθε μ’ πε ότι δεν είχ’ ξανάρθει, φαινόταν να ξέρει τα κατατόπια! Δεν μου ζήτησε ποτέ οδηγίες όπως κάνουν όσοι πρωτοέρχονται. Έπειτα έτυχε να είμαι μπροστά όταν κόντεψε να λιποθυμήσει μόλις είδε τη Ζαχαρούλα. Έπρεπε να δεις πώς γούρλωσε τα μάτια τ’! Και μετά οι ερωτήσεις του έγιναν περίεργες… Άρχισε να ρωτά για παιδιά που χάθηκαν στην περιοχή, για την οικογένεια του Κουτσουλόπουλου. Και κάνα-δυο φορές μου είπαν ότι τον είδαν να ξεμοναχιάζει τη μικρότερη… Βέβαια ο κόσμος είναι χαζός!», αναφώνησε ξαφνικά η κυρά Κασσιανή αφήνοντας επιτέλους το χέρι της, το οποίο πήρε να τρίβει ασυναίσθητα η Ελέσα. «Νόμισαν ότι κάτι έτρεχε με τη μικρή, τη Μαριγούλα, ερωτικό… ενώ…», η γριά της έκλεισε πονηρά το μάτι, μα η Ελέσα δεν φάνηκε να καταλαβαίνει και η γριά ανέστρεψε το βλέμμα της εκνευρισμένη. «Και σ’ είχα και σε υπόληψη ότι είσαι πιο ξύπνια από αυτό του μουσκάρ’ τον αδερφό σ’!», αναφώνησε εκνευρισμένη χτυπώντας τη με το δάχτυλό της στον ώμο της. Η Ελέσα δεν μπόρεσε να πει κάτι, μόνο το σαγόνι της κρέμασε. Χίλια ερωτήματα της γεννήθηκαν, αλλά η γριά ξαφνικά κλείστηκε σαν στρείδι. Μόνο φεύγοντας της έκανε σήμα ακουμπώντας το δάχτυλό της στον κρόταφό της, λέγοντάς της άηχα, ‘σκέψου’.
Η Ελέσα πήρε να ανηφορίζει τον δρόμο ως τα πάνω σπίτια και σ’ όλη τη διαδρομή προσπαθούσε να επεξεργαστεί κατά πόσο της ήταν χρήσιμα όσα άκουσε ή αν ήταν απλά φαντασιοπληξίες της γριάς. Πλησιάζοντας στο μονοπάτι που πήγαινε για το πλάτωμα, είδε την κυρά Ζαχαρούλα να κατεβαίνει. Φαινόταν αναστατωμένη και περπατούσε με νευρικό βήμα. Η Ελέσα τη σταμάτησε και άρχισε να τη ρωτά για την υγεία της, τα κορίτσια και ό,τι μπορούσε να σκεφτεί σε μια προσπάθεια να επιτείνει τον χρόνο χωρίς στην ουσία ν’ ακούει τις απαντήσεις. Μόνο κοιτούσε εξεταστικά το πρόσωπο της γυναίκας, την κορμοστασία της, τα χέρια της. Τα χέρια της, η ελιά… απέμεινε η λέξη ξεκρέμαστη στη σκέψη της για ώρα, ώσπου έφτασε στο σπίτι του θείου της. Κοίταξε προσεκτικά γύρω της και μπήκε.
Ο Κωστής είχε ήδη ανοίξει τη βαλίτσα και είχε αδειάσει τα αντικείμενα πάνω στο πάτωμα, ενώ ο Νικήτας τον κοίταζε όπως πάντα με μια παραπλανητική απάθεια από το κρεβάτι.
«Γιατί δε με περίμενες;», παραπονέθηκε η Ελέσα, αλλά ο Κωστής την αγνόησε. Συνέχισε για λίγο να ψαχουλεύει τα πράγματα, αλλά στο τέλος τα παράτησε και σηκώθηκε εκνευρισμένος. Η Ελέσα σήκωσε μια φωτογραφία που έδειχνε ένα μικρό αγόρι ανάμεσα σ’ ένα ζευγάρι. Το ζευγάρι φαινόταν να έχει σκούρα μαλλιά και μάτια, σ’ αντίθεση με το ξανθό αγόρι με τα ανοιχτόχρωμα μάτια. Η Ελέσα την πήρε και την πρότεινε στον Νικήτα.
«Δεν θες να δεις τα πράγματά σου, αν είναι όλα μέσα;», τον ρώτησε μαλακά, αλλά δεν της απάντησε, αποφεύγοντας το βλέμμα της. Η Ελέσα απέμεινε να τον κοιτά εξεταστικά. Τι έψαχνε δεν ήξερε.
Ο Νικήτας ανασήκωσε το μελανιασμένο χέρι του με μια μικρή ελιά στο κέντρο και τράβηξε μια τούφα από τα καστανόξανθα μαλλιά του, ενώ είπε με αποστασιοποιημένη φωνή, «Καλύτερα να μη φύγω από εδώ, αλλά να κατέβω στο κεφαλοχώρι να πάρω το λεωφορείο…»
«Εγώ πάντως δεν σε κατεβάζω ως εκεί!», αναφώνησε ο Κωστής εκνευρισμένος. «Κοίτα, φίλε, δεν ξέρω ποιος σου την κάρφωσε, εγώ όμως δεν μπορώ να φύγω από εδώ και δεν έχω σκοπό να κινδυνέψει περισσότερο η οικογένειά μου! Σε σώσαμε, σε βοηθήσαμε! Βρες τρόπο να φύγεις χωρίς να μας μπλέξεις άλλο, εντάξει;», είπε και κοίταξε την Ελέσα για επιβεβαίωση, εκείνη όμως είχε πετρώσει κοιτώντας τον Νικήτα. Ο Κωστής τη σκούντηξε στον ώμο! «Εεε! Σωστά δεν τα λέω; Εξαιτίας του κινδυνεύουμε όλοι να μας σφάξουν αν τον βρουν εδώ ή καταλάβουν ότι τον βοηθήσαμε…», έφερε το δάχτυλό του και έκανε τη χαρακτηριστική κίνηση της σφαγής.
Η Ελέσα, σαν να ξύπνησε ξαφνικά, γύρισε και τον κάρφωσε με το βλέμμα της.
«Δεν σταματάς ποτέ να με εκπλήσσεις!», του είπε ειρωνικά. «Μόνος σου το σκέφτηκες αυτό; Άμα φύγει από εδώ δε θα ψάξουν να βρουν ποιος τον βοήθησε;». Ο Κωστής φρίμαξε εξοργισμένος, έκανε να την χτυπήσει, μα ‘κείνη δεν κουνήθηκε κι εκείνος έφυγε με μεγάλα βήματα κλείνοντας την πόρτα πίσω του.
«Και τώρα οι δυό μας…», είπε η Ελέσα καρφώνοντας τα μάτια της στον Νικήτα. Εκείνος τα απέστρεψε, ως συνήθως. Η Ελέσα μισόκλεισε τα μάτια της και πήρε μια παγερή έκφραση. «Ούτε το ορυχείο, ούτε παρανομίες, ούτε κυκλώματα…», είπε αργά, γλείφοντας τις λέξεις. Μια παύση ακολούθησε, όπου ο Νικήτας κάτω από το βλέμμα της ξερόβηξε αμήχανος και άρχισε να σταυρώνει και να ξεσταυρώνει τα χέρια του στο στήθος, αποφεύγοντας το βλέμμα της. «Απλά παλιές… οικογενειακές ιστορίες…», πρόσθεσε έπειτα από λίγο και τα λόγια της τον χτύπησαν σαν καμτσικιά, κάνοντας το κορμί του να τιναχτεί κάτω από τα βαριά σκεπάσματα.
Η Ελέσα κάθισε στο κρεβάτι, έκλεισε τα μάτια της και πήρε μια βαθιά ανάσα. Όλα έμοιαζαν τόσο ξένα, το κορμί του που τρεμούλιαζε, η μυρωδιά απολυμαντικού ανακατεμένη με τη μυρωδιά του μαλλιού και της υγρασίας, αυτό το σπίτι, αυτό το χωριό, αυτοί οι άνθρωποι, μια χούφτα που κατάφερναν όμως και πλήγωναν συνέχεια ο ένας τον άλλον. Τους σιχαινόταν, τις μικροπρέπειές τους, τα μικρά ανόητα δράματά τους…
Η Ελέσα άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε το υγρό πικραμένο βλέμμα του που ήταν στραμμένο κάπου στον τοίχο.
«Τι σ’ έφερε εδώ;», τον ρώτησε μαλακά. Εκείνος άργησε ν΄ απαντήσει.
«Το ορυχείο».
«Γιατί την προστατεύεις;», τον κεραυνοβόλησε κι έγειρε από πάνω του, μα εκείνος απέφυγε το κοφτερό της βλέμμα. «Όταν κάποιος σου κάνει κακό, έχεις δικαίωμα να τον μισείς, να θες να το ανταποδώσεις! Γιατί την προστατεύεις;».
«Εσύ γιατί προστατεύεις τον Κωστή;», τη ρώτησε συναντώντας το βλέμμα της. «Πάντα σου κακομιλά, μερικές φορές σε χτυπά, κι όμως με κρύψατε εδώ μέσα μόνο και μόνο για να τον προστατέψεις». Η Ελέσα συνοφρυώθηκε, κάτι έκανε να πει, μα το μετάνιωσε και ο Νικήτας, που τόσες μέρες ένιωθε να πνίγεται, άφησε την ψυχή του να ξεχυθεί.
«Γι’ αυτό και εγώ προστατεύω την αδερφή μου! Δεν το ήθελε!», της είπε σε μια προσπάθεια να την κάνει να καταλάβει. Η Ελέσα γράπωσε τις κουβέρτες και τις έσφιξε με δύναμη.
Είχε δίκιο η κυρά Κασσιανή, ο Νικήτας ήταν εκείνο το παιδί! Μόνο που δεν ήταν η μάνα του, όπως πίστευε, που τον μαχαίρωσε. Η καρδιά της φούσκωσε και τα μάτια της υγράθηκαν. Πόσο πόνο πρέπει να άντεξε αυτό το παιδί; Πόσα πρέπει να πέρασε; Τα χείλη της τρεμούλιασαν και δαγκώθηκε προσπαθώντας να τα συγκρατήσει. Πόσο πόνεσε ο Νικήτας όταν μια μέρα η μάνα του τον ξερίζωσε τόσο απότομα και τον ξεφορτώθηκε; Και μετά από τόσα χρόνια προσπάθησε να τον σκοτώσει η ίδια του η αδερφή! Γιατί; Τι άνθρωποι ήταν αυτοί; Θα έπρεπε να τους μισεί. Θα έπρεπε να θέλει να τους ξεμπροστιάσει, ακόμη και να τους σκοτώσει. Θα έπρεπε να είναι έξαλλος, να σχεδιάζει την εκδίκησή του! Κι όμως τόσες μέρες μόνο πίκρα και απύθμενη θλίψη είδε στα μάτια του. Ούτε μια σταγόνα μίσος…
«Εγώ φταίω», ψέλλισε ο Νικήτας έπειτα από λίγο. Η Ελέσα απέμεινε να τον κοιτά για λίγο με το στόμα κρεμασμένο, μα σαν λάβα φούσκωσε μέσα της η οργή.
«Εσύ τι φταις; Η ζωή ενός παιδιού θα έπρεπε να είναι πάνω από όλα! Πάνω από μια ζωή αυτοί όμως βάλανε τη δική τους, την ψεύτικη εικόνα τους!».
«Η μάνα μου προσπάθησε να με προστατέψει… Αν ο άντρας της καταλάβαινε, θα με σκότωνε και εμένα και αυτήν…».
«Και τις αδερφές σου…».
«Ακριβώς…».
«Η αδερφή σου έμαθε και παρόλα αυτά… Γιατί;».
«Δεν το ήθελε. Ήταν μια παρεξήγηση. Ακολούθησε τη μάνα μου, μας άκουσε να μιλάμε… Έπιασε μέσες άκρες… Ήταν μια παρεξήγηση, δεν το ήθελε…», τραύλισε προσπαθώντας να συγκρατήσει τον τόνο της φωνής του.
«Ναι, όλα ήταν μια παρεξήγηση! Τα λάθη αυτής της μίζερης μικροκοινωνίας με τους άγραφους σκληρούς νόμους της, οδήγησαν μια μάνα ν’ αφήσει το παιδί της και μετά μια αδερφή να μαχαιρώσει τον αδερφό της…».
«Λες και δεν το σκέφτηκες ποτέ εσύ για τον Κωστή!», προσπάθησε να ελαφρύνει το κλίμα. Ένας καγχασμός της ξέφυγε και χαμογέλασε.
«Εντάξει, ένα δίκιο μπορεί να το έχεις, αλλά από το “το σκέφτηκα” μέχρι την πράξη… Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα…»
«Δεν ξέρεις υπό τις ίδιες συνθήκες τι θα έκανες… Αν όμως το σκεφτείς, ο μόνος ωφελημένος είμαι εγώ…». Η Ελέσα σάστισε ακούγοντάς τον. «Η μάνα μου και ο πατέρας μου στην προσπάθειά τους να με σώσουν βρήκαν για μένα ένα καλό σπίτι. Η θετή μητέρα μου ήταν πολύ γλυκός και τρυφερός άνθρωπος και ο πατέρας μου επίσης. Έζησα όμορφα παιδικά χρόνια. Σπούδασα… Δεν μου έλειψε τίποτα και σίγουρα δεν μου έλειψε η αγάπη».
«Γιατί έμεινες; Γιατί θέλησες να μάθεις τότε για αυτούς; Γιατί επικοινώνησες;», έγρουξε η Ελέσα και δάγκωσε εσωτερικά τα χείλη της, έπειτα έστρεψε το βλέμμα της στις σκουροπράσινες πλαγιές έξω από το παράθυρο. «Νόμισες ότι αν έβρισκες την εξ αίματος οικογένειά σου θα ένιωθες ότι τελικά ανήκεις κάπου;», είπε και το στόμα της στράβωσε ειρωνικά. Ο Νικήτας την κοίταξε αποσβολωμένος. Αυτό το κορίτσι με τα μεγάλα μελιά ευγενικά μάτια και τ’ ατημέλητα καστανά μαλλιά δεν κατάφερε μόνο να ανακαλύψει την αλήθεια γι’ αυτόν αλλά και το τι έχει στην καρδιά του;
Η Ελέσα σώπασε κι έσφιξε τα χείλη. Τι ανοησίες έλεγε; Γιατί τώρα; Τώρα άλλα έπρεπε να λέει, μάλωσε τον εαυτό της. Είχε απέναντί της έναν άνθρωπο που υπέφερε για τόσα χρόνια και υποφέρει ακόμη, και αυτή ασχολιόταν με τον εαυτό της, με την πίκρα που τόσο καιρό έπνιγε μέσα της. Μια ξένη όπου κι αν πήγαινε. Μια ξένη στην πόλη, μια ξένη και στην οικογένειά της. Όταν ήταν στην πόλη, ένιωθε μια αόρατη κόκκινη κλωστή σαν αυτές που έγνεθε με τόση υπομονή η γιαγιά της να την τραβά πίσω στο χωριό. Ήθελε να δει το σπίτι της, την κερασιά της, τα λουλούδια της, τα γνωστά καλντερίμια, τους δικούς της, να πάρει δύναμη από τις ρίζες της. Κι όταν βρισκόταν μαζί τους λαχταρούσε να φύγει, να γυρίσει στην πόλη, ανώνυμη ανάμεσα σε ανώνυμους. Αν αυτή πονούσε τόσο κάθε φορά που προσπαθούσε να βρει πού ανήκει, εκείνος που τον είχαν ξεριζώσει, πώς να μη νιώθει τόσο έντονη την ανάγκη να βρει από πού προήλθε; Ό,τι και αν έκανε η Ελέσα δεν θα μπορούσε ποτέ να του δώσει τις ρίζες που χρειαζόταν, σκεφτόταν. Κατέβασε το κεφάλι της και άφησε τα δάκρυά της να ξεχυθούν.
«Νονά!», φώναξε το αγοράκι καταενθουσιασμένο, παράτησε τους γονείς του και χύθηκε προς το μέρος της. Η Μαριγούλα σήκωσε τον μικρό στον αέρα, τον φίλησε στα κατακόκκινα μάγουλα κι έπειτα τον παρέδωσε στην κυρά Ζαχαρούλα που στεκόταν δίπλα της. Εκείνη τον έσφιξε πάνω της, φανερά συγκινημένη.
«Καλώς ορίσατε», τις υποδέχτηκε ο Νικήτας, που κατέφτασε ξοπίσω από το παιδί και τις αγκάλιασε σφιχτά.
«Καλώς σας βρήκαμε, παιδί μου», είπε η ηλικιωμένη γυναίκα, γλείφοντας τη λέξη και τον χτύπησε αμήχανα στην πλάτη, ενώ χαιρέτησε κουνώντας το κεφάλι της την Ελέσα που στεκόταν πίσω του.
«Καλώς ήρθατε, περάστε μέσα!», ακούστηκαν οι φωνές της υπόλοιπης οικογένειας από το πάνω σπίτι. Καθώς ανηφόριζαν όλοι μαζί για να τους συναντήσουν, η Ελέσα κοντοστάθηκε μπροστά στην μπουμπουκιασμένη κερασιά της αυλής του πατρικού της. Ο Νικήτας ήρθε από πίσω της, τύλιξε τα χέρια του γύρω από το στήθος της και τη φίλησε στο μάγουλο.
«Δεν πάμε μέσα; Κάνει ψύχρα, θα κρυώσεις», της ψιθύρισε.
Το βλέμμα της κατέβηκε προς τις ρίζες της κερασιάς που χάνονταν μέσα στο χώμα. Οι ρίζες της είχαν ανοίξει ρωγμές στην τσιμεντένια πλάκα καθώς μεγάλωναν και άπλωναν με τα χρόνια. Έτσι άπλωσαν και οι δικές μας ρίζες, σκέφτηκε, κάποια εμπόδια τα παρέκαμψαν, άλλα τα ενσωμάτωσαν, άλλα τα διέλυσαν…
«Ιέ!», ακούστηκε μια κοφτή φωνή από το κεφαλόσκαλο, «Πόσες φορές, ρε ζαγάρ’, πρέπει να σου πω να μην απλώνεις τα χέρια σου στην αδερφή μου; Ιέ;».
Οι δυο τους έσκασαν στα γέλια και γύρισαν κατά τον Κωστή που κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά του. Ο μικρός γιος τους εμφανίστηκε στην πόρτα.
«Θείε, άσε με να δω το μωρό!», τον παρακάλεσε καθώς χοροπηδούσε γύρω του χαρωπά.
Αναστασία Χ.
Τέλος
