Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ζούσα σε μια φούσκα. Προστατευμένη, ήρεμη κι ευτυχισμένη -νόμιζα. Εκεί μέσα ήταν όλα ροζ, γαλήνια κι είχαν μυρωδιά βανίλιας και πορτοκαλιού, απ’ τα κέικ που έκανε κάθε Κυριακή η μαμά μου. Το παιδικό μου δωμάτιο ήταν φωτεινό, με λευκούς τοίχους, γεμάτο με λούτρινα αρκουδάκια και φωτογραφίες με χαρούμενα πρόσωπα από οικογενειακές διακοπές και πάρτι γενεθλίων με πολύχρωμες τούρτες. Όλα ήταν εν τάξη κι απόλυτα τακτοποιημένα -ή τουλάχιστον έτσι φαίνονταν απ’ έξω.
Η οικογένειά μου, το σπίτι μου, με όλα προσεχτικά δομημένα, σαν πύργος από τουβλάκια, ψηλός κι επιβλητικός -τόσο, που συχνά έβλεπα τον φθόνο σε βλέμματα “φίλων” και “δικών μας ανθρώπων”. Καμιά φορά νόμιζα πως ήταν ιδέα μου, το γαλήνιο χαμόγελο της μητέρας μου και το γεμάτο σιγουριά ύφος του πατέρα μου, έδειχναν πως εκείνοι δεν είχαν καταλάβει τίποτα. Τους αντιμετώπιζαν όλους με μια καλοσύνη, σχεδόν αηδιαστική και η μόνιμη προθυμία τους να βοηθήσουν τους πάντες, καταντούσε εμετική. Όχι, δεν ήμουν πάντα αρνητική στις καλές τους πράξεις, όλα άλλαξαν τη στιγμή που η φούσκα έσκασε…
Η αρρώστια του πατέρα μου, έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Πόσο μάλλον ο τόσο ξαφνικός, βίαιος σχεδόν θάνατός του λίγες εβδομάδες μετά. Ελάχιστος χρόνος για προετοιμασία ή έστω συνειδητοποίηση. Απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, βρέθηκα ορφανή από πατέρα, με μια μάνα που μετά βίας έσερνε το κορμί της. Λες και σε λίγες μέρες είχαν περάσει από πάνω της δεκαετίες. Έμοιαζε (κι ίσως ήταν) ανήμπορη να σηκώσει αυτό το βάρος του χαμού και όσων αυτός έφερνε μαζί του. Γιατί μια μεγάλη αλήθεια είναι πως όταν ένας άνθρωπος φεύγει ξαφνικά, δεν έχεις ν’ αντιμετωπίσεις μόνο την απώλεια, το πένθος είναι μόνο ένα κομμάτι απ’ τα πολλά. Ενός κακού μύρια έπονται, δε λένε;
Ήμουν μόλις δεκαεπτά χρονών. Αρκετά μεγάλη για να καταλαβαίνω τι συμβαίνει, αρκετά μικρή για να μπορώ να πάρω τις καταστάσεις στα χέρια μου. Δεν είχα ούτε τις γνώσεις, ούτε τα αντανακλαστικά και… που να πάρει, είχα μόλις χάσει τον πατέρα μου!
Τις πρώτες μέρες μετά την κηδεία, το σπίτι μας ήταν γεμάτο με κόσμο. Συγγενείς, φίλοι και γνωστοί είχαν σπεύσει να μας συμπαρασταθούν, να μας σταθούν. Ή τουλάχιστον έτσι έλεγαν. Η μητέρα, έμοιαζε με μηχανή με χαλασμένο λογισμικό. Καθισμένη στην ίδια πολυθρόνα, ντυμένη στα μαύρα από πάνω μέχρι κάτω, τα μαλλιά της μαζεμένα σε σφιχτό κότσο, τα χείλη της στεγνά και τα χέρια της να τρίβουν το ένα τ’ άλλο συνεχώς, θαρρείς και προσπαθούσε να ζεσταθεί. Κι ήταν Αύγουστος.
Η θεία Γεωργία, μας έφερνε κάθε μέρα φαγητό κι ο θείος Στράτος προσφέρθηκε να με πηγαινοφέρνει στο σχολείο, μιας κι ήταν μακριά απ’ το σπίτι. Η κυρία Αιμιλία, η γειτόνισσα, φρόντιζε να ποτίζει τα λουλούδια στην αυλή μας και ο κυρ Ανέστης με το μίνι μάρκετ στη γωνία, μιλούσε δύο φορές την εβδομάδα στο τηλέφωνο με τη μαμά, και μας έφερνε στην πόρτα ό,τι ψώνια χρειαζόμασταν. Ούτε μήνα δεν κράτησαν όλα αυτά. Μετά, άρχισαν σιγά σιγά όλοι ν’ αραιώνουν, να λακίζουν. Η θεία Γεωργία παρουσίασε κάποιο θέμα με τη μέση της, ο θείος Στράτος άλλαξε ωράριο στη δουλειά, η κυρία Αιμιλία άρχισε να φεύγει κάθε μέρα για να φροντίζει τα εγγόνια της, ο κυρ Ανέστης έμεινε χωρίς υπάλληλο και δεν μπορούσε ν’ αφήνει το μαγαζί…
Δεν τους αδικώ, ούτε κρατώ κακία, θα μπορούσαν να μην είχαν βοηθήσει καν κι όμως το έκαναν. Εξάλλου, έτσι είναι οι άνθρωποι, το βλέπω παντού γύρω μου: στην αρχή σοκάρονται από ένα γεγονός, το παίρνουν προσωπικά και μετά σιγά σιγά φθίνουν μέσα τους τα συναισθήματα. Δες γύρω σου! Εγκλήματα που συμβαίνουν στον κόσμο και μόλις τα δουν στις ειδήσεις τρέχουν να διαδηλώσουν, να σώσουν, να συνδράμουν και μόλις τα φώτα σβήσουν, γυρνούν στα σπίτια τους και ξεχνούν. Αυτή είναι η ανθρώπινη φύση. Και η συνειδητοποίησή της ήταν που μ’ έκανε να γεμίσω τόσο θυμό για όλες τις φορές που οι δικοί μου βοηθούσαν τους πάντες ανιδιοτελώς.
Οι γονείς μου πίστευαν πως αν προσφέρεις καλοσύνη στον κόσμο, το σύμπαν θα στη γυρίσει πίσω. Έτσι με μεγάλωσαν. Έκαναν λάθος. Ο κόσμος απλώς παίρνει ό,τι μπορεί. Μέχρι να μη μείνει τίποτα…
Κάποτε πίστευα πως η καλοσύνη είναι στάση ζωής, πως είναι δύναμη. Τώρα πια ξέρω πως είναι πολυτέλεια. Γιατί όταν σου επιτίθονται θηρία με σκοπό να σε κατασπαράξουν, δεν μπορεί να εμμένεις στην ίδια θέση, πρέπει να αντιδράσεις, πρέπει να τα τσακίσεις πριν σε πλησιάσουν.
Ξεκίνησε σιγά σιγά… Ο εργοδότης της μητέρας μου, συμμεριζόταν το πένθος και την ψυχολογική της κατάσταση, αλλά δεν μπορούσε να αφήνει το πόστο της κενό, έπρεπε να την αντικαταστήσει. “Κι όταν με το καλό συνέλθεις, επικοινώνησε μαζί μου”, της είχε πει. Κι όταν μετά από λίγο επικοινώνησε μαζί του, η απάντησή του ήταν “Δεν έχουμε ανάγκη προσωπικού τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, θα σε έχω όμως υπόψιν μου”.
Μετά ήταν οι φίλοι και συγγενείς που θα στέκονταν στο πλευρό μας και πως ό,τι χρειαζόμασταν θα μπορούσαμε να στηριχτούμε πάνω τους. Και όταν ζητήσαμε κάποια βοήθεια, η απάντησή τους ήταν: “Θα ήθελα πραγματικά να μπορούσα, αλλά… καταλαβαίνεις…”. Όχι, δεν καταλάβαινα. Δεν μπορούσα να καταλάβω! Πώς άνθρωποι που είχαν αποδεδειγμένα βοηθηθεί με κάθε τρόπο απ’ τους γονείς μου, και οικονομικά και συναισθηματικά και ψυχολογικά και πρακτικά, άντεχαν να μας γυρνούν την πλάτη με τόση ευκολία και μάλιστα μετά από τόσες κούφιες υποσχέσεις που είχαν σπεύσει να δώσουν.
Κι έπειτα ο συνέταιρος του πατέρα μου, που θα στεκόταν σαν αδερφός στη μάνα μου, σαν πατέρας σε μένα, πόσο εύκολα μπόρεσε να μας πετάξει σαν την τρίχα απ’ το ζυμάρι απ’ την κοινή επιχείρηση. Γνώριζε πως δεν υπήρχε πια πηγή εισοδήματος στο σπίτι μας κι όμως ούτε αυτό τον σταμάτησε. Είναι γλυκό το χρήμα, λένε. Είναι… μα αλήθεια, πόσο μπορεί να αποκοιμήσει τη συνείδησή σου; Φυσικά αυτό προϋποθέτει να έχεις. Κι η ιστορία έδειξε πως ελάχιστοι σ’ αυτό τον κόσμο έχουν.
Το να αποτύχω στις πανελλήνιες ήταν μάλλον μονόδρομος. Καθόλου μυαλό για διάβασμα, παρά το πολλά υποσχόμενο παρελθόν μου. Καθόλου ψυχολογία, λόγω όσων είχαν συμβεί, αλλά κυρίως λόγω της κατάστασης στην οποία πια βρισκόταν η μητέρα μου. Ήμουν μόνη κι αυτό που έπρεπε να αποδεχτώ ήταν πως όχι απλά δεν είχα κανέναν να με στηρίξει, αλλά έπρεπε εγώ να γίνω στήριγμά της. Το σπίτι μας δε μύριζε πια βανίλια και πορτοκάλι και το άλλοτε έντονο φως που γέμιζε κάθε δωμάτιο, αλλά και τις ψυχές μας, είχε δώσει τη θέση του σ’ ένα πυκνό, βαθύ σκοτάδι. Η φούσκα που με είχαν μεγαλώσει είχε σκάσει και με είχε ξεράσει σε έναν κόσμο που δεν άντεχα να ζω. Μα έπρεπε να επιβιώσω.
Η μαμά, μέρα με τη μέρα βούλιαζε στο δικό της κόσμο, έναν κόσμο απ’ τον οποίο δεν ήξερα πώς να τη βγάλω. Δεν ήξερα καν αν έπρεπε να μπω στον κόπο να προσπαθήσω. Έμοιαζε μάλλον μάταιη προσπάθεια, μιας κι οι γιατροί στους οποίους είχα αποταθεί, δεν είχαν καταφέρει απολύτως τίποτα. Την έβλεπα απλά να λιώνει κι εγώ ήμουν ακίνητη θεατής.
Δεν ξέρω πόσοι μήνες είχαν περάσει απ’ το θάνατο του πατέρα μου, όταν βρήκα τη δύναμη να μπω στο γραφείο του. Στην αρχή δεν ήξερα καν για τι έψαχνα, σιγά σιγά όμως όλα άρχισαν να βγάζουν νόημα. Στα συρτάρια και στα ντουλάπια του, υπήρχαν αποδείξεις και έγγραφα που μπορούσαν όχι απλά να κάνουν ζημιά σε ανθρώπους, αλλά ακόμη και να τους καταστρέψουν. Κι αφού μπορούσα να το καταλάβω εγώ αυτό, που ήμουν απλά ένα ανίδεο κορίτσι, σκέψου τι δύναμη θα είχαν στα χέρια κάποιου που ήξερε τι πρέπει να κάνει. Να φοβάσαι όποιον δεν έχει κάτι να χάσει, δε λένε; Εγώ πια ανήκα σ’ αυτή την κατηγορία.
Ο πρώτος φάκελος έφτασε στον πρώην συνέταιρο του πατέρα μου. Πλαστά τιμολόγια και υπερχρεώσεις που είχαν κάνει μαζί με τον πατέρα μου σε δημόσιες υπηρεσίες. Έγγραφα που είχα ήδη στείλει στις αρμόδιες αρχές, αλλά και σε τηλεοπτικούς σταθμούς. Έγγραφα που θα οδηγούσαν ίσως και σε καταστροφή της εταιρίας, για την οποία υπεύθυνος ήταν πια μόνο εκείνος, αφού φρόντισε να εξαιρέσει τη μητέρα μου κι εμένα, από κάθε δικαίωμα (αλλά και ευθύνη). Ένα σκάνδαλο που ο κρότος του θα ήταν πιο δυνατός κι απ’ αυτόν που έκανε η φούσκα μέσα στην οποία μεγάλωσα, όταν έσκασε.
Σειρά είχαν όλοι αυτοί που κατά καιρούς είχαν βοηθηθεί απ’ τους γονείς μου και που πια σφύριζαν αδιάφορα μπροστά στην καταστροφή μέσα στην οποία ζούσαμε. Γραμμάτια που έμειναν απλήρωτα μέσα στο συρτάρι του πατέρα μου, που από καλοσύνη δεν τα πήγε στις τράπεζες για να σφραγιστούν. Γραμμάτια που είχαν υπογραφεί από διάφορους για δανεικά (κι αγύριστα) που τους έδωσε ο ίδιος κι όχι η εταιρία που είχε. Γραμμάτια που περνούσαν στους νόμιμους κληρονόμους, τη μητέρα μου κι εμένα. Και που με μεγάλη χαρά έστειλα σε δικηγόρο προς είσπραξη ή προς κατάσχεση των περιουσιών τους.
Και μετά, το πιο αστείο όλων… τα προσωπικά μηνύματα του πατέρα μου, που μπορεί να μην είχαν καμία νομική συνέπεια, μπορούσαν όμως κυριολεκτικά να κλείσουν σπίτια! Μηνύματα από φίλους και συγγενείς που μας άφησαν στο έλεος του Θεού, ενώ στο παρελθόν είχαν ευεργετηθεί απ’ την οικογένειά μου. Μηνύματα που παραδέχονταν μικροαπάτες προς κάποιον τρίτο ή απιστίες προς τις συζύγους τους. Μηνύματα που φρόντισα προσωπικά να στείλω εκεί που δεν θα έπρεπε ποτέ να φτάσουν. Μηνύματα που σίγουρα θα προκαλούσαν σκασίματα από πολλές… φούσκες, στις οποίες ζούσαν ακόμη, ανίδεοι κι ήσυχοι πως όλα βαίνουν καλώς. Όπως νόμιζα εγώ κάποτε.
Η μητέρα μου δε γλίτωσε τον εγκλεισμό σε ψυχιατρική κλινική. Είχε αρχίσει να γίνεται επικίνδυνη και προς τον εαυτό της. Σύντομα έπαψε να με αναγνωρίζει, το μυαλό της εγκαταστάθηκε μόνιμα σ’ έναν κόσμο που δεν υπήρχα. Δεν υπήρχε περιθώριο επιστροφής απ’ αυτό τον κόσμο. Κι ήταν λυπηρό να τη βλέπω να λιώνει, αλλά πραγματικά δεν μπορούσα να βοηθήσω με κάποιο τρόπο.
Οι συνέπειες των κινήσεών μου, ενάντια σ’ όλους αυτούς τους “φίλους” του πατέρα, άρχισαν γρήγορα να δίνουν τα προσδοκόμενα από μένα αποτελέσματα. Οι έλεγχοι της εφορίας στην πρώην εταιρία του πατέρα μου, οι κινήσεις των τραπεζών για είσπραξη χρημάτων απ’ τους οφειλέτες, οι κρίσεις γάμων φίλων και γνωστών… Θαρρείς κι είχα ρίξει ατομική βόμβα, όλη η πόλη έβραζε. Αυτή η πόλη που κάποτε με γέννησε και που εντέλει με εγκατέλειψε μόνη να πεθάνω. Δεν τα κατάφερε. Κατάφερα εγώ να της βάλω φωτιά πριν αποχωρήσω με ύφος νικήτριας. Λαβωμένη, αλλά όρθια. Πούλησα το πατρικό σπίτι, που ευτυχώς ήταν στο όνομά μου κι έφυγα απ’ αυτό το μέρος που πια μισούσα.
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ζούσα σε μια φούσκα. Προστατευμένη, ήρεμη κι ευτυχισμένη -νόμιζα. Ο θάνατος του πατέρα μου και η κατάρρευση της μητέρας μου τη διέλυσαν. Οι φίλοι και οι συγγενείς γύρισαν την πλάτη. Ό,τι πίστευα δίκαιο, ήταν ψέμα. Η ζωή μου απέδειξε πως ήταν γεμάτη θηρία, έτοιμα να σε κατασπαράξουν. Κι εκεί κατάλαβα πως για να επιβιώσω, έπρεπε να γίνω κι εγώ θηρίο.
Δεν ήταν πια εκδίκηση. Ήταν επιβίωση. Έγινα σκληρή, επιθετική, πανέτοιμη να αντιμετωπίσω τον κόσμο όπως ήταν. Η φούσκα είχε σπάσει κι εγώ δεν ήμουν το ίδιο παιδί. Ήμουν διαλυμένη και μόνη, αλλά όρθια και συνειδητοποιημένη πως για να επιβιώσεις ανάμεσα στα θηρία, πρέπει να γίνεις θηρίο, πρέπει να γίνεις ό,τι κάποτε φοβόσουν και μισούσες. Κι αυτό ακριβώς έγινα.
Κική Γιοβανοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε αυτή η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
