Αέλια – Μέρος 8ο

Προηγούμενο

Εκείνο το πρωινό, η Αέλια κατέβηκε από το δωμάτιό της και είδε τον μπαμπά της να κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας σκυμμένος πάνω από ένα παλιό άλμπουμ. Γύρω του φαινόταν η προσπάθειά του να φτιάξει μόνος του το πρωινό του. Λερωμένα κουτάλια και μαχαίρια, ένα ανοιγμένο βάζο με μαρμελάδα και δύο κομμένες φέτες ψωμί.

«Καλημέρα, μπαμπά. Τι κοιτάζεις;»

«Μια παλιά φωτογραφία του»

«Μπαμπά…»

«Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν έχει επικοινωνήσει μαζί μας τόσα χρόνια. Δεν έχει δώσει ένα σημείο ζωής. Εσύ, Αέλια, ξέρεις αν είναι καλά;»

«Δεν ξέρω, μπαμπά»

Ήταν το μεγαλύτερο ψέμα που του είπε ποτέ.

«Πού πας; Στη δουλειά; Δεν θα φάμε μαζί; Να σου φτιάξω πρωινό; Η κυρία Φράνσις φτάνει το βράδυ και θα τρώμε καλύτερα από αύριο»

Η Αέλια στάθηκε στην πόρτα με τα χέρια της γεμάτα φακέλους με αντίγραφα εγγράφων. Φορούσε ένα λουλουδάτο φόρεμα που της είχε διαλέξει μια μέρα ο Πέτρος ενώ περνούσαν από τα μαγαζιά. Ήταν ένα δώρο που έφερνε την άνοιξη όταν δεν υπήρχε μέσα της.

«Δεν πηγαίνω στον Όμιλο, μπαμπά, πάω στην κλινική να δω τον Πέτρο»

«Αέλια», είπε και σκούπισε το πρόσωπό του. «Ο Πέτρος έχει ξεπεράσει τον κίνδυνο και μπορείς να γυρίσεις κανονικά στις υποχρεώσεις σου»

«Θέλω να τον δω», είπε και οι λέξεις βγήκαν τόσο φυσικά από το στόμα της.

«Μου φαίνεται ότι δεν ασχολείσαι αρκετά με τις ετοιμασίες του γάμου», ξερόβηξε. «Πλησιάζει η ώρα και δεν έχεις διαλέξεις ούτε νυφικό»

«Θα το ράψει η μαμά», απάντησε και ο πατέρας της χαμογέλασε ικανοποιημένος.

«Αυτό είναι πολύ όμορφο, γλυκιά μου»

«Μπορώ να πάω τώρα; Υπόσχομαι το μεσημέρι να είμαι στο γραφείο και το βράδυ να φάμε έξω. Τι λες;»

«Θα μου άρεσε να δειπνήσουμε μαζί»

«Σύμφωνοι»

Στην κλινική, ο Πέτρος στεκόταν ανάμεσα σε δύο ράμπες που κρατούσε όσο πιο σφιχτά μπορούσε, μα τα χέρια του έτρεμαν. Δεν μπορούσε ακόμα να βηματίσει, αλλά μάθαινε ξανά να στέκεται όρθιος.

«Δεν μπορώ άλλο», είπε όταν είδε την Αέλια και ο θεραπευτής τον βοήθησε να καθίσει στο αμαξίδιο.

«Θα τον πάω εγώ», είπε εκείνη αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή και έπιασε τα χερούλια σπρώχνοντας τον αργά. Βγήκαν στον διάδρομο και ο Πέτρος άρχισε να κινεί μόνος του τις ρόδες. Η Αέλια τον προσπέρασε και πάτησε το κουμπί του ασανσέρ. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε τους φακέλους με τα στοιχεία.

«Έχω κάτι στο αυτοκίνητο που θέλω να δεις»

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που κρατούσε ο ένας το χέρι του άλλου βγήκαν από το ασανσέρ και όταν οι πόρτες έκλεισαν, η Αέλια γονάτισε αποκαρδιωμένη στα πόδια του.

«Θα το μάθει αργά ή γρήγορα», μουρμούρισε εκείνος και ένιωσε την καρδιά του να θέλει να σπάσει σε κομμάτια.

«Ας το μάθει»

«Θα μας σκοτώσει και τους δύο»

«Θα του δώσω ό,τι χρειαστεί, ας τα πάρει όλα»

«Τι είναι αυτά που λες; Θα αφήσεις την οικογένειά σου στον δρόμο; Όσα απέκτησαν με τόσο κόπο θα τα πετάξεις;»

«Πέτρο…»

«Ξέρεις τι μου είπε στην δεξίωση; Πως αν δεν μείνω μακριά σου θα με σπάσει. Και το έκανε. Μόνο έτσι έχεις ελπίδα να γλυτώσεις, γι’ αυτό σου ζητάω να φύγεις αμέσως. Μη με ακολουθήσεις και μην ξανάρθεις εδώ»

Το βράδυ, η Αέλια έφτασε στο εστιατόριο να συναντήσει τον πατέρα της. Το προσποιητό της χαμόγελο είχε γίνει πια κομμάτι του εαυτού της.

«Δεν σου αρέσει το φιλέτο;», ρώτησε ο Χριστόφορος βλέποντας την κόρη του να μετακινεί με το πιρούνι τα κομμάτια πέρα δώθε στο πιάτο.

«Δεν έχω φάει ωραιότερο», απάντησε αφηρημένη. «Πέρασα και είδα την βαφτιστήρα μου πριν, γι’ αυτό καθυστέρησα. Μίλησα και με την κυρία Φράνσις, έφτασε καλά και είναι στο σπίτι»

«Ωραία. Είναι σημαντικό να περνάς όσο περισσότερο χρόνο μπορείς με την μικρή. Είδες εκείνους που ήρθαν το μεσημέρι στον Όμιλο;»

«Ναι, μέχρι να τελειώσω τον έλεγχο της τριμηνίας μιλούσες ακόμα μαζί τους»

«Κάλεσα την δίωξη. Εδώ και κάποιες μέρες παρατήρησα ένα κενό στο λογαριασμό της εταιρίας», είπε και ξεφύσηξε βαριά.

«Μήπως ήταν τα έξοδα του αρραβώνα; Ο Ρομπέρτο μου είπε ότι τα χρέωσε στον Όμιλο»

«Όχι. Πήρα αναλυτικό λογαριασμό από το ξενοδοχείο αλλά ήταν πολλά περισσότερα αυτά που έλειπαν»

«Ίσως η πληρωμή της κλινικής και οι θεραπείες του Πέτρου»

«Όχι», απάντησε και άφησε απότομα το ποτήρι που κρατούσε στο τραπέζι. Ένιωσε το χέρι του να μουδιάζει και το κεφάλι του να βαραίνει.

«Πόσο ήταν πια αυτό το ποσό, βρε μπαμπά;»

«Διακόσια εκατομμύρια»

«Αυτό δεν είναι κενό στον λογαριασμό, αυτό είναι διαρροή στον Όμιλο!», πέταξε τα μαχαιροπίρουνα στο τραπέζι. «Τον αλήτη! Έχει ξεπεράσει κάθε όριο πια»

«Ποιος…», μουρμούρισε ο Χριστόφορος αλλά δεν μπόρεσε να τελειώσει την φράση του.

«Έπρεπε να σου έχω μιλήσει πιο νωρίς, μπαμπά! Δεν ήθελα να φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Νόμιζα ότι σας προστάτευα αλλά στην πραγματικότητα του κέρδιζα χρόνο…»

Την κοίταζε πια ανέκφραστος, δεν κουνιόταν ούτε ένας μυς στο πρόσωπό του.

«Μπαμπά; Τι συμβαίνει;», ρωτούσε κοιτώντας γύρω της αγχωμένη. «Μπαμπά, διάβασε μου αυτό», είπε και άρπαξε τον κατάλογο. Τέντωσε το σώμα της πάνω από το τραπέζι και τον έφερε μπροστά στο πρόσωπό του. Εκείνος πρόφερε κάποια ανακατεμένα σύμφωνα που δεν έβγαζαν κανένα νόημα.

«Θεέ μου, μπαμπά, παθαίνεις εγκεφαλικό! Βοήθεια, σας παρακαλώ! Έναν γιατρό! Ο μπαμπάς μου…», φώναξε και οι λυγμοί την έπνιξαν.

Χαράματα, έξω από το νοσοκομείο, η Αέλια κάπνιζε και βημάτιζε νευρικά πάνω κάτω πατώντας στο κινητό τον αριθμό της μαμάς της.

«Καλημέρα κοριτσάκι μου»

«Μαμά, είμαστε στο νοσοκομείο», είπε με μια ανάσα.

«Τι έγινε πάλι; Τι φοβερό αυτό με τα νοσοκομεία τελευταία. Τι συνέβη; Ας είναι το τελευταίο, Θεέ μου. Ανησυχώ πολύ! Είστε καλά; Είναι ο Ρομπέρτο μαζί σου; Έχω να ακούσω νέα του τόσο καιρό και δεν ξέρω τι συμβαίνει»

«Μαμά, πάρε μια ανάσα», είπε και κατέβασε το κινητό για να φτιάξει τη φωνή της μη καταλάβει ότι κλαίει. «Ο μπαμπάς έπαθε εγκεφαλικό. Ένα λεπτό, ηρέμησε. Ναι, είναι καλά. Από την πίεση της δουλειάς είπαν οι γιατροί. Όχι, να μην πάρεις το αεροπλάνο να έρθεις. Εντάξει θα στον δώσω να του μιλήσεις. Περίμενε να πάω μέσα, εντάξει μαμά;»

Ανέβηκε στον όροφο και είδε τον μπαμπά της να μιλάει με την κυρία Φράνσις. Έδωσε το τηλέφωνο και ζήτησε να την ειδοποιήσουν αν περάσει ο γιατρός. Κατέβηκε στο σαλόνι για να συναντήσει τους φίλους της που την περίμεναν και τους καθησύχασε και αυτούς.

«Δόξα τω Θεώ που είναι καλά ο πατέρας σου», έκανε τον σταυρό της η Κική.

«Πέρασε ευτυχώς. Όμως κάποιος από εμάς θα είναι ο επόμενος», είπε ο Τόνι. «Ειδικά αν μάθει ότι η Αναστασία ήταν αυτή που δημοσίευσε τις φωτογραφίες του»

«Δεν θα το μάθει, πλήρωσα καλά», απάντησε και τίναξε τις ξανθές της μπούκλες κοντά στο πρόσωπο του Τόνι.

«Αυτός θα πληρώσει καλύτερα», είπε η Στέλλα.

«Με τα διακόσια εκατομμύρια που έκλεψε από τον Όμιλο αυτό είναι το μόνο σίγουρο», τους αποκάλυψε με μια ανάσα.

«Μα τι λες;», αναστατώθηκε η παρέα.

«Ναι. Αν δεν τα καλύψουμε, είτε θα πρέπει να κηρύξουμε πτώχευση, είτε ο πατέρας μου θα χάσει την θέση του αν το αποφασίσουν οι εταίροι»

«Έχεις καμιά ιδέα πού κρύβεται ο Ρομπέρτο;», ρώτησε ο Τάκης.

«Όχι, αλλά το σίγουρο είναι ότι θα εμφανιστεί στον γάμο μας»

«Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι αν δεν τον σταματήσουμε ως την άνοιξη θα τον παντρευτείς», είπε η Σου και έβγαλε την ζακέτα της ξεφυσώντας.

Ο Τόνι σηκώθηκε σκεπτικός και στάθηκε δίπλα στην Αέλια.

«Πιστεύεις ότι ο γάμος όντως θα τον σταματήσει;», την ρώτησε και σταύρωσε τα χέρια του.

«Ναι, γιατί ο γάμος αυτός είναι ένα συμβόλαιο»

«Τι σημαίνει αυτό;», ρώτησε η Αγγελική.

«Θα υπογράψει ένα έγγραφο που θα εγγυάται την ασφάλεια την δική μου και των οικείων μου για να έχει αυτά που θέλει»

«Ο Πέτρος θα το συντάξει;», ρώτησε απογοητευμένη η Στέλλα που δεν μπορούσε με τίποτα να δεχτεί όσα άκουγε.

«Όχι», είπε μίζερα η Αέλια. «Ο Πέτρος δεν έχει μάθει τίποτα από αυτά»

«Βιτρίνα ο γάμος», κούνησε το κεφάλι του ο Τόνι. «Γιατί έχω την εντύπωση ότι σε απειλεί και με κάτι άλλο που δεν μας έχεις πει;»

Η Αέλια πήρε μια βαθιά ανάσα και έκατσε στην πολυθρόνα απέναντί τους.

«Έχει πολλούς άσους στο μανίκι του. Με απειλεί ότι θα αποκαλύψει μυστικά της οικογένειάς μου και ένα από αυτά, αν το μάθει ο Πέτρος θα με μισήσει»

«Νομίζω ότι έχω μια ιδέα», είπε απρόσμενα ο Ιωάννης. «Αν συμφωνεί η Κική φυσικά»

«Θέλουμε να μάθουμε!», είπαν όλοι και μαζεύτηκαν τριγύρω του να ακούσουν.

Η δεξίωση του αρραβώνα της Κικής έγινε την πρώτη ημέρα του Δεκεμβρίου.

Από τα στρογγυλά τραπέζια κρέμονταν βαριά υφάσματα και δίπλα στα σερβίτσια με τα μαχαιροπίρουνα ήταν τοποθετημένες μικρές καρτέλες με ευχές. Τα μικροσκοπικά λαμπιόνια έμοιαζαν με μικρά αστέρια που κρύφτηκαν ανάμεσα στους καλεσμένους και έκαναν πιο ζέστη την πελώρια αίθουσα που έμοιαζε βγαλμένη από Χριστουγεννιάτικη ιστορία.

Η Αναστασία έκανε νόημα στην Αέλια να κοιτάξει πίσω της. Ο Πέτρος καθισμένος στο αμαξίδιο περίμενε με τον Τόνι στην είσοδο τον μετρ να τους δείξει τις θέσεις τους. Πέρασαν από δίπλα τους και ο Τόνι τις χαιρέτισε ενώ ο Πέτρος μιλούσε με τον Ιάσωνα που περπατούσε δίπλα τους.

Η Αέλια έκατσε δίπλα του και με την άκρη του ματιού της κοίταξε τον Πέτρο. Φορούσε ένα από τα αγαπημένα της γκρι κοστούμια και τα μαλλιά του είχαν αρχίσει ξανά να μακραίνουν. Στον λαιμό του έβλεπε κάποια σημάδια που δεν είχαν φύγει ακόμα. Το άρωμά του της φάνηκε καινούργιο αλλά μετά κατάλαβε ότι ήταν ένα ιταλικό που του είχε κάνει δώρο πριν καιρό για τα γενέθλιά του. Ο Πέτρος έσκυψε προς το μέρος του Τόνι που καθόταν από την άλλη πλευρά και του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Έσπρωξε τις ρόδες και βγήκε έξω από την αίθουσα. Η Αέλια ρώτησε με τα χέρια της τον Τόνι τι του είπε.

«Πάει για τσιγάρο», της απάντησε.

Τράβηξε αμέσως την πετσέτα από τα πόδια της και την άφησε δίπλα στο πιάτο. Τον ακολούθησε μέχρι την βεράντα και βγήκε έξω μαζί του. Ένιωσε το κρύο να την τυλίγει και τον είδε να βάζει ένα τσιγάρο στο στόμα του. Εκείνος παρατήρησε το μίνι ροζ φόρεμά της με φουντωτούς ταφτάδες και της είπε ότι έμοιαζε με παγωμένη καραμέλα.

«Μπορώ;», ρώτησε δείχνοντας το πακέτο του.

Ο Πέτρος έβγαλε τον αναπτήρα του και άναψε το τσιγάρο της κοιτώντας το πρόσωπό της και σκέφτηκε ότι έμοιαζε με πορσελάνινης κούκλας.

«Μου έλειψες», του είπε εκείνη και ένιωσε την ανάγκη να πέσει στην αγκαλιά του και να ξυπνήσει από το κακό όνειρο που ζούσε.

«Ό,τι σου έλειψε, ό,τι κι αν ήταν αυτό, δεν υπάρχει πια»

«Δεν με κάνει ένα αμαξίδιο να σε αγαπώ λιγότερο, τίποτα δεν αλλάζει»

«Θα τον παντρευτείς;», ρώτησε και φύσηξε τον καπνό που μπερδεύτηκε με τον αέρα και την ανάσα του που έκαιγε.

«Θα το κάνω, αν αυτό σημαίνει ότι θα μπει φυλακή. Είναι κάποια πράγματα που ήθελα να σου πω και δεν με άφησες»

«Έχουν μπερδέψει πολύ τα πράγματα, δεν ξέρω τι σχέδια έχεις στο μυαλό σου, αλλά είσαι αρραβωνιασμένη και περιπλέκονται τα πράγματα»

«Τι άλλαξε;»

Ο Πέτρος κατάπιε απότομα τον καπνό και ξερόβηξε. Σταγόνες βροχής άρχισαν να πέφτουν δειλά και μια βροντή ακούστηκε από μακριά.

«Έρχεται καταιγίδα. Καλύτερα να πάμε μέσα»

Εκείνη γονάτισε δίπλα του και έπιασε τις ρόδες του αμαξιδίου για να τον σταματήσει.

«Απάντησέ μου», είπε και τα μάτια της καρφώθηκαν στα δικά του. Δεν ήξερε τι φοβόταν περισσότερο να ακούσει, αλλά αν δεν την αγαπούσε πια, θα σκότωνε τον Ρομπέρτο με τα ίδια της χέρια.

«Ας το παραδεχτούμε λοιπόν πρέπει να ζούμε ως ξένοι, παρότι η αδιαίρετη αγάπη μας είναι ένα», απήγγειλε και τα χέρια του την έκλεισαν στην αγκαλιά του.

«Μα τι χρειάζονται όλα αυτά; Τέτοια είναι η στοργή μου, που είσαι δικός μου και η καλή σου η φήμη είναι δική μου», απάντησε με τον τελευταίο στίχο του σονέτου.

Δεν μπορούσε να κρύβει το χαμόγελό της. Λίγα λεπτά μαζί του και ένιωθε λες και γεννήθηκαν μέσα στης χίλια μικρά όνειρα ελπίδας.

Με αυτήν την διάθεση ξεκίνησε να σχεδιάζει με τον αρχιτέκτονα τον ναό που είχε δει στον ύπνο της. Έτσι, στην άκρη ενός γκρεμού, ακούμπησε ένας εργάτης το φτυάρι του δίπλα στην επιγραφή που έλεγε «αφιερωμένο στην Παναγία». Όπως ακριβώς το είχε ονειρευτεί η Αέλια. Περίμενε με ανυπομονησία να τελειώσει το έργο και για να καλύψει το κόστος, πούλησε μερικά από τα κοσμήματά της. Ο πρώτος που μπήκε στον ναό ήταν ο Χριστόφορος. Κρατούσε το χέρι της κόρης του κλεισμένο στο δικό του. Η υγεία του ήταν καλύτερη από πριν και με ψυχραιμία πήρε κάποιες αποφάσεις με την οικογένειά του για να καλύψουν το χρηματικό ποσό που χάθηκε. Πούλησε ακίνητα και ένα μέρος του στόλου του για να γλυτώσουν την πτώχευση. Η Ναταλί πούλησε τη μπουτίκ της και δούλευε πια σαν πρώτη μοδίστρα σε οίκο υψηλής ραπτικής.

Πρώτη ημέρα της άνοιξης, ο Πέτρος μπήκε στο διαμέρισμα του και η Αέλια με τις γάτες τον παρακολουθούσαν από το μπαλκόνι της κρεβατοκάμαρας της. Θα έμενε πολλές μέρες κλεισμένος στο σκοτάδι του ενώ η Αέλια λουζόταν από ένα πρωτόγνωρο φως που ακτινοβολούσε τριγύρω της. Ένα βήμα πριν το τέλος και οι ελπίδες της είχαν επιτέλους αναπτερωθεί.

Ένα βράδυ, επέστρεφε από δείπνο με τα κορίτσια όπου συναντήθηκαν με έναν οικογενειακό φίλο της Στέλλας, που θα τους βοηθούσε με τα στοιχεία τους. Είδε την θεία του Πέτρου να φεύγει από το διαμέρισμα και να μπαίνει σε ταξί. Την χαιρέτισε από μακριά και αμέσως έβαλε τα κλειδιά πίσω στην τσάντα της. Δεν θα πήγαινε σπίτι της. Ο Πέτρος χρειάστηκε μερικά λεπτά να ανοίξει την πόρτα και φορούσε τις πιτζάμες του.

«Σε ξύπνησα;», τον ρώτησε διστακτικά.

«Όχι, έβαζα μια ταινία να δω. Τι κάνεις εδώ;»

«Θέλεις να δούμε μαζί την ταινία;»

«Δυσκολεύομαι να πω όχι. Γιατί το κάνεις αυτό;»

«Ήθελα να σε δω, Πέτρο»

«Έλα σε λίγα λεπτά μέσα. Θέλω να αλλάξω», είπε και έσπρωξε τις ρόδες προς το υπνοδωμάτιό του.

Η Αέλια όσο περίμενε στο σαλόνι, έβαλε ένα ποτό και έναν δίσκο με διασκευές να παίζει. Κοίταξε το ρολόι της και χτύπησε την πόρτα του δωματίου του πριν μπει. Ο Πέτρος καθισμένος στο αμαξίδιο προσπαθούσε ακόμα να βγάλει τις πιτζάμες και να φορέσει ρούχα.

Εκείνη πλησίασε αργά και με απαλές κινήσεις τον βοήθησε να ντυθεί. Κοίταξε τα σημάδια στο σώμα του και σκέφτηκε πόσο θα πόνεσε, πόσο θα φοβήθηκε παγιδευμένος μέσα στο αυτοκίνητο. Γύρισε ίσια μια μπλούζα που ήταν πάνω στην πολυθρόνα και ο Πέτρος σήκωσε τα χέρια να την φορέσει. Εκείνη άγγιξε το θώρακά του στα σημεία που είχε χτυπήσει, μια μια τις πληγές που υπέστη εξαιτίας της. Ο Πέτρος άκουγε την καρδιά του να χτυπάει και ένιωθε ότι θα ξεριζωθεί από το στήθος του. Αισθανόταν τα δάχτυλά της ζεστά και απαλά πάνω στο σώμα του και ανησυχούσε ότι θα νιώσουν τον παλμό του. Κούμπωσε μόνος του τα κουμπιά της μπλούζας και την είδε να κάθεται ανακουφισμένη στην πολυθρόνα απέναντί του.

«Είδες; Δεν ήταν τόσο δύσκολο», είπε και έπιασε τα πόδια της να μην δει ότι τρέμουν.

«Θα πιείς κάτι;», την ρώτησε.

«Έχω βάλει ουίσκι. Να βάλω και για σένα;»

«Ναι, ένα το ποτό το χρειάζομαι», απάντησε εκείνος.

Η Αέλια ακούμπησε τα ποτήρια τους σε έναν δίσκο πάνω στο κρεβάτι και έβαλε την ταινία να παίζει. Το «Κεντρί» ήταν η αγαπημένη ταινία του Πέτρου από τότε που την είχε δει πρώτη φορά παρέα με τον πατέρα του. Έσκυψε, τον έκλεισε σφιχτά στην αγκαλιά της και τον σήκωσε όρθιο. Με αργά βήματα τον βοήθησε να ξαπλώσει στο κρεβάτι και έβαλε στην πλάτη του δύο μαξιλάρια. Άφησε τα παπούτσια της στην άκρη και ξάπλωσε στην άλλη πλευρά δυναμώνοντας την ένταση με το τηλεχειριστήριο. Έπιασε το χέρι του και το έκλεισε μέσα στο δικό της. Η στάθμη στο μπουκάλι ολοένα και κατέβαινε και ξαφνικά τράβηξε την παλάμη της που είχε ιδρώσει. Ήθελε να βρει μια δικαιολογία να φύγει όσο πιο γρήγορα γινόταν.

«Χρειάζεσαι κάτι άλλο;», πετάχτηκε από το κρεβάτι και άρπαξε τα παπούτσια της.

«Φεύγεις; Δεν θα δεις το τέλος;»

«Ξέχασα ότι έχω κάτι έγγραφα σε εκκρεμότητα και πρέπει να πάω νωρίς στο γραφείο αύριο», είπε σκύβοντας να τον φιλήσει και άγγιξε την άκρη των χειλιών του. Έμεινε ακίνητη, κατακόκκινη, ξαφνιασμένη μπροστά σε αυτό το φιλί.

«Συγγνώμη», ψέλλισε.

«Δεν ήταν και κανένα τρομερό λάθος», πήγε να της πει αλλά εκείνη είχε ήδη εξαφανιστεί.

Την υπόλοιπη βραδιά, ο καπνός του τσιγάρου της ταξίδευε πάνω από τον κήπο. Ήταν άδειος κάτω από τον γεμάτο ουρανό. Πού και πού άγγιζε με το χέρι που κρατούσε το τσιγάρο την άκρη των χειλιών της. Ένιωθε ακόμα τα δικά του.

Η δική της πόρτα χτύπησε το επόμενο βράδυ και η κυρία Φράνσις άρχισε να φωνάζει. Ο Ρομπέρτο όρμισε στο σπίτι ενώ ο φρουρός ήταν πεσμένος στην είσοδο.

«Πού είναι αυτή;», ρωτούσε αλλά η οικονόμος κοιτούσε τον αναίσθητο φρουρό και ούρλιαζε.

«Τι έκανες;», φώναξε η Αέλια κατεβαίνοντας γρήγορα τα σκαλοπάτια από το υπνοδωμάτιό της. Το τηλέφωνο στο δωμάτιο της χτυπούσε σαν τρελό. Ο Πέτρος που τον είδε από το μπαλκόνι του προσπάθησε να την ειδοποιήσει. Άκουγε τις φωνές από το σπίτι της και ένιωθε ανήμπορος να την προστατεύσει.

«Μείνε μαζί του. Βεβαιώσου ότι είναι καλά», είπε στην οικονόμο της, δείχνοντας τον φρουρό και βγήκε στο σαλόνι όπου την περίμενε ο Ρομπέρτο.

Κάπνιζε ατάραχος ένα από τα μεγάλα πούρα του και κοιτούσε τις φωτογραφίες που ήταν πάνω στον μπουφέ. Σε πολλές η Αέλια ήταν μαζί με τον Πέτρο.

«Ωραία περνούσατε τα δύο σας»

«Πώς στο καλό έφτασες στην Ελλάδα;»

«Νόμιζες ότι θα με σταματήσεις; Αφού ξέρεις ότι χρησιμοποιώ ό,τι μέσο έχω για να πετύχω αυτό που θέλω. Αλλά μάλλον και εσύ έχεις βάλει κάποιο δικό σου μέσο για πετύχεις κάτι. Αγαπάς τις φωτογραφίες σωστά;», υπονόησε για τις δημοσιεύσεις που έγιναν εναντίον του.

«Με χτύπησες στο αδύνατο σημείο μου, αλλά έχεις και εσύ πολλά. Και αν έχεις και άλλα θα τα βρω, να είσαι σίγουρος»

«Ώστε με απειλείς και εσύ τώρα; Μήπως να το βάλουμε και αυτό στο συμβόλαιο του γάμου; Μάλλον πρέπει να πάρω ξανά το πάνω χέρι. Δεν είμαι ένας άντρας που έχει μάθει να του τη φέρνει μια γυναίκα»

Την άρπαξε από το χέρι και την έσυρε μέχρι την κρεβατοκάμαρά της. Την πέταξε στο κρεβάτι και την ακινητοποίησε. Το κινητό της χτύπησε ξανά και ο Ρομπέρτο είδε το όνομα του Πέτρου και έβρισε.

«Γειά σου, φίλε μου», απάντησε κοροϊδευτικά στο τηλέφωνο. «Είμαι στο κρεβάτι με την αγαπημένη σου. Ναι, ήμουν σίγουρος ότι έχεις ειδοποιήσει την αστυνομία. Αφού είσαι δειλός και ανίκανος να έρθεις να σώσεις την καλή σου!», έκλεισε απότομα το τηλέφωνο. «Όπως βλέπεις, γλυκιά μου, μας διέκοψαν», μονολόγησε και ίσιωσε την γραβάτα του. «Το συμβόλαιό μας αλλάζει. Και η ώρα για να πετύχω το στόχο μου έχει φτάσει, μην έχεις αμφιβολίες για αυτό», της είπε και εξαφανίστηκε από το σπίτι της.

Η αστυνομία έφτασε λίγα λεπτά αργότερα και άρχισαν να χτενίζουν την περιοχή για να βρουν τον Ρομπέρτο. Το ασθενοφόρο μετέφερε τον φρουρό στο νοσοκομείο που είχε υποστεί κάταγμα στο σαγόνι από το χτύπημα που δέχθηκε.

«Κάποιος στο λιμενικό κάνει τα στραβά μάτια», είπε ο αστυφύλακας. «Θα είμαστε σε επικοινωνία και για οτιδήποτε να με καλέσετε σε αυτόν τον αριθμό»

Η Αέλια πήρε την κάρτα του και σταύρωσε τα χέρια της. Είχε μπλεχτεί σε έναν ιστό τόσο καλοραμμένο, που φαινόταν να μην έχει διέξοδο. Εκεί που ένιωθε ότι πατούσε ξανά στα πόδια της, αρκούσε μια εμφάνιση του Ρομπέρτο για να της ρίξει ξανά το ηθικό. Φοβήθηκε από την ξαφνική επίσκεψή του ότι δεν θα έπεφτε στην παγίδα της. Προσπάθησε να μην χάσει την ελπίδα της και να μην τον αφήσει να πάρει την δύναμή της που είχε κάνει τόσο κόπο να ανακτήσει. Ήταν τυχερή που δεν ήταν εκεί ο πατέρας της. Έβαλε ένα ποτό. Και μετά άλλο ένα. Στο τρίτο ποτό, πήρε τα κλειδιά και εξαφανίστηκε από το σπίτι.

CC

Συνεχίζεται…

One response to “Αέλια – Μέρος 8ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading