«Αν την αγαπούσα πραγματικά, έπρεπε να συρθώ για να τη σώσω», έλεγε στον εαυτό του και έσφιγγε τα μάτια του να μην την βλέπει στο κρεβάτι με τον Ρομπέρτο. Η πόρτα χτύπησε και ήξερε ότι ήταν εκείνη.
«Δεν μπορώ να κοιμηθώ μόνη απόψε», είπε διστακτικά στο κατώφλι της πόρτας του και ο Πέτρος έκανε στην άκρη με το αμαξίδιο για να περάσει.
Ήταν σίγουρος ότι την είχε απογοητεύσει και η Αέλια το είδε αυτό στο πρόσωπό του. Σαν να έβλεπε τις σκέψεις του που ξεπηδούσαν σαν ελατήρια από το μυαλό του.
«Τι θα δούμε σήμερα;», τον ρώτησε σε μια προσπάθεια να φερθεί φυσιολογικά.
«Ξέρω σίγουρα τι θα πιούμε», απάντησε εκείνος και γέμισε δύο ποτήρια. «Μην ανησυχείς, δεν πονάω», της είπε ενώ τον σήκωσε όρθιο για να τον βάλει στο κρεβάτι. «Δεν πονάω εκεί», μουρμούρισε.
«Πέτρο… Δεν πρόλαβε να…»
Ο Πέτρος κατέβασε το κεφάλι. Δεν είχε τι να πει, δεν είχε τι να δώσει. Δεν είχε αντοχή να ακούσει.
«Γέμισε τα ποτήρια μας», είπε μόνο και ακούστηκε σαν διαταγή.
«Όσο κι αν τα γεμίσω απόψε θα αδειάσουν», του απάντησε.
Μετά από λίγη ώρα, τα γέλια τους ακούγονταν σε όλη την πολυκατοικία. Δεν είχαν δει ούτε μια σκηνή από την ταινία. Είχαν δει όμως ξανά πόσο καλά περνούσε ο ένας με τον άλλον. Κάποια στιγμή, η Αέλια πήγε να σηκωθεί και έσπρωξε με το χέρι της το μπουκάλι πάνω του.
«Αμάν, βρε Αέλια!»
«Αμάν, βρε Πέτρο!»
Τον στήριξε στον ώμο της και προσεχτικά τον πήγε στον μπάνιο ενώ εκείνος βημάτιζε με δυσκολία. Η Αέλια έβαλε τις παλάμες της κάτω από το δροσερό νερό και έπλυνε τα χέρια του μέχρι του αγκώνες. Έβγαλε την μπλούζα του και την άφησε κάτω από το νερό που έτρεχε να μουλιάσει. Γύρισε και τον κοίταξε να στηρίζεται στον νιπτήρα με τα χέρια του τεντωμένα και τους μυς να πετάγονται κάτω από το τατουάζ. Τον στήριξε πάνω της και χάιδεψε απαλά τα μαλλιά του, το πρόσωπό του και ύστερα το στέρνο του. Φίλησε τον λαιμό του και τον κοίταξε στα μάτια.
«Πονάει η καρδιά μου, πονάει το σώμα μου, πονάει το μυαλό μου, δεν αντέχω άλλο», του είπε.
«Ήπιαμε πολύ απόψε», μουρμούρισε και ένιωσε την ανάσα της στην άκρη των χειλιών του, στα μάγουλα, ξανά στον λαιμό και στο πηγούνι του. Τα χείλη του διψούσαν και αυτά αλλά το μυαλό του του έλεγε να την σταματήσει.
«Αυτό που έχω πιει τρέχει σε κάθε κύτταρό μου χωρίς σταματημό. Δεν ξέρω τι να κάνω πλέον»
«Ζαλίζομαι. Χρειάζομαι νερό!»
Έβρεξε τα χέρια της και έπλυνε το πρόσωπό του. Ένιωθε τα δάχτυλά της καυτά και δεν μπορούσε να ηρεμήσει.
«Να μπω κάτω από το νερό!», φώναξε αναστατωμένος.
Με τα χέρια του στηρίχτηκε στην μπανιέρα και άνοιξε την βρύση να τρέξει το νερό. Ήταν σίγουρος ότι την είχε πειράξει το ποτό και θα μετάνιωνε για ό,τι έκανε. Μουρμούριζε και αυτός από τον πυρετό του έρωτα λόγια ασυναρτησίας και η Αέλια φοβήθηκε και τον έβαλε μέσα απότομα. Βράχηκαν τα ρούχα του, βράχηκαν και τα δικά της και έμειναν στο νερό να σβήσει η φωτιά που τους έκαιγε.
Άρχισε να του τραγουδάει εκείνο το τραγούδι, το δικό τους τραγούδι, τότε που τα ρούχα τους είχαν θαλασσινό νερό και άμμο. Την κοίταξε με τα μακριά μαλλιά της βρεγμένα σαν μπλεγμένα λουλούδια, σταγόνες έσταζαν από τα μάτια της στα στρογγυλά μάγουλα μέχρι τον λαιμό με δάκρυα ανακατεμένα. Το λευκό της φόρεμα, διάφανο, να διαγράφει το κορμί της που τόσο ποθούσε να κάνει δικό του, τις καμπύλες και το σημάδι στην κοιλιά της, ίδιο με το δικό του. Τέντωσε το χέρι του αλλά φοβήθηκε να το αγγίξει, φοβήθηκε για άλλη μια φορά την αλήθεια.
«Τι είπες για να γίνεις δότρια»
Η Αέλια ξαφνιάστηκε και δεν ήξερε τι του πει.
«Πώς έγινε; Ποιοι το ξέρουν;», την ρώτησε ξανά.
«Λίγοι το ξέρουν»
«Δεν σε αφήνω να πιείς ξανά. Έλα κοντά μου»
Ξάπλωσε στην αγκαλιά του, εκεί που οι χτύποι τους συγχρονίζονταν, όλες οι ερωτήσεις είχαν απαντήσεις και όλα τα τραγούδια τους στίχους στην σωστή σειρά. Το μελάνι του Πέτρου έγραφε τον επίλογο του βιβλίου του και μόνο το όνομά της θα μπορούσε να είναι ο τίτλος.
Ξαπλωμένοι, στο υπνοδωμάτιο τώρα, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, παρακολουθούσαν την ανατολή και από τα ανοιχτά παράθυρα έβγαινε έξω ο καπνός από τα τσιγάρα τους και έμπαιναν μέσα οι ακτίνες του ήλιου.
«Μέχρι πού θα έφτανες για την αγάπη;», την ρώτησε.
«Μέχρι το τέλος, μέχρι να δώσω και το τελευταίο μου κομμάτι», απάντησε και κρύφτηκε πιο βαθιά στην αγκαλιά του.
«Εγώ δεν έχω να δώσω», σκέφτηκε. «Τι να δώσω σε αυτή την γυναίκα που μου έδωσε πίσω την ζωή μου; Τι αντάξιο να της προσφέρω; Πώς να της υποσχεθώ ότι θα την αγαπώ, θα την φροντίζω και θα την προστατεύω; Πώς θα ικανοποιώ κάθε της ανάγκη; Πώς θα αντέξω να μάθω ότι τα χάδια της ήταν ανάγκη μιας νύχτας γεννημένη από την μοναξιά, ποτισμένη στο κρασί, μόνο για απόψε; Εγώ την θέλω δική μου, μόνο δική μου. Θα ζήσω την μέρα που θα παντρευτεί κάποιον άλλον για να αφιερώσει την ζωή της αντί της δικής μου. Όλα τα κομμάτια της αγάπης της θέλω μια ζωή να τα ανταποδώσω, όχι από χρέος αλλά από τιμή που με αφήνει να την κρατάω στην αγκαλιά μου και να ανασαίνω την μυρωδιά της»
«Φεύγω, θα τα πούμε αργότερα», είπε και τον φίλησε απαλά κοντά στα χείλη.
Ένιωσε αμήχανα. Δεν ήθελε να υπάρχει λάθος φιλί, χωρίς ανταπόκριση. Όμως δεν ήταν υποχρεωμένος να την αγαπάει με τον ίδιο τρόπο. Της έφτανε το μειδίαμα στα χείλη του όταν την κοίταξε και την έκανε να νιώσει μοναδική. Και μέχρι στιγμής της έφτανε.
Το επόμενο απόγευμα, ήταν ξανά εκεί. Ξανά μαζί του.
«Πόσο θα μου λείψουν αυτά τα βράδια», είπε χαμηλόφωνα.
«Γιατί το λες αυτό;»
«Θα φύγω σε λίγες ημέρες. Έφτασε η ώρα. Δεν ξέρω πότε θα σε ξαναδώ»
«Είπες ότι υπήρχε συμβόλαιο. Τι άλλαξε;»
«Δεν ξέρω πώς θα πάει όλο αυτό»
«Πώς θα πάει ποιο;», άρχισε να στριφογυρίζει με το αμαξίδιο και να επαναλαμβάνει. «Είπες ότι θα ήσουν ελεύθερη, ασφαλής, τα είχαμε συζητήσει αυτά. Τι άλλαξε;»
«Ο Ρομπέρτο είναι εξαγριωμένος, κάτι ετοιμάζει. Μου ζήτησε να τον συναντήσω λίγο πριν την τελετή στο γραφείο της εκκλησίας όπου θα γίνει ο γάμος»
«Πίστευα ότι δεν έφτανες μέχρι εκεί»
«Τι εννοείς, Πέτρο;»
«Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι θα τον παντρευτείς!», φώναξε. «Πίστευα ότι δεν… Δεν έχει σημασία πια. Θέλω να πάρω λίγο αέρα!»
«Πάμε!»
Η Αέλια έτρεχε να προλάβει το ηλιοβασίλεμα λες και θα προλάβαινε το τέλος που θα ερχόταν.
«Δεν μας κυνηγάνε, μείωσε ταχύτητα»
«Λες; Και εγώ που νόμιζα ότι μας κυνηγάει ο χρόνος, οι επιλογές μας, οι ενοχές και ένας αδίστακτος Ιταλός. Αυτός δεν είναι ο δρόμος που πάει στο Μακαντέμια; Εκεί θα πάμε σήμερα να πιούμε στην υγεία της ζωής μας που δεν την κανονίζουμε πια εμείς»
«Σταμάτα να χτυπιέσαι στο τιμόνι και κάνε στην άκρη το αυτοκίνητο. Θα μας σκοτώσεις»
Πάτησε απότομα φρένο και σταμάτησε στην άκρη του δρόμου δίπλα σε έναν γκρεμό πάνω από τη θάλασσα.
«Κανείς δεν μπορεί να αποφασίσει για εμάς!», της φώναξε από το παράθυρο. «Δεν είναι έτσι η ζωή, πρέπει να βάλεις ένα τέλος!»
Η Αέλια κοίταξε την αφρισμένη θάλασσα κάτω της που ξεσπούσε τη μανία της στα βράχια. Ο Πέτρος ήταν αυτός που μπορούσε, μα κρατήσει την ελπίδα της μέσα σε αυτό το όνειρο που έχτισε στο μυαλό της για εκείνους. Αλλά αν κάτι πήγαινε λάθος θα τον έχανε ξανά.
«Μη φύγεις», την παρακάλεσε.
«Θα έδινα και το τελευταίο μου κομμάτι για σένα Πέτρο. Δεν μπορώ να σε βγάλω από μέσα μου. Είμαι ερωτευμένη»
Εκείνος χαμογέλασε και σιώπησε. Άκουσε την καρδιά του να θριαμβεύει. Εκείνη τρόμαξε από την ξαφνική ησυχία. Η ψυχή της είχε ξεγυμνωθεί μπροστά του. Και με μάτια θαμπωμένα κοίταξε στον ορίζοντα, εκείνο το μεγαλειώδες ηλιοβασίλεμα που αυτός ο άντρας έφερε στα πόδια της.
Δεν είχε αλλάξει τίποτα στο αγαπημένο τους μπαρ. Λες και δεν πέρασε ο χρόνος από εκείνο το μέρος. Λες και το ρολόι είχε σταματήσει όταν είχαν ανέβει στην σκηνή και τους περίμενε τόσο καιρό για να ζωντανέψουν ξανά οι δείκτες. Και άρχισαν ξανά να γεμίζουν τα ποτήρια και ο δίσκος να γυρνάει, οι εραστές της μουσικής να πιάνουν το μικρόφωνο και οι ρόδες να στριφογυρίζουν τα ιδρωμένα σώματά τους. Αγκαλιά ο ένας με τον άλλο να εξομολογούνται μυστικά τον έρωτά τους με χείλη μεθυσμένα από την επιθυμία.
Η απόφαση ήταν δική του πια. Εκείνη το είχε πει ότι τον αγαπούσε. Και θα το έλεγε ξανά αν άκουγε και εκείνον να το ομολογεί. Η δειλία όμως του άντρα είναι να μην έχει τα όπλα του γεμάτα, να τα αρπάξει, να ξεχυθεί στον πόλεμο για το χατίρι της. Ήξερε τις συνέπειες. Αν το μαρτυρούσε, εκείνη θα του ετοίμαζε στεφάνι και ο εχθρός σταυρό. Έτσι, ο Πέτρος, δεν μπήκε καν στη μάχη, για να μην δει την αγαπημένη του λάφυρο στα χέρια άλλου άντρα. Δεν ήταν οι συνέπειες αυτού του πολέμου που φοβόταν. Ήταν οι συνέπειες του έρωτα.
Τώρα, τα λουλούδια μαζεύτηκαν, οι βαλίτσες έκλεισαν, τα κρυφά τους βραδιά τελείωσαν. Κοιτούσε από το παράθυρο το αυτοκίνητο που γέμιζε κούτες με πράγματα και τον πατέρα της Αέλιας να την αποχαιρετάει. Θα έφευγε και εκείνη σύντομα για να είναι στην Ιταλία την εβδομάδα του γάμου.
Οι φίλες της πέρασαν το απόγευμα και την πήραν με τους συζύγους τους. Πήγαν να παρακολουθήσουν την πρώτη προβολή ταινίας της Αναστασίας σε ελληνικό κινηματογράφο.
Γύρισε αργά εκείνο το βράδυ και είδε τις γάτες να παίζουν ακόμα στον κήπο και να στροβιλίζονται δεξιά και αριστερά. Έβγαλε τα παπούτσια της και περπάτησε στο υγρό γρασίδι, ποτισμένο και άγριο και τα πόδια της δροσίστηκαν από τις μικρές σταγόνες νερού.
Ξάπλωσε στο κρύο ανάκλιντρο και σκέπασε τους ώμους της με την εσάρπα της. Ο ουρανός πάνω της, σαν μαύρος πίνακας με διαμαντάκια, την φόβιζε γιατί όταν γέμιζε ξανά με φως, εκείνη θα τον διαπερνούσε μέσα από το αεροπλάνο.
«Τι κάνεις τέτοια ώρα ξύπνιος;»
«Σε περίμενα να γυρίσεις»
«Τι κρατάς εκεί;»
«Σου έγραψα ένα γράμμα»
«Να μου το διαβάσεις, γιατί αν μου ζητήσεις να το πάρω μαζί μου θα αρνηθώ»
«Σου ζητάω συγγνώμη στο γράμμα»
«Συγγνώμη γιατί;»
«Γιατί φεύγεις και δεν σε σταματάω»
«Ίσως δεν θέλεις»
«Θέλω. Αν φύγεις, θα τρελαθώ χωρίς εσένα»
«Και γιατί αυτό;»
«Γιατί εγώ… Εγώ…»
«Εσύ! Εσύ! Αφήνεις μόνο υπονοούμενα που με κομματιάζουν και νομίζεις ότι το αντέχω! Όπως αντέχω να στέκομαι απέναντί σου και να κρύβω ότι τρέμω ολόκληρη. Και εγώ φοβάμαι, Πέτρο. Και νόμιζα ότι αυτό που φοβόμουν περισσότερο ήταν να αγαπάει κάποιος χωρίς ανταπόκριση. Αλλά τελικά το χειρότερο είναι να σε αγαπάει κάποιος με μισόλογα. Αν έχεις κάτι να πεις, πες το! Αλλιώς θα θεωρήσω τα συναισθήματά μου μονόπλευρα και θα τους βάλω τέλος. Γιατί δεν αντέχω στην ιδέα ότι ήταν όλα μάταια, ένα μεγάλο αδιέξοδο που χάθηκα για να φτάσω εδώ. Πες οτιδήποτε, μόνο πες κάτι!»
«Συγγνώμη»
«Αυτό μόνο;», φώναξε και τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα, σαν χείμαρρος ντροπής και απελπισίας που τόλμησε να ελπίζει σε έναν έρωτα που δεν υπάρχει.
Βούτηξε το γράμμα από τα χέρια του και το διάβασε ψάχνοντας απελπισμένα να βρει αυτό που δεν είχε το θάρρος να της πει. Ένα σ ’αγαπώ. Όμως το έκρυβε σαν μυστικό πίσω από τις γραμμές. Και το χαρτί μούλιασε από το σπαραγμό της και οι λέξεις σβήστηκαν. Στο μυαλό της έπαιζαν όλες τους οι στιγμές σαν ανεξέλεγκτη ταινία και οι μουσικές τους έγιναν μοιρολόι που ακούστηκε ως τον Θεό. Και λύγισε το σώμα της από τον πόνο και έκανε με τα χέρια της κομμάτια το μουσκεμένο χαρτί. Ο αέρας το παρέσυρε μαζί με τα νυχτερινά του αρώματα που λες και ταξίδεψαν από μακριά για να τους βρουν και με αόρατες κλωστές να ράψουν τις ματωμένες τους καρδιές. Δεν είχε πια φωνή κανένας από τους δύο και έμειναν αμίλητοι, ακούνητοι, μπροστά στον ξεριζωμό ενός έρωτα που δεν είχε άλλη αντοχή μήτε θάρρος να συνεχίσει.
Το πρωινό φως στέγνωσε τα δάκρυά της την ώρα που άφηνε πίσω της την ζωή που έζησε μαζί του σαν να ήταν ένα γλυκόπικρο όνειρο χαραγμένο στο μυαλό της.
Η πόρτα της έπαυλης έκλεισε, η πύλη του αεροπλάνου σφράγισε και η καρδιά της δεν είχε πια είσοδο για κανέναν.
Η λιμουζίνα την περίμενε στο αεροδρόμιο του Παλέρμο.
«Πού πάμε;», ρώτησε τον οδηγό που κρατούσε την πόρτα ανοιχτή.
«Σας πάω σπίτι, κυρία»
«Ο κύριος Ρομπέρτο που βρίσκεται;»
«Δεν γνωρίζω. Έχω οδηγίες να σας πάω σπίτι, κυρία»
«Εντάξει. Ξεκινήστε», βολεύτηκε στο πίσω κάθισμα. Οι γάτες κούρνιασαν αγκαλιασμένες η μία δίπλα στην άλλη. Η Αέλια κοίταξε έξω από το παράθυρο τα κτίρια που προσπερνούσαν και τους Ιταλούς που πήγαιναν βιαστικοί στις δουλειές τους.
Η ψηλή είσοδος της έπαυλης φάνηκε στην ανηφόρα και ο φρουρός την άνοιξε για να μπει η λιμουζίνα. Ο οδηγός σταμάτησε έξω από την είσοδο και κατέβασε τις βαλίτσες ενώ οι γάτες ξεχύθηκαν στον κήπο και άρχισαν να τον εξερευνούν.
Ο κύριος Ρενέ σήκωσε τις βαλίτσες και η μαμά της την καλωσόρισε χαρούμενη, πιο αδύνατη από ότι την θυμόταν η Αέλια, με ένα φουλάρι τυλιγμένο στο κεφάλι της.
«Δεν νομίζω να κουράζεσαι», την μάλωσε η Αέλια.
«Όχι, χρυσή μου», είπε με τσιριχτή φωνή και την αγκάλιασε.
Μπαίνοντας στο χολ, η Αέλια ήδη παρατήρησε τις αλλαγές που είχαν γίνει. Έλειπαν τα αγάλματα που ήταν τοποθετημένα στις δύο άκριες της σκάλας και ο τοίχος δεξιά της ήταν άδειος από πίνακες. Περνώντας έξω από το σαλόνι παρατήρησε κενή την θέση του σκαλιστού μπουφέ που ήταν δίπλα στο τζάκι. Τα κινέζικα βάζα στην κορυφή της σκάλας έλειπαν όπως και ο πίνακας που κρεμόταν δίπλα από την πόρτα του υπνοδωματίου της. Είχαν πουληθεί και αυτά για να κρατηθεί όρθια η οικογένεια.
«Στεναχωρημένη μου φαίνεσαι, μαμά», της είπε μόλις ο οικονόμος βγήκε από το δωμάτιο.
«Όχι, χάρηκα πολύ που ήρθες, απλά κάποιες φορές τα φάρμακα μου προκαλούν κυκλοθυμία. Μη δίνεις σημασία», χαμογέλασε και άρχισε να τακτοποιεί τα πράγματα από τις βαλίτσες.
«Είναι καλές οι εξετάσεις σου;»
«Ναι. Όλα πάνε καλύτερα, Αέλια. Ο μπαμπάς σου είναι και αυτός καλά στην υγεία του, όλα μπαίνουν σε μια σειρά σιγά σιγά»
«Λυπάμαι που έπρεπε να πουλήσεις την μπουτίκ»
«Μη λυπάσαι, κοριτσάκι μου, έπρεπε να γίνει»
«Έχουμε κανένα νέο με αυτό το θέμα;»
«Ρώτησε τον πατέρα σου καλύτερα. Α, κατά φωνή! Πάμε να τον χαιρετίσεις»
Η Ναταλί ζήτησε από τους οικονόμους, τους δύο που είχαν κρατήσει και ήταν οι παλαιότεροι στην υπηρεσία της οικογένειας, να ετοιμάσουν πρωινό.
«Κοριτσάκι μου, καλώς ήρθες», την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Πάμε λίγο στο γραφείο μου να τα πούμε. Ναταλί μου, δεν θα αργήσουμε», την φίλησε στο μάγουλο.
«Θα σας περιμένω να φάμε μαζί!»
«Είχες καλό ταξίδι;», έκλεισε την πόρτα πίσω του.
«Ναι, μπαμπά», είπε με τα χέρια στις τσέπες του υφασμάτινου παντελονιού της. «Ρώτησα τη μαμά πριν αν είχες κανένα νέο για…»
«Σας άκουσα. Αυτά θα τα συζητάς μόνο μαζί μου», είπε αυστηρά.
«Ναι, μπαμπά, έχεις δίκιο», ξάπλωσε την πλάτη της στην πολυθρόνα ενώ ο Χριστόφορος έκατσε απέναντί της. «Οι πληρωμές του Ομίλου τακτοποιήθηκαν;»
«Ναι, όλοι οι εργαζόμενοι θα πληρωθούν όσα τους χρωστάμε και έβγαλα και ένα εφ όρου μηνιαίο ποσό για τον Πέτρο. Την θέση του πήρε νέος Διευθυντής, πολύ ικανός»
«Μάλιστα. Έχεις δει καθόλου τον Ρομπέρτο; Σήμερα ή χτες;»
«Όχι και με όλα αυτά έχω ξεχάσει πόσο καιρό έχω να τον δω. Έχει στείλει κάτι κάρτες στην μητέρα σου και δικαιολόγησε την απουσία του λόγω φόρτου εργασίας. Γιατί ρωτάς; Τον ψάχνεις;»
«Είναι εξαφανισμένος»
«Τι εννοείς;», την κοίταξε προσεχτικά.
«Πήρες τα φάρμακά σου σήμερα;»
«Ναι παιδί μου, όταν σηκώθηκα το πρωί. Τι συμβαίνει;»
«Και αυτά για την καρδιά; Θέλω να σου πω το λόγο που είναι εξαφανισμένος»
«Ναι! Πες μου τι συμβαίνει!»
«Κρύβεται γιατί τον αναζητά η Ιντερπόλ»
«Θα πρόκειται περί λάθους, περί παρεξήγησης», σήκωσε τα χέρια και έπιασε το κεφάλι του.
«Καμία παρεξήγηση. Εμπορεύεται παράνομα όπλα και μεταφέρει κορίτσια με τα οικογενειακά σκάφη στην Τουρκία»
«Πώς τα έμαθες εσύ όλα αυτά;»
«Δεν έχει σημασία. Θέλω να σου πω και τα υπόλοιπα, όλη την ιστορία από την αρχή και χρειάζομαι την βοήθειά σου», έπεσε στα γόνατά του και με τα χέρια της μέσα στα δικά του ξεκίνησε με ψυχραιμία να του αφηγείται την αλήθεια.
CC
Συνεχίζεται…

One response to “Αέλια – Μέρος 9ο”
[…] Προηγούμενο […]