Αέλια – Μέρος 7ο

Προηγούμενο

Η Αέλια βρήκε τους γονείς της και τους ενημέρωσε για το τροχαίο του Πέτρου. Ο περισσότερος κόσμος είχε ήδη αποχωρήσει από την δεξίωση και έτσι κατάφερε να φύγει μαζί τους και να πάνε στο νοσοκομείο. Οι γονείς του Ρομπέρτο δεν είδαν με καλό μάτι τη βιαστική τους φυγή.

Έξω από τον θάλαμο του νοσοκομείου στέκονταν οι φίλοι του Πέτρου, ο Τάκης, η Κάτια και η Σου που μιλούσαν για το ατύχημα όπως πίστευε η αστυνομία. Χαιρέτισαν την οικογένεια που έφτασε και βγήκαν έξω για τσιγάρο. Οι γονείς της στάθηκαν έξω από το δωμάτιο του Πέτρου, ενώ η Αέλια όρμισε μέσα. Αιώνας της φάνηκαν τα λεπτά μέχρι να τον δει.

Δίπλα από το παράθυρο του δωματίου, στεκόταν μαυροφορεμένη η θεία του, η Χριστίνα και κάλυπτε τη μύτη της με ένα μαντήλι. Τέντωσε το χέρι της και έπιασε την Αέλια που πλησίασε τρέμοντας κοντά της. Δύο σπασμένες καρδιές ήταν που ακούμπησαν η μία πάνω στην άλλη.

Ο Πέτρος είχε κλειστά τα μάτια και η μάσκα οξυγόνου στο στόμα του έκανε έντονο θόρυβο. Το σώμα του ήταν σκεπασμένο με το σεντόνι και ο θώρακας του τυλιγμένος με γάζες.

Η νοσοκόμα μπήκε και ειδοποίησε ότι πέρασαν τα πέντε λεπτά και έπρεπε να βγουν από το δωμάτιο.

«Πάμε, κορίτσι μου», την τράβηξε η Χριστίνα από το προσκέφαλο του κρεβατιού που το κρατούσε σφιχτά και έκλαιγε από πάνω του.

«Πώς είναι;», ρώτησαν με αγωνία οι γονείς της.

«Το κάταγμα στην σπονδυλική στήλη είναι άσχημο, μπορεί να τον αφήσει παράλυτο. Έχουν χτυπηθεί και ζωτικά όργανα. Είναι κρίσιμη η κατάσταση», εξήγησε η Χριστίνα στους γονείς της Αέλιας.

«Μόλις βγει από την εντατική θα τον μεταφέρουμε σε ιδιωτική κλινική. Θα αναλάβουμε εμείς το κόστος. Είσαι σύμφωνη, Χριστίνα;», πρότεινε η Ναταλί.

«Ναι. Σε ευχαριστώ», είπε και την αγκάλιασε. «Σας ευχαριστώ και τους δύο»

«Θα πάνε όλα καλά, είμαι σίγουρος», ξεφύσηξε ο Χριστόφορος και σταύρωσε τα χέρια του. «Θα μαθαίνουμε όλα τα νέα από Ιταλία μετά»

«Νομίζω ότι χρειάζομαι έναν καφέ τώρα. Πάμε να πάρουμε, καλέ μου;», ρώτησε η Ναταλί.

«Θα φέρουμε εμείς καλύτερα», πετάχτηκε η Αέλια και πήρε την Χριστίνα από το χέρι και κατέβηκαν στην καφετέρια. Ήθελε να την δει μόνη της για να μάθει περισσότερα.

«Ποια ήταν η αιτία;», ρώτησε μόλις έκατσαν στο τραπέζι.

«Είπαν ότι είχε πιει»

«Αυτό είναι εξωφρενικό, Χριστίνα. Πρέπει οπωσδήποτε να ζητήσεις τις εξετάσεις αίματος»

«Θα το κάνω», της υποσχέθηκε.

«Πού βρίσκεται το αυτοκίνητο; Ξέρεις;», ρώτησε μόλις η σερβιτόρα άφησε τους καφέδες. «Και δύο για έξω, παρακαλώ», θυμήθηκε και παρήγγειλε και για τους γονείς της.

«Όχι, δεν θυμάμαι να μου είπαν», απάντησε η Χριστίνα και χλόμιασε στην σκέψη πως ανέσυραν από εκεί μέσα τον Πέτρο.

«Θα το βρω εγώ. Θα βάλω ιδιωτικό ερευνητή. Θα μάθω τι έγινε εκείνη τη νύχτα. Θα…»

«Ηρέμησε, κορίτσι μου. Για ποιο λόγο θα τα κάνεις όλα αυτά;», ρώτησε η Χριστίνα και της έδωσε το χέρι της.

«Μη ρωτάς. Αλλά να θυμάσαι πως ό,τι μαθαίνουμε μένει μεταξύ μας»

«Ναι», συμφώνησε και τράβηξε το χέρι της για να μαζέψει τα κατάμαυρα μαλλιά της σε κότσο.

«Τι άλλο είπαν οι γιατροί;», ρώτησε η Αέλια και ακούμπησε την παλάμη της στο τραπέζι.

«Αν ξυπνήσει…»

«Θα ξυπνήσει!»

«Δεν ξέρουμε αν θα μπορέσει να περπατήσει ξανά ή αν έχει μόνιμη ζημιά σε κάποιο όργανο. Είπαν κάτι για τα νεφρά του», θυμήθηκε.

«Εντάξει Χριστίνα. Ό,τι μαθαίνεις θα μου το λες. Το ίδιο θα κάνω και εγώ. Θα έχουμε η μία την άλλη»

Η Αέλια έγραψε τα ονόματα των γιατρών στο σημειωματάριό της και πήγε στο γραφείο του χειρούργου. Την διαβεβαίωσε ότι θα χρειαστεί νεφρικό μόσχευμα και έχει μπει ψηλά στην λίστα αναμονής. Εκείνη ζήτησε να τους γίνει έλεγχος ιστοσυμβατότητας και να κάνει τις εξετάσεις που έπρεπε. Ο χειρούργος σημείωσε τα στοιχεία της για να την ειδοποιήσει και έσφιξαν τα χέρια.

Λίγες μέρες μετά έκλαιγε από χαρά κλεισμένη στο μπάνιο του πατρικού της στο Παλέρμο, μετά το τηλεφώνημα που δέχθηκε από την Χριστίνα. Μια λέξη ήταν αρκετή για να την κάνει να τρέξει κοντά του. «Ξύπνησε». Ετοίμαζε την βαλίτσα της με την μικρή Δούκισσα να παίζει στα πόδια της και δικαιολόγησε το ταξίδι στον Ρομπέρτο, λέγοντας ότι την χρειαζόταν η Κική για τα χαρτιά του γάμου που θα ήταν κουμπάρες με την Στέλλα. Οι φίλες της εκείνο το διάστημα εκτός από τους διοργανωτές του γάμου, ήταν σε συχνή επικοινωνία και με την Ιντερπόλ.

Κοιτώντας τα ελληνικά χώματα από το παράθυρο του αεροπλάνου, παρακάλεσε τον Θεό να μην επιτρέψει να χωριστεί από τον Πέτρο. Αλλά ακόμα και να γινόταν αυτό, να κέρδιζε ξανά την ζωή του. Η δική της δεν την ένοιαζε πια, την είχε κλέψει ούτως ή άλλως ο Ρομπέρτο.

Έκλεισε τα μάτια και ονειρεύτηκε ότι ανέβαινε σε ένα βουνό και προσπαθούσε να φτάσει στην κορυφή του, μα η κορυφή όλο και απομακρυνόταν. Έκατσε στην άκρη ενός γκρεμού έξω από ένα εκκλησάκι, όμως δεν μπορούσε να μπει μέσα γιατί ήταν κλειδωμένο. Τριγύρω υπήρχε ένας κουβάς με τούβλα και ένα φτυάρι ακουμπισμένο σε μια πινακίδα που έγραφε: «Προσεχώς! Αφιερωμένο στην Παναγία». Εκεί έκατσε και περίμενε να έρθουν οι εργάτες να το τελειώσουν.

Ξημερώματα έφτασε στο νοσοκομείο και περίμενε να ξεκινήσει την προετοιμασία. Της έδωσαν μια διάφανη ρόμπα να φορέσει και την μετέφεραν με το φορείο στο χειρουργείο. Οι νοσηλευτές ήταν σκυμμένοι από πάνω της και της έδιναν τις τελευταίες οδηγίες. Εκείνη τους άκουγε με αγωνία. Η νάρκωση την κοίμισε και οι γιατροί πήραν το απαραίτητο μόσχευμα.

Όταν συνήλθε στο δωμάτιό της, έκανε αμέσως εμετό. Η Χριστίνα που την περίμενε να ξυπνήσει, έτρεξε κοντά της να την βοηθήσει. Την κοίταξε και χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό. Η Αέλια χαμογέλασε και αυτή. Τα είχαν καταφέρει καλά μέχρι εκεί.

«Σε ευχαριστώ, αν έχανα και εκείνον θα τρελαινόμουν», της είπε και η Αέλια κατάλαβε ακριβώς πώς ένιωθε. Δεν μπορούσε ούτε εκείνη να φανταστεί την ζωή της χωρίς τον Πέτρο.

Η Χριστίνα μοίραζε τον χρόνο στα δύο δωμάτια με τις κόρες της που παράλληλα φρόντιζαν και τον Δούκα, το γάτο του Πέτρου, στο σπίτι τους.

Η Αέλια δεν παραπονιόταν παρόλο που πονούσε. Όμως και αυτό το ξέχασε όταν είδε ξανά τον Πέτρο. Η Χριστίνα την στήριξε από το χέρι για να πάει κοντά του. Τον είδε ακίνητο, να κουνάει μόνο τον αυχένα, δεν μιλούσε, δεν θυμόταν τι έγινε, ούτε πώς βρέθηκε εκεί.

Η Χριστίνα είχε ζητήσει να φέρουν τα ρούχα του για να ψάξουν με την Αέλια για τυχόν στοιχεία. Άνοιξαν την σακούλα και έβγαλαν από μέσα το σακάκι που φορούσε την νύχτα του τροχαίου.

Η Αναστασία και ο Τόνι μπήκαν στο δωμάτιο κρατώντας ανθοδέσμες και γλυκά και στάθηκαν δίπλα στο κρεβάτι με τους υπόλοιπους.

Ο Πέτρος προσπάθησε να αντιδράσει και έδειχνε έντονα με το βλέμμα του το σακάκι. Η Αέλια το έψαξε και έβγαλε το μαντήλι από το μισοσκισμένο πέτο. Το σταυρουδάκι της έπεσε μέσα στα χέρια της. Τα μάτια της βούρκωσαν και πήγε κοντά στον Πέτρο για να του ψιθυρίσει αυτό που μόνο εκείνος έπρεπε να ακούσει: «Είμαι πάντα μαζί σου, όπου κι αν βρίσκομαι. Δεν φοβάμαι τίποτα γιατί σε αγαπώ τόσο πολύ».

Εκείνος έκλεισε τα μάτια του μη μπορώντας να απαντήσει όσο πολύ κι αν το ήθελε.

«Τι έχεις εσύ;», ρώτησε ξαφνιασμένη η Αναστασία όταν παρατήρησε πως η Αέλια φορούσε πιτζάμες.

«Ήρθε η ώρα να σου πω κάποια πράγματα. Έλα και εσύ Τόνι», τους κάλεσε και την ακολούθησαν στο δωμάτιό της.

Έκατσαν πάνω στο κρεβάτι σε κύκλο και άκουσαν την Αέλια να τους αποκαλύπτει όλη την αλήθεια που τους έκρυβε τόσο καιρό και την έφερε μπροστά στις αποφάσεις που πήρε.

«Το είχαμε καταλάβει ότι κάτι συμβαίνει΄, αλλά έπρεπε να μας μιλήσεις, να βρούμε μια λύση όλοι μαζί, να μην το περνάς μόνη σου όλο αυτό»

«Δεν γινόταν Αναστασία, όποιος είναι κοντά μου κινδυνεύει και είναι ρίσκο που σας το λέω και τώρα»

«Ούτε οι γονείς σου το ξέρουν;»

«Κανείς. Κοιτάξτε τις εξετάσεις που έφερε η Χριστίνα. Τα επίπεδα αλκοόλ στο αίμα του Πέτρου είναι σχεδόν φυσιολογικά», είπε δείχνοντας τον αριθμό με το δάχτυλό της.

«Ο Πέτρος δεν θα οδηγούσε αν είχε πιει», συμφώνησε ο Τόνι.

«Φαίνεται ότι δεν απειλεί μόνο εσένα. Αφού ο Ρομπέρτο προκάλεσε το τροχαίο, πρέπει να το αποδείξουμε»

«Τόνι, συμφωνώ. Περιμένω από μέρα σε μέρα τα αποτελέσματα του ερευνητή που προσέλαβα. Έτσι θα έχω κάτι να ξεκινήσουμε. Μέχρι τότε με έχει στο χέρι»

«Αν δεν τον χώσουμε μέσα δεν θα σταματήσει», είπε ο Τόνι και έβγαλε ένα τσιγάρο από το πακέτο του. «Θα είμαι στο μπαλκόνι, κορίτσια», είπε και σήκωσε τα μανίκια της μπλούζας του.

«Άσε τον αυτόν. Όλο φιγούρα μου κάνει με τα φουσκωτά του μπράτσα», γέλασε η Αναστασία.

«Μου λείψατε τόσο πολύ!», είπε η Αέλια και αγκάλιασε την φίλη της.

«Πες μου τώρα πώς αποφάσισες να γίνεις δότρια;», την ρώτησε και ο Τόνι χτύπησε το παράθυρο για να το ανοίξουν.

«Θέλω να το ακούσω αυτό. Έχω και εγώ ερωτήσεις»

«Έμαθα ότι το νεφρό του δεν λειτουργούσε και ζήτησα να κάνω εξετάσεις μήπως ήμουν συμβατή. Και τελικά ήμουν»

«Ένα λεπτό», πετάχτηκε ο Τόνι. «Δότης δεν πρέπει να είναι κάποιος συγγενής; Εσένα πώς σε δέχτηκαν;»

«Όχι απαραίτητα. Μπορεί να είναι και κάποιος που συνδέεται συναισθηματικά μαζί του», απάντησε φυσικά η Αέλια.

«Ω! Θέλω να μάθω περισσότερα για αυτό. Τι άλλαξε;»

«Τι να άλλαξε; Είναι ο καλύτερος μου φίλος, δεν είπα ότι είμαι ερωτευμένη μαζί του»

«Είσαι και εκείνος αισθάνεται το ίδιο!»

«Τόνι, κόψε τις ανοησίες. Αν σε άκουγε, το πιο πιθανό είναι να γελούσε μαζί σου»

«Λοιπόν…», άλλαξε θέμα η Αναστασία για να βγάλει από την δύσκολη θέση την φίλη της. «Θα συναντήσω τα κορίτσια να οργανώσουμε το σχέδιο. Αλλά μη φοβάσαι, το μυστικό σου είναι ασφαλές»

«Όλα σου τα μυστικά»

«Άσε τον αυτόν είπαμε! Θα βρω εγώ κάτι να καθυστερήσω τον Ρομπέρτο μέχρι τα Χριστούγεννα που είναι ο γάμος της Κικής για να μείνεις εδώ. Χρειάζεσαι κάτι άλλο;»

«Άλλη μια αγκαλιά»

«Έρωτας… Θα γελούσε ο Πέτρος μαζί τους», μονολογούσε όταν έφυγαν. Θυμήθηκε τον καθηγητή της Φιλολογίας και χαμογέλασε. Είχε πει στον Πέτρο αυτή την ιστορία όταν ήταν στην κλινική και περίμεναν τα αποτελέσματα του τεστ DNA. «Ίδιος, είναι ακόμα ίδιος», έλεγε στα κορίτσια μετά το πάρτι της στο σπίτι της Φραντσέσκας. Μα δεν ήταν ίδιος. Δεν μπορεί να είναι κάποιος ίδιος μετά από τόσα χρόνια. «Είχε κάνει σοβαρή σχέση», θυμήθηκε. «Μα πού είναι αυτή η κοπέλα; Μήπως τον εγκατέλειψε μετά το τροχαίο; Δεν έχει εμφανιστεί στο νοσοκομείο τόσο καιρό». Έπιασε το βιβλιαράκι με τις προσευχές και ξεφύλλισε τις σελίδες να βρει την αγαπημένη της. «Εγώ πάντως δεν πρόκειται να φύγω. Αυτό για εμένα είναι αγάπη και ναι, το ξέρω ότι τον αγαπώ. Είναι γλυκός, αστείος, τρυφερός, όμορφος. Μου αρέσουν τα μάτια του, παίρνει αυτές τις εκφράσεις το πρόσωπό του. Συνέχεια θέλει να με κάνει να ντρέπομαι με τα πονηρά του αστεία. Περπατάει πιο ίσια από εμένα και δείχνει ωραίο το σώμα του. Είναι αδύνατος αλλά φαίνεται δυνατός. Και τα χέρια του μου αρέσουν όταν με κρατάει. Οι γραμμές στο πρόσωπό του είναι οι δρόμοι που περπάτησε. Με χαϊδεύει απαλά, τρυφερά γιατί με νοιάζεται και αυτός. Το βλέμμα του κουβαλάει τόσες ιστορίες και τις ξέρω όλες. Ξέρω τι σκέφτεται όταν με κοιτάει. Ότι είμαι η αγαπημένη του. Φιλία, αγάπη, έρωτας δεν μπερδεύονται. Αν έκρυβε κάτι παραπάνω η ψυχή του θα μου το έλεγε. Αν έκρυβε κάτι παραπάνω η δική μου θα το ήξερα. Έρωτας θα ήταν αν τον έβλεπα και ήθελα να πέσω στην αγκαλιά του. Μα ναι, αυτό θέλω να κάνω. Έρωτας θα ήταν αν δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτόν. Μα έτσι είναι, δεν θέλω να ζω χωρίς τον Πέτρο. Αρκετά, τα έχω μπερδέψει. Ο έρωτας είναι σαρωτικός. Αλλάζει τα πάντα. Άλλαξαν τα πάντα. Μα αυτό δεν είναι το φυσικό; Μπήκε ξανά στην ζωή μου και όλα άλλαξαν. Έγιναν καλύτερα. Έγινε φίλος, συνεργάτης, φύλαξε τα μυστικά μου, πραγματοποίησε τα όνειρά μου, κράτησε τις ελπίδες μου μη φύγουν, μου χάρισε τις πιο όμορφες παιδικές αναμνήσεις. Μου έμαθε να αγαπώ τον εαυτό μου για αυτό που είμαι, να κάθομαι στην άκρη και να παρατηρώ τον κόσμο, να τραγουδάω, να χορεύω, να πίνω τεκίλα», γέλασε και σταμάτησε το ξεφύλλισμα όταν βρήκε την προσευχή της και την διάβασε ως το τέλος. Κράτησε το βιβλιαράκι σφιχτά στο στήθος της και ξάπλωσε στο κρεβάτι κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Έκλεισε τα μάτια και είπε την ευχή μέχρι που αποκοιμήθηκε. Θα τα ξεμπέρδευε αργότερα, δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί.

Η Στέλλα, η Κική, η Αναστασία, ο Ιωάννης, ο Ιάσωνας και ο Τόνι τελείωναν μια παρτίδα τένις στο ιδιωτικό κλαμπ και τα αγόρια έχαναν δεκατρία – δεκαπέντε. Συναντήθηκαν στο εστιατόριο, διάλεξαν τραπέζι στην πιο ήσυχη πλευρά του και παράγγειλαν μεσημεριανό. Συζήτησαν τα νέα τους και τον επερχόμενο γάμο της Κικής.

«Τόνι εσύ με τι ασχολείσαι;», ρώτησε ο Ιωάννης. «Κι αν επιτρέπεται πώς είναι ολόκληρο το όνομά σου;»

«Αντώνιος, φίλε μου. Από μικρός αγαπούσα την μουσική, σπούδασα και άνοιξα ένα στούντιο. Είμαι παραγωγός»

«Και η φωνή σου όταν μιλάς έχει κάτι μουσικό, σαν να είσαι έτοιμος να τραγουδήσεις»

«Όλο με πειράζει η Αναστασία. Τελείωσε ο αδερφός της τις θεραπείες του και έχει πάρει τα πάνω της τελευταία»

«Αναστασία, αυτά είναι υπέροχα νέα! Ελάτε να κάνουμε μια πρόποση», είπε η Στέλλα και σήκωσε το ποτήρι της.

«Στον Κίμωνα», είπε τραγουδιστά ο Τόνι.

«Σε κάθε φανταστική νέα αρχή», ευχήθηκε όπως πάντα η Αναστασία.

«Έχει αργήσει ή μου φαίνεται;», ρώτησε ο Τόνι και έδωσε την σαλάτα στον Ιάσωνα.

«Είναι κανονισμένο, θα έρθει», τον διαβεβαίωσε κουνώντας θετικά το κεφάλι του.

«Θέλει και η παρέα του Πέτρου να βοηθήσει. Ό,τι χρειαστούμε είναι μέσα»

«Εντάξει. Θα τους ενημερώσουμε για τα επόμενα βήματα»

Ένας ηλικιωμένος άντρας που φορούσε καμπαρντίνα πλησίασε στο τραπέζι τους και άφησε έναν χαρτοφύλακα. Χαιρέτισε γρήγορα και έφυγε βάζοντας ξανά τα γυαλιά ηλίου του.

Ο Ιωάννης ειδοποίησε τους σερβιτόρους να μαζέψουν τα πιάτα και να σερβίρουν ουίσκι.

«Είναι συνταξιούχος πια, μας έκανε μεγάλη χάρη», είπε ο Ιάσωνας για τον αξιωματικό και έδωσε στον καθένα από ένα φάκελο.

«Αν γίνουν λάθη θα μας ξεφύγει», προειδοποίησε ο Τόνι.

«Όσοι μας χρωστούν θα μας ξεπληρώσουν τώρα. Ό,τι μέσο έχουμε θα το βάλουμε», είπε η Αναστασία.

Καθισμένος σε αμαξίδιο, ο Πέτρος βγήκε από το νοσοκομείο με την Χριστίνα για να εγκατασταθούν στην ιδιωτική κλινική όπως κανόνισε η Ναταλί.

Ο Χριστόφορος επέστρεψε στην Ελλάδα για να ανασυγκροτήσει τον Όμιλο που μετά από τόσες αλλαγές βρισκόταν στα πρόθυρα της καταστροφής. Έμαθε ότι ο Πέτρος μεταφερόταν στην ιδιωτική κλινική μετά από επιτυχημένη μεταμόσχευση νεφρού και θα ξεκινούσε φυσικοθεραπείες για να περπατήσει ξανά. Τον επισκεπτόταν μερικές φορές τη βδομάδα για να βεβαιωθεί ότι δεν του λείπει τίποτα.

Η διάθεση του Πέτρου ήταν εύθραυστη και δεν είχε πολλή όρεξη να ασχοληθεί με τις κινήσεις που του έδειχναν οι θεραπευτές. Η μνήμη του είχε επανέλθει σταδιακά και είχε θυμώσει με τον εαυτό του. Αν ο Ρομπέρτο ευθυνόταν για το τροχαίο, τότε ήταν ικανός να βλάψει και την Αέλια. Ήταν έτοιμος να παραδεχτεί τα αισθήματά του αλλά τώρα έπρεπε να της πει να μείνει μακριά του.

Ο Ρομπέρτο είχε καταφέρει να κάνει δύο ανθρώπους που αγαπιούνται να υπομένουν την ταπείνωση και το φόβο, ο ένας για το χατίρι του άλλου. Θεός στη θέση του Θεού έπαιρνε αποφάσεις για τις ζωές τους αδιαφορώντας εντελώς για τις συνέπειες.

«Πώς τον άντεχες τόσο καιρό;», την ρώτησε ο Ρομπέρτο ξαπλωμένος στο κρεβάτι ενός ξενοδοχείου στο Κορλεόνε ανάμεσα σε πουπουλένια παπλώματα.

«Άντεχα για σένα φυσικά, νομίζεις ότι μου άρεσε; Ακόμα έχω αυτήν την απαίσια μουσική στα αυτιά μου, μη τα θυμάμαι γιατί με πιάνει πονοκέφαλος», απάντησε η Τάνια και σηκώθηκε από το κρεβάτι.

Έπιασε ένα φόρεμα από την βαλίτσα και άρχισε να ντύνεται μπροστά στον καθρέφτη. Ήταν μαυρισμένη από το ταξίδι τους στην Καραϊβική και πίσω από το λαιμό είχε ένα μικρό χρωματιστό τατουάζ. Τα ασημένια βραχιόλια στα χέρια της λαμπύριζαν όταν τα κουνούσε. Δεν τα αποχωριζόταν ποτέ γιατί τα θεωρούσε ακριβά επειδή έλαμπαν.

«Έζησε έμαθα», συμπλήρωσε.

«Ναι, τον καθήλωσες σε καρέκλα και αυτό δεν ήταν στο σχέδιο. Τον ήθελα νεκρό, αρκετά με καθυστέρησε»

«Να έβαζες έναν ειδικό», είπε αδιάφορα και έπεσε στην αγκαλιά του. Της έφτανε που βρήκε μια καλή αφορμή για να μην μπει μαζί του στο αμάξι εκείνο το βράδυ.

Ο Ρομπέρτο είχε αρκετό χρόνο να μείνει με την Τάνια κρυμμένος στο ξενοδοχείο. Κάποιες παλιές φωτογραφίες του με τον πρώην υπουργό Αμύνης κυκλοφόρησαν ξανά στο διαδίκτυο. Τις φωτογραφίες αυτές μαζί με τα έγγραφα πέρασε στη βάση δεδομένων της η Ιντερπόλ στέλνοντας σήμα εντοπισμού στις ελληνικές και ιταλικές αρχές.

Θα γινόταν και δεύτερη αυτοψία στο αυτοκίνητο και ο εμπειρογνώμονας θα διαπίστωνε κόψιμο στο σύστημα των φρένων από ανθρώπινο χέρι.

CC

Συνεχίζεται…

One response to “Αέλια – Μέρος 7ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading