Λευκά Κρίνα

Τα λευκά κρίνα στον κήπο της, μπορούσε μόνο να δει από το κρεβάτι που ήταν καθηλωμένη τα τελευταία πέντε χρόνια. Η Ελένη είχε δίπλα της πολλούς ανθρώπους που την φρόντιζαν και την αγαπούσαν και έναν άνθρωπο που το μόνο που ήθελε ήταν να την πληγώνει και να την πονάει. Αλλά αυτό δεν μπορούσε να το πει σε κανέναν.

«Μαμά!»

«Καλώς το παιδί μου. Τι κάνεις; Πώς πήγε η δουλειά;»

«Δουλειά είναι, μαμά μου, πώς να πάει;»

«Είσαι κουρασμένη, αγάπη μου και έχεις και εμένα…»

«Το μόνο που δεν με κουράζει είναι να σε φροντίζω. Λοιπόν, τα γενέθλιά σου είναι τον άλλον μήνα. Πενήντα στρογγυλά! Θες να κάνουμε κάτι ιδιαίτερο;»

«Δεν… δεν έχω πολλή όρεξη για εορτασμούς, αγάπη μου»

«Έλα, βρε μαμά! Τι έχεις τον τελευταίο καιρό; Εγώ λέω να βγούμε, να πάμε μια βόλτα, να δούμε λίγο θάλασσα, να ψωνίσουμε στα μαγαζιά στο κέντρο. Αλλιώς να πάμε σινεμά ή θέατρο. Τι λες;»

«Εντάξει. Κανόνισε ό,τι θέλεις. Κάνε μου έκπληξη. Σε ευχαριστώ πολύ», της έκανε νόημα να ξαπλώσει στην αγκαλιά της.

Έμειναν για λίγο έτσι μαμά και κόρη αγκαλιασμένες. Η κόρη να σκέφτεται πώς θα πείσει την μαμά της να ζήσει την ζωή. Και η μαμά να σκέφτεται πώς να την τελειώσει όσο πιο σύντομα γίνεται.

Οι άνθρωποι που μπαινόβγαιναν κάθε μέρα στο σπίτι ήταν πολλοί. Γιατροί, φυσικοθεραπευτές, ειδικοί, νοσηλευτές, προσωπικό για το σπίτι. Ευτυχώς η οικογένεια ήταν αρκετά ευκατάστατη και μπορούσε να ανταπεξέλθει στα έξοδα.

Η Στέλλα, η κόρη της Ελένης, είχε μια επιχείρηση με τον άντρα της που πήγαινε πολύ καλά. Το μόνο που δεν είχε ήταν χρόνος και ένα παιδάκι. Αυτή ήταν μια συζήτηση που έμεινε στα αζήτητα μετά την ασθένεια της μαμάς της. Ο άντρας της δεν παραπονιόταν. Κάποιες φορές τον μήνα ξέκλεβε και εκείνος λίγο χρόνο όταν δεν μπορούσε η γυναίκα του και πήγαινε αυτός να κάνει παρέα στην μαμά της.

Ήταν πάλι η εποχή που άνθισαν τα κρίνα. Η Ελένη ζητούσε να αφήνουν ανοιχτό το παράθυρο μπας και φτάσει η μυρωδιά τους ως εκεί. Ήταν τα αγαπημένα της λουλούδια και είχε φροντίσει ο κήπος να είναι γεμάτος από αυτά. Κοίταξε το ρολόι. Θα ερχόταν η κόρη της όπου να ‘ναι. Η συντροφιά της της έδινε πάντα κουράγιο. Η αγάπη της όμως την έκανε να σιωπά.

Ούτε που θυμόταν πόσο γρήγορα η ασθένεια που είχε, την άφησε παράλυτη. Λες και έγινε σε μία στιγμή. Πάντα ήταν δραστήρια και ζωηρή και το να μένει όλη μέρα σε ένα κρεβάτι ήταν μεγάλο πλήγμα. Δυσκολεύτηκε πολύ στην αρχή. Έπεσε σε κατάθλιψη. Η κόρη της βράχος. Όταν η μαμά της δεν πονούσε, στις καλές μέρες όπως τις έλεγαν, την έπαιρνε και γυρνούσαν όλη μέρα έξω. Κάποια στιγμή όμως η μαμά της σταμάτησε να θέλει να βγαίνει. Κλείστηκε ξανά στον εαυτό της. Μόνο εκείνη ήξερε τον λόγο. Όσο και να άλλαζαν την αγωγή της, η διάθεσή της δεν βελτιωνόταν. Ατελείωτες συζητήσεις να μάθει η κόρη της το γιατί. Έφευγε από το μαγαζί έστω για μισή ώρα να πάει σπίτι να την δει. Χωνόταν στην αγκαλιά της σαν ήταν πάλι μικρό κοριτσάκι. Πάντα οι δύο τους ήταν. Μαζί μεγάλωσαν η μία με την άλλην. Αχώριστες μέχρι που παντρεύτηκε η Στέλλα και μετακόμισε σε νέο σπίτι στην πόλη. Τότε ήταν που όλα άλλαξαν για την μαμά της.

«Τι έχεις σήμερα, παιδί μου; Δεν μου φαίνεσαι καλά»

«Ένα οικονομικό θέμα στο μαγαζί. Δεν θέλω να σε φορτώνω, μαμά. Το ψάχνω ακόμα. Πιστεύω θα βρω την άκρη»

«Αν μπορώ να σε συμβουλέψω»

«Φυσικά και θέλω την συμβουλή σου»

«Να ακούς το ένστικτό σου»

«Αυτό θα κάνω, μαμά»

Έτσι έκανε η Στέλλα και άρχισε να βλέπει τα πράγματα με την καρδιά, όχι μόνο με το μυαλό. Γιατί μπορεί η λογική της να της έλεγε πως αποκλείεται να συμβαίνει αυτό που σκέφτεται. Η καρδιά της όμως κλωτσούσε. Και είχε δίκιο.

«Βρήκες λύση τελικά;»

«Νομίζω πως βρήκα»

«Και τώρα;»

«Τώρα θα πάρω μέτρα»

«Θα τα καταφέρεις, αγάπη μου»

«Ώρα για μπάνιο, κυρία Ελένη», είπε η γυναίκα που μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας τις πετσέτες.

«Θα σε περιμένω εδώ, μαμά, εντάξει;»

Όταν επέστρεψε στο κρεβάτι η μαμά της, η Στέλλα βοήθησε την γυναίκα να την ντύσει. Ήθελε να συμμετέχει όσο περισσότερο μπορούσε στην φροντίδα της. Να ξέρει πώς να κάνει κάποια πράγματα σε περίπτωση που δεν τα κατάφερνε τελικά με το θέμα που είχε στο μαγαζί και δεν είχαν πια την δυνατότητα να πληρώνουν τόσο προσωπικό. Θα φρόντιζε όμως να προστατεύσει την δική της περιουσία, ό,τι είχε στο όνομά της, ώστε να μην χαθούν όλα.

«Αυτό τι είναι;»

«Συγγνώμη, κυρία. Δεν γνωρίζω. Δεν το παρατήρησα στο μπάνιο»

Κοίταξαν και οι δύο την Ελένη που δεν έβγαλε μιλιά.

«Μια μικρή μελανιά είναι μόνο», απάντησε τελικά σαν να ήθελε να προστατεύσει το προσωπικό να μην βρει κανείς μπελά.

Η κόρη της κοίταξε προσεχτικά την μπλαβίλα και της φάνηκε σαν κάποιος να την είχε κρατήσει δυνατά από το μπράτσο. Αποφάσισε να πηγαίνει πιο συχνά την ώρα της αλλαγής των ρούχων για να μάθει αν ήταν τυχαίο.

Οι μελανιές γίνονταν όλο και πιο συχνές και πλέον δεν χωρούσε αμφιβολία. Είτε η Ελένη αντιστεκόταν περισσότερο, είτε εκείνος που την κακοποιούσε είχε γίνει απρόσεκτος.

Η κόρη της απέλυσε το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού. Ήταν παρούσα σε όλες τις εξετάσεις και τις θεραπείες της μαμάς της. Δεν έφευγε στιγμή από το πλευρό της. Ήξερε ότι έπρεπε να βρει περισσότερα στοιχεία για να πάει στην αστυνομία. Μέχρι τότε αποφάσισε να γίνει ο φρουρός της. Ετοίμασε το διπλανό δωμάτιο και πολλά βράδια έμενε εκεί. Άλλαξε κλειδαριές σε όλες τις πόρτες και ασφάλισε τα παράθυρα. Ούτε τους γείτονες μπορούσε να εμπιστευτεί. Μπορεί να ήταν οποιοσδήποτε.

Η Ελένη αρνιόταν πεισματικά να μιλήσει. Όταν η κόρη της πίεζε την κατάσταση, την έπιανε κρίση. Η αγωγή έγινε πιο βαριά, γιατί δεν άντεχε στην ιδέα πως η κόρη της θα μάθαινε τι συμβαίνει. Και ήταν ζήτημα χρόνου να μάθει όλη την αλήθεια.

Το βράδυ πριν τα γενέθλια της μαμάς της, η Στέλλα πήγε κρυφά την ώρα που κοιμόταν για να στολίσει το σπίτι, να το βρει όμορφο το πρωί που θα ξυπνήσει. Κλείστηκε στο διπλανό δωμάτιο και ξεκίνησε αθόρυβα να φουσκώνει μπαλόνια και να ξετυλίγει κορδέλες. Μέσα στην απόλυτη ησυχία, άκουσε το κλειδί να γυρίζει στην πόρτα.

Με κομμένη την ανάσα, η Στέλλα έσβησε τα φώτα και κόλλησε το αυτί της πίσω από την μισάνοιχτη πόρτα. Δεν μπορούσε να δει τίποτα μέσα στο σκοτάδι. Μπορούσε όμως να ακούσει.

«Μην βγάλεις άχνα!»

Αυτό τον άκουσε να λέει στην μαμά της. Την ήξερε αυτήν την φωνή. Ήταν η φωνή που της έλεγε «σ ’αγαπώ» κάθε μέρα.

Η Στέλλα κάλυψε το στόμα της να μην ουρλιάξει. Ψαχούλεψε μέσα στο σκοτάδι να βρει κάτι βαρύ. Σκόνταψε στο τραπεζάκι και το μετακίνησε. Ο ήχος αντήχησε σε όλο το σπίτι. Άκουσε τα βήματά του να πλησιάζουν βαριά. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήταν έτοιμη.

Μόλις ο άντρας της άνοιξε την πόρτα, η Στέλλα του επιτέθηκε με όλη της την δύναμη. Τον χτύπησε ξανά και ξανά με ένα βαρύ διακοσμητικό που είχε αρπάξει από την βιβλιοθήκη. Εκείνος κατάφερε και την άρπαξε από τον λαιμό και την έριξε στο πάτωμα. Εκείνη πάλεψε όπως μπορούσε να ελευθερωθεί. Δεν έπρεπε να πεθάνει. Δεν μπορούσε να πεθάνει. Δεν γινόταν να μείνει αυτό το τέρας ζωντανό με την μαμά της.

Δεν μπορούσε όμως να αναπνεύσει άλλο. Ένιωθε τα πνευμόνια της να καίγονται. Έστω και με την τελευταία της ανάσα θα πάλευε γενναία. Ήθελε να του δείξει πως δεν θα κατάφερνε να στερήσει την δύναμη καμίας γυναίκας.

Κάποια στιγμή σταμάτησε να σπαρταράει. Δεν άντεχε άλλο. Θόλωσαν τα μάτια της. Δεν έβλεπε πια το πρόσωπό του, μόνο μία σκιά από πάνω της που της ρουφούσε την ζωή.

Δύο χέρια τυλίχτηκαν γύρω από τον λαιμό του. Η Στέλλα πήρε απότομα ανάσα ξανά. Δεν έβγαινε φωνή από μέσα της. Είδε μια μάνα που σύρθηκε για να σώσει το παιδί της. Μια μάνα που ανέχτηκε για τον εαυτό της ένα μαρτύριο για να προστατεύσει το παιδί της. Είδε μια μάνα να πνίγει ένα τέρας.

«Ό,τι κάνω σε εσένα δεν θα το κάνω και στην κόρη σου, αρκεί να μην βγάλεις άχνα ποτέ». Αυτό της είχε υποσχεθεί. Αλλά τώρα η Ελένη έβλεπε ότι έπρεπε να είχε μιλήσει από την αρχή. Ότι δεν έπρεπε να είχε ανεχτεί τίποτα από όλα αυτά. Έπρεπε να μιλήσει. Μα το τέρας βρήκε τον τρόπο, το αδύναμο σημείο της, την κόρη της. Και την χτύπησε εκεί. Έτσι κάνουν πάντα.

Η εξαφάνιση του άντρα της Στέλλας αποδόθηκε στα τεράστια χρέη που άφησε πίσω του. Τα στοιχεία τα έφερε στο φως η ίδια η γυναίκα του μετά από υποψίες που είχε και έρευνα που έκανε στα οικονομικά της επιχείρησης τους. Ποτέ κανείς δεν τον αναζήτησε.

Μαμά και κόρη, ελεύθερες πια, έβλεπαν τώρα τον κήπο με τα λευκά κρίνα και μόνο εκείνες ήξεραν ότι κάτω από αυτά ήταν θαμμένο το μυστικό τους.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading