«Σειρά σου! Να δω τι θα κάνεις τώρα!» αναφώνησε ευχαριστημένος ο νεαρός. Η Δόμνα χαμογέλασε και έριξε τα ζάρια με σιγουριά και αποφασιστικότητα. Ο νεαρός γούρλωσε τα μάτια του και τινάχτηκε πίσω, φέρνοντας τα χέρια του στο πρόσωπό του.
«Όχι ρε, φίλε! Πώς;» αναφώνησε, ενώ οι άλλοι γύρω του χαχάνιζαν και τον πείραζαν. Η Δόμνα όμως δεν τον έβλεπε∙ το βλέμμα της είχε καρφωθεί στον άντρα που περπατούσε αργά ανάμεσα από τις σκηνές που βρισκόταν στην παραλία και κοιτούσε εξεταστικά γύρω του. Γιατί είναι εδώ; αναρωτήθηκε, κατεβάζοντας το πλατύγυρο καπέλο της και γυρνώντας του την πλάτη.
«Να σας πω! Βαρέθηκα, δεν πάμε για κάνα μπάνιο;». Ο νεαρός έκλεισε το τάβλι με θόρυβο.
«Με γλέντησες έτσι κι αλλιώς, Ντομ…» είπε και έκανε νόημα και στην υπόλοιπη παρέα ν’ ακολουθήσει.
Καθώς προχωρούσαν κατά τη θάλασσα, ξαφνικά ο νεαρός τη σήκωσε στην αγκαλιά του, κάνοντάς τη να φωνάξει δυνατά από το ξάφνιασμα, και όλοι μαζί έτρεξαν με φόρα κατά το νερό. Η Δόμνα του ξεγλίστρησε γρήγορα και πήρε να κολυμπά με νεύρο προς τα ανοικτά, προτού στραφεί προς τους βράχους που αγκαλιάζουν την παραλία, όπου ο άντρας ακόμη περπατούσε αργά, σχολαστικά ανάμεσα στις σκηνές.
Άραγε με ποια ιδιότητα βρίσκεται εδώ; Ως τουρίστας; Ως μπράβος ή ως αστυνομικός; Αν ήταν τουρίστας, δεν υπήρχε περίπτωση να μην είχε κιόλας βουτήξει μέσα σ’ αυτά τα δροσερά γαλαζοπράσινα νερά μια τέτοια ζεστή καλοκαιρινή μέρα. Από την άλλη, ως τσιράκι του Ζυγού θα φορούσε τη “στολή” του επιδειξία “φτώχειας”, κακόγουστη βερμούδα, στενό μπλουζάκι που τονίζει τη γράμμωση και κρύβει την ευθεία γραμμή εγκεφάλου και κάμποσα γυαλιστερά κοσμήματα να θαμπώνουν την εικόνα. Εκείνος όμως φορούσε ένα λιτό πόλο μπλουζάκι και μακρύ μπλε παντελόνι.
Να έκρυβε όπλο; Να υπήρχαν και άλλοι αστυνομικοί; Επιβράδυνε τον ρυθμό της και σάρωσε με το βλέμμα την την παραλία, μα ήταν πια πολύ μακριά… Το ερώτημα παρέμενε. Γιατί ο Δήμος, ή όπως τον έλεγαν αληθινά, είναι εδώ; Δεν μπορεί να είναι τόσο ανόητος ώστε να περιμένει από αυτήν να δώσει τον πελάτη της, έτσι δεν είναι; Επιτέλους, τόσα χρόνια ως μυστικός θα έπρεπε να έχει μαζέψει πια αρκετά στοιχεία. Βέβαια, ακόμη και αν το έκαναν ο Ζυγός με τις γνωριμίες του και τα λαδώματά του θα κατάφερνε να τους ξεγλιστρήσει ακόμη μια φορά. Και αν αυτά δεν ήταν αρκετά, σίγουρα θα το κατάφερναν οι δικηγόροι του, ανάμεσά τους και αυτή.
Το περίμενε ότι αργά ή γρήγορα θα στρέφονταν σε αυτήν. Τη θεωρούσαν τον αδύναμο κρίκο. Ίσως και να ήταν. Δεν έπρεπε να τον έχει βοηθήσει πριν τέσσερα χρόνια, όταν τον κυνηγούσαν οι μπράβοι. Την εξόργιζε το πόσο ηλίθιος ήταν και πόσο διακινδύνευε, μάταια! Εκείνη τη νύχτα έθεσε βέτο στον πατέρα της και τον Ζυγό, ότι δε θα ξαναπήγαινε ποτέ αυτή σε αυτόν, ό,τι ήθελε θα ερχόταν στο γραφείο της, που φρόντιζε να ελέγχει διεξοδικά κάθε μέρα. Αυτός ο ανόητος όμως δεν τα παράτησε. Το αστείο είναι ότι τον αναγνώρισε αμέσως μόλις τον είδε, δύο χρόνια μετά δίπλα στον Ζυγό.
Ο Όμηρος σάρωσε ακόμη μια φορά με το βλέμμα του τη γεμάτη τέντες και σκηνές παραλία. Πού στο καλό μπορεί να ήταν; Έχοντας ξεμείνει από ιδέες, ακολουθούσε και το πιο παράξενο στοιχείο που είχε και περιέργως, σε αυτό το νησί είχαν επιβεβαιώσει την παρουσία της τουλάχιστον πέντε άτομα. Ανάμεσά τους ο εκνευριστικός συνάδελφός του, που όταν του έδειξε την φωτογραφία της, του είπε ότι η ελιά της πάνω από τα χείλη τον είχε κρατήσει ξάγρυπνο τρεις μέρες. Πώς κρατήθηκε και δεν τον κλωτσομπούνισε, ένας Θεός το ξέρει.
Έπειτα ήταν και εκείνο το αλλόκοτο πράγμα, σαν πολύχρωμο ξεπουπουλιασμένο κοκόρι, που δούλευε στην καντίνα της παραλίας. Επέμενε ότι ήξερε την Ντομ, επειδή ερχόταν, λέει, κάθε χρόνο στο νησί. Άντε βγάλε άκρη το τι είναι το Ντομ! Σίγουρα το ‘χε κάψει με αυτά που κάπνιζε τόσα χρόνια.
Ο Όμηρος ατένισε τα κρυστάλλινα νερά που απλώνονταν μπροστά του αναποφάσιστος. Η ζέστη έλιωνε το κορμί του σαν το κερί. Δεν άντεξε, έβγαλε τα ρούχα του και τα έχωσε μέσα στο σακίδιό του, το οποίο τοποθέτησε έτσι ώστε να μπορεί να το βλέπει από παντού και βούτηξε. Η αίσθηση του παγωμένου νερού να χαϊδεύει τα ζεστά του μέλη τον έκανε να χαλαρώσει και ξεκίνησε να κολυμπά με απλωτές κινήσεις παράλληλα με την παραλία. Πού στο καλό είχε εξαφανιστεί τόσες μέρες; Όσο δεν την έβρισκε, τόσο ένιωθε την αγωνία να τον πνίγει. Πώς του ξέφυγε; Αυτός ο μaλάκ@s ο “αρραβωνιαστικός” έφταιγε! Εξαιτίας του έφυγε ξαφνικά, μόλις αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο! Τόλμησε να την πληγώσει, ενώ γνώριζε ότι έπασχε από κατάθλιψη! Μόλις την έβρισκε, θα γυρνούσε και του έσπαζε τα πόδια! Σάρωσε ακόμη μια φορά την παραλία με τις σκηνές και τις πολύχρωμες πετσέτες πάνω στην παχιά άμμο. Θα μπορούσε ποτέ μια τέτοια γυναίκα να βρίσκεται σ’ ένα τέτοιο μέρος και όχι σε ένα πεντάστερο; Αυτή που ντυνόταν πάντα άψογα με ακριβά ρούχα και κοσμήματα, το μαλλί που δεν πέταγε τρίχα, το μακιγιάζ… Ο συνάδελφος του είπε ότι μιλούσε σα δικηγόρος και ήξερε όλους τους νόμους. Μια μεγαλοδικηγόρος θα μπορούσε να βρίσκεται ανάμεσα στους άπλυτους;
Φωνές ακούστηκαν, κάποιοι άρχισαν να μαζεύονται προς τα βράχια. Δε θα είχε δώσει σημασία αν μία λέξη δεν κινούσε την προσοχή του.
«Η Ντομ και ο Λευτέρης δεν είναι αυτοί; Τρελάθηκαν; Θα σκοτωθούν!». Ο Όμηρος ακολούθησε το βλέμμα τους. Ένας νεαρός ήταν γαντζωμένος ψηλά πάνω τα βράχια, ενώ τα γόνατά του τρεμούλιαζαν από τον φόβο. Εκεί που είχε ανέβει δεν μπορούσε να κατέβει, αλλά φοβόταν και να πηδήξει στο νερό, όπως θα έκανε και κάθε νοήμων άνθρωπος. Μια γυναίκα με όμορφο καλογυμνασμένο κορμί και μακριά σπαστά μαύρα μαλλιά σαν γοργόνα που είχε σκαρφαλώσει με σίγουρες κινήσεις ως εκεί, κάθισε δίπλα του και του μιλούσε.
Ο Όμηρος πλησίασε περίεργος και η σκέψη του γύρισε σ’ εκείνο το βράδυ που την πρωτοείδε πριν τέσσερα χρόνια. Αν δεν ήταν η Δόμνα να τον βοηθήσει, μπορεί και να μη ζούσε τώρα. Θαύμαζε τη ψυχραιμία που έδειξε, όταν ένας κυριολεκτικά ουρανοκατέβατος άντρας με κουκούλα του σκι έπεσε μπροστά στα πόδια της λαβωμένος. Και εκείνη, αντί να σηκώσει τον τόπο με τις φωνές της, αντί να κάνει ότι δεν τον είδε ή να τον παραδώσει στους άντρες του Ζυγού που τον κυνηγούσαν, τον άρπαξε και τον έχωσε πίσω από κάτι χαρτόκουτα και όταν οι μπράβοι την πλησίασαν, εκείνη προσποιήθηκε ότι μίλαγε στο κινητό και να μην την ενοχλούν. Τότε του έκανε τρομερή εντύπωση με τι σεβασμό της φέρθηκαν. Αργότερα κατάλαβε γιατί. Δεν ήταν απλά μια δικηγόρος που τους ξέμπλεκε από τα δύσκολα, νοιαζόταν για αυτούς. Αν ήταν μέσα, θα τους έφερνε τσιγάρα και άλλα μικροδώρα, θα τους κρατούσε το χέρι, θα τους μιλούσε μαλακά, σαν υπομονετική μητέρα. Έπειτα αν ήθελε κάποιος να γλιτώσει και να εξαφανιστεί, θα πήγαινε σε αυτήν για να τον βοηθήσει. Μιά φλογίτσα μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Αλλά αυτή η φλογίτσα προστάτευε ένα από τα μεγαλύτερα καθάρματα του Αθηναϊκού υποκόσμου.
Εκείνη την νύχτα φρόντισε το τραύμα του και τον κράτησε ασφαλή, χωρίς να θελήσει να δει το πρόσωπό του ή να του ζητήσει εξηγήσεις. Έπειτα εμφανίστηκε αυτός ο μaλάk@s ο αρραβωνιαστικός!
«Το αpxίδι, θα το σκοτώσω!» του ξέφυγαν οι λέξεις. Κάθε εβδομάδα ανάγκαζε τους συναδέλφους να του στέλνουν τα βίντεο και τις ηχογραφήσεις, και κάθε φορά που ήθελαν να σταματήσουν να την παρακολουθούν, αυτός επενέβαινε και τους έπειθε ότι αυτή ήταν ο αδύναμος κρίκος κι ας ήξερε καλύτερα από όλους το πόσο προστατευτική και πιστή στους ανθρώπους της ήταν. Ήταν ο τρόπος του για να μπορεί να την προστατέψει. Έτσι έμαθε για την κατάθλιψη και για την επιμονή του πατέρα της να παντρευτεί αυτό το αpxίδι. Και για λίγο αναθάρρησε όταν η Δόμνα αντιστάθηκε, για λίγο. Πώς μπορεί μια τόσο γενναία γυναίκα να μην μπορεί να πει όχι σε αυτούς που της διαλύουν τη ζωή;
Η γυναίκα πάνω στον βράχο πιάστηκε χέρι χέρι με τον νεαρό και, πριν προλάβει εκείνος να το καλοσκεφτεί, βρέθηκαν και οι δύο στον αέρα. Ένα δυνατό σπλατς ακούστηκε. Ο νεαρός βγήκε να πάρει αέρα, μα η κοπέλα δε φαινόταν πουθενά. Κοίταξε ανήσυχος γύρω του, όπως και οι υπόλοιποι. Ξάφνου ένα κεφάλι στεφανωμένο από αφρό αναδύθηκε αρκετά μέτρα πιο κάτω. Όλοι ξέσπασαν σε επευφημίες, μα η κοπέλα δε φάνηκε να δίνει σημασία. Η Ντομ βγήκε στην παραλία, φόρεσε το μεγάλο ψάθινο καπέλο της και τα τεράστια γυαλιά της και έκανε να μπει μέσα σε μία σκηνή, όταν κάποιος την έπιασε από το μπράτσο.
«Δόμνα!»
«Τι θες;» είπε ψυχρά εκείνη και τίναξε το χέρι του.
«Εσύ είσαι;». Εκείνη γύρισε προς το μέρος του και έκανε έναν απαξιωτικό μορφασμό.
«Γι’ αυτό διαφεντεύουν κάτι άνθρωποι σαν τον Ζυγό. Γιατί η αστυνομία μας είναι γεμάτη ηλίθιους!». Ο Όμηρος ένιωσε τα λόγια της σαν χαστούκι, δεν την είχε ακούσει ποτέ να μιλά απαξιωτικά σε κάποιον ή με τόση σκληράδα, πόσο μάλλον σε αυτόν.
«Ξέρεις; Πώς; Πώς…» τραύλισε χαμηλόφωνα και κοίταξε γύρω του μην τους ακούει κανείς.
«Ξέρω από εκείνη τη νύχτα που σε βοήθησα…»
«Αδύνατον!»
«Τι αδύνατον, ρε;» ανέβασε τον τόνο της η Δόμνα, που έβγαλε τα γυαλιά και τον κάρφωσε με το βλέμμα της, «που φορούσες τις αστυνομικές σου αρβύλες και στα κλειδιά σου κρεμόταν το μπρελόκ με το σήμα της αστυνομίας!»
«Τα κλειδιά μου;»
«Τα κλειδιά που… έχασες εκείνη τη νύχτα…» του είπε κοιτώντας τον συνωμοτικά κι έσφιξε το στόμα της για να μην τον λούσει με μπινελίκια. Ο Όμηρος κοιτώντας τη με μάτια γουρλωμένα, έκανε ένα βήμα πίσω και δάγκωσε το χέρι του για να μην κραυγάσει και το κορμί του συσπάστηκε.
«Και μετά… και μετά; Πώς;», ψέλλισε μόλις κατάφερε να ανακτήσει την ψυχραιμία του.
Η Δόμνα τον πλησίασε και κόλλησε το δάχτυλό της στο σημάδι από ράμματα στο φρύδι του. Εκείνος το ένιωσε σαν να κάηκε.
«Ξέρει και ο Ζυγός; Γι’ αυτό τόσα χρόνια δεν έχω καταφέρει τίποτα;» τη ρώτησε άγρια, αρπάζοντάς τη από τα μπράτσα.
Η Δόμνα ελευθερώθηκε και έριξε μερικά καθυσηχαστικά νεύματα γύρω της, καθώς είδε τους φίλους της να σηκώνονται και να πλησιάζουν.
«Αν ήξερε, δε νομίζω να ζούσες τώρα», του ψιθύρισε πλησιάζοντας το αυτί του. «Εκτός κι αν…» άφησε τη φράση της μετέωρη καθώς χώθηκε στη σκηνή. «Ντύσου, πρέπει να πάμε μία βόλτα!» του φώναξε κλείνοντας το φερμουάρ.
Τι θα του πω; Δεν είχε καταλάβει ότι ήξερα; Τι θέλει τώρα; Γιατί είναι εδώ; αναρωτιόνταν η Δόμνα, καθώς απομακρυνόταν από την παραλία μ’ ένα μικρό φουσκωτό.
Από την άλλη, το μυαλό του Όμηρου ήταν σε πλήρη ακινησία, όσο τα μάτια του χάιδευαν κάθε γωνιά του προσώπου της, τα φουσκωμένα από το αλάτι χείλη, τα μακριά μαλλιά που στέγνωναν από το αεράκι, το όμορφο κορμί της με το ημιδιάφανο λευκό πουκάμισο και το μικροσκοπικό τζιν σορτς που άφηνε γυμνά τα μακριά της πόδια. Αυτή ήταν η Δόμνα; Δεν την ήξερε αυτή τη Δόμνα. Αν ένιωθε τσιμπημένος με την καλόκαρδη γενναία έξυπνη, μα απόμακρη και καλοκουρδισμένη κούκλα Δόμνα. με αυτήν εδώ απλά είχε χάσει το μυαλό του.
Το μικρό βαρκάκι έκοψε ταχύτητα και φώλιασε σ’ ένα δίπλωμα της γης. Η Δόμνα έριξε άγκυρα και το ασφάλισε με σίγουρες κινήσεις στα βράχια με σχοινιά.
«Ποια είσαι;» τη ρώτησε ασυναίσθητα ο Όμηρος, μην μπορώντας να πάρει το βλέμμα του. Ένα ειρωνικό μειδίαμα χαράκωσε τα χείλη της.
«Ποια θες εσύ να είμαι;» τον ρώτησε καρφώνοντάς τον στα μάτια. Το πρόσωπό της έγινε με μιας σοβαρό, αυτό το ψυχρό προσωπείο που γνώριζε τόσο καλά ο Όμηρος. Η Δόμνα είδε την αναγνώριση στα μάτια του και το χαμόγελό της χάθηκε. Ξάφνου γύρισε και έπεσε στο νερό και πήρε να κατεβαίνει όλο και πιο βαθιά.
Ποια είμαι; Είμαι η καλή κόρη που ποτέ δε φέρνει αντιρρήσεις. Η άριστη μαθήτρια, η άριστη φοιτήτρια, η καλύτερη δικηγόρος και συνεχιστής του γραφείου του πατέρα μου που αντιπροσωπεύει καθάρματα. Η όμορφη κόρη της μάνας μου, που πρέπει να είναι πάντα καλοντυμένη και περιποιημένη. Η άμεμπτη αρραβωνιαστικιά, για έναν επίδοξο μ@λαkά πολιτικό, που με κερατώνει με ό,τι κινείται…
Γιατί είμαι σαν το νερό που παίρνει κάθε φορά το σχήμα του μπουκαλιού που το βάζουν. Βαρέθηκα! Δε θέλω πια να μπαίνω σε μπουκάλια. Θέλω να είμαι εγώ, μόνο που δεν ξέρω πια ποια είμαι εγώ…
Γύρισε ανάσκελα και απέμεινε να κοιτά τα σχέδια που έκαναν οι ακτίνες του ήλιου που λόγχιζαν το νερό, παραμορφώνοντας την εικόνα του ουρανού. Το παγωμένο νερό τύλιγε το κορμί της σαν σάβανο και τα πνευμόνια της καίγονταν για αέρα. Μια μέγγενη την άρπαξε και την τράβηξε στην επιφάνεια, έσκισε το νερό και το ζωογόνο οξυγόνο χύθηκε μέσα της.
«Είσαι καλά; Τι είναι αυτά που κάνεις;» της ούρλιαξε, κολλώντας το πρόσωπό του στο δικό της. Εκείνη χασκογέλασε μ’ ένα γέλιο ζωηρό και κοροϊδευτικό που αντιλάλησε πάνω στα ψηλά βράχια. Ξαφνικά σοβάρεψε και τον ρώτησε: «Τι κάνεις εδώ… Δήμο;»
«Όμηρος…» του ξέφυγε, μην μπορώντας να πάρει τα μάτια του από τα μάτια της. Ένα ειρωνικό ξεφύσημα της ξέφυγε.
«Όμηρος…» επανέλαβε αργά, γλείφοντας τα γράμματα και του φάνηκε σαν να άκουγε τη μάνα του, που έβαζε όλη της την αγάπη κάθε φορά που πρόφερε τ’ όνομά του. Θα μπορούσε και η Δόμνα να τον αγαπά; Δεν το σκέφτηκε, τη φίλησε αρπάζοντας το κεφάλι της.
Εκείνη ανταπέδωσε μόνο για μια στιγμή κι έπειτα άρχισε να τον χτυπά και να προσπαθεί να τον απομακρύνει.
«Τρελάθηκες; Τι κάνεις;»
«Ναι, τρελάθηκα! Τρελάθηκα από την αγωνία τόσες μέρες που δε σε έβρισκα! Τρελάθηκα όταν συμφώνησες να παντρευτείς αυτόν τον ξεφτίλα! Τρελάθηκα ότι θα έκανες κακό στον εαυτό σου, εξαιτίας του. Τρελάθηκα! Τι δουλειά είχες ν’ ανέβεις πάνω σε εκείνος τον βράχο, μου λες;». Η Δόμνα δεν του απάντησε, μόνο κατευθύνθηκε στο βαρκάκι και χώθηκε μέσα.
«Τι θες, μου λες; Σε ξαναρώτησα και δεν μου απάντησες!» σκλήρισε, καθώς ανασηκώθηκε με το κορμί της να λάμπει από τις διαμαντοσταγόνες και τον κοίταξε από ψηλά. Ο Όμηρος χώθηκε μέσα στη βάρκα με δυσκολία, προσπαθώντας να διατηρήσει την ισορροπία του πάνω στο κλυδωνιζόμενο βαρκάκι. Την κοίταξε με μάτια που πέταγαν σπίθες.
«Γιατί το κάνεις αυτό, γaμώtο; Γιατί ένα τόσο γενναίο και έξυπνο άτομο που το προσκυνά ακόμη και ο Ζυγός, δέχεται να σου ορίζουν τη ζωή, άλλοι;»
«Σκάσε!» ούρλιαξε η Δόμνα
«Γιατί; Γιατί ν’ αναγκάζεσαι να παίρνεις χάπια εξαιτίας τους; Γιατί;»
«Πώς ξέρεις;» ξαφνιάστηκε η Δόμνα, μα σύντομα βρήκε την αυτοκυριαρχία της.
«Γιατί εγώ ξέρω την αληθινή Δόμνα! Γιατί εγώ θέλω την αληθινή Δόμνα!» της είπε μαλακά ο Όμηρος πιάνοντάς τη από τους ώμους. Ο καγχασμός της τον έκοψε.
«Ποια αληθινή Δόμνα;» τον κάρφωσε με το βλέμμα της και χαμογέλασε χωρίς το χαμόγελο να φτάσει στα μάτια της. «Αυτή που βλέπεις στις οθόνες και ακούς στις ηχογραφήσεις; Δεν υπάρχει “αληθινή” Δόμνα, Όμηρε! Υπάρχουν οι ρόλοι που παίζω για να επιβιώσω και εσύ ερωτεύτηκες την πρωταγωνίστρια μου!».
Αναστασία Χ.
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
