“Θα του ζητήσω διαζύγιο. Δεν αντέχω άλλο. Φεύγω.”. Αποστολή. Η Έλλη ακούμπησε το κινητό με τη οθόνη στραμμένη προς το τραπέζι και κρύβοντας το πρόσωπό της μέσα στα χέρια της, έβαλε τα κλάματα. Έκλαψε τόσο πολύ, που στέρεψε από δάκρυα και ένιωθε μόνο έναν δυνατό πόνο να καταβάλει όλο της το σώμα. Πίεσε τον εαυτό της να σηκωθεί από τον καναπέ και να πάει προς το υπνοδωμάτιο. Ήταν ήδη μεσάνυχτα και ο σύζυγός της δεν είχε γυρίσει σπίτι. Αυτό πυροδότησε τον θυμό μέσα της, που αντικατέστησε την θλίψη και με γρήγορες κινήσεις μάζεψε τα περισσότερα από τα υπάρχοντά της κι έφυγε.
___
Το κινητό του Νάσου δονήθηκε και η οθόνη φωτίστηκε. Ενώ μέχρι στιγμής ήταν απόλυτα αφοσιωμένος στη συνεδρίαση των στελεχών της εταιρίας του, για να λύσουν μια οικονομική ‘τρύπα’ που είχε προκύψει μετά την πτώση δύο μετοχών τους στο χρηματιστήριο, το μήνυμα που εμφανίστηκε στο κινητό τον μούδιασε. Τα φώτα ήταν τώρα πολύ δυνατά, οι ομιλίες γύρω του αφόρητες και η γραβάτα γύρω από το λαιμό του σαν θηλιά. Προσπάθησε να την χαλαρώσει και όταν άκουσε το όνομά του δύο φορές, δεν απάντησε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν, αλλά ζήτησε συγγνώμη και βγήκε έξω από την αίθουσα, αναζητώντας λίγο οξυγόνο.
Το στήθος του ανεβοκατέβαινε ενώ κοίταζε επίμονα την φράση: “Θα του ζητήσω διαζύγιο” και από πάνω το όνομα του αποστολέα “Έλλη”.
Μετά από δύο λεπτά, πήγε στο γραφείο του. “Μάττα, ακύρωσε τα πάντα!”, είπε στη γραμματέα του με τρόπο που δεν άφηνε περιθώρια να του φέρει αντιρρήσεις.
Έφτασε σπίτι, έβγαλε το σακάκι του και φώναξε τη γυναίκα του. Καμία απάντηση. Πήγε στην κρεβατοκάμαρά τους. Τα πράγματα της Έλλης έλειπαν. Έτριψε το πρόσωπό του με το χέρι του. “Σκατά”.
__
Η Έλλη χτύπησε το κουδούνι στο σπίτι της Ντίνας, της αδελφής της. Πέρασαν περίπου πέντε λεπτά μέχρι να της ανοίξει. Ήταν φανερό από τις πιτζάμες, το ανακατεμένο μαλλί και την μάσκα ύπνου στο πηγούνι της, ότι κοιμόταν.
“Τι συνέβη;”, τη ρώτησε με βραχνή φωνή
“Δεν διάβασες το τελευταίο μήνυμα;”
“Ποιο μήνυμα;”
“Αχ Ντίνα, έλεος! Τέλος πάντων, μπορείς να με φιλοξενήσεις για απόψε;”, τη ρώτησε με αγανακτισμένο ύφος και τότε η Ντίνα κοίταξε τις δύο βαλίτσες
“Έφυγες;”, ρώτησε με γουρλωμένα μάτια και έβγαλε τη μάσκα από το πρόσωπό της
“Αλήθεια τώρα;”. Η Έλλη ήταν τόσο θυμωμένη μαζί της, που έβγαλε το κινητό από την τσάντα της για να της δείξει το τελευταίο μήνυμα που της είχε στείλει. Έντεκα αναπάντητες. “Νάσος”. Ένιωσε μια πίεση πίσω από τα μάτια της, αλλά προσπάθησε να την καταπνίξει. Άνοιξε τα μηνύματα και πάγωσε. Κοίταξε την Ντίνα. Της άρπαξε το κινητό από τα χέρια. Τότε αντιλήφθηκαν και οι δύο ότι το μήνυμα δεν είχε σταλεί στη Ντίνα, αλλά στον Νάσο!
Η Ντίνα σήκωσε το βλέμμα της και πίσω από την αδελφή της είδε δύο γνώριμα καστανά μάτια, κατακόκκινα και κουρασμένα.
“Μας αφήνεις λίγο με τη γυναίκα μου;”, είπε αυστηρά ο Νάσος, που σκέφτηκε ότι το πρώτο μέρος που θα την έβρισκε θα ήταν εκεί, και η Νάντια έφυγε χωρίς αντιρρήσεις, αφήνοντας, ωστόσο, την πόρτα ανοιχτή.
Ο Νάσος στάθηκε μπροστά από την Έλλη, κοιτάζοντας μια την ίδια, μια τις βαλίτσες της. Τελικά τα μάτια του στάθηκαν στο πρόσωπό της. “Γιατί; Είμαστε μια χαρά Έλλη”.
Τότε σήκωσε το βλέμμα της με μάτια γεμάτα δάκρυα. “Μια χαρά; Είναι μια χαρά να μην κοιμόμαστε μαζί τα βράδια; Είναι μια χαρά να μην τρώμε πια μαζί; Είναι μια χαρά να μην κουβεντιάζουμε τη μέρα μας και τις ανησυχίες μας; Είναι μια χαρά να μην εμφανίζεσαι στα ραντεβού μας; Είναι μια χαρά να ξεχνάς το τραπέζι της επετείου μας; Είναι μια χαρά να ζω μόνη μου και για τους δύο μας, Νάσο;”, απάντησε και λίμνες πια διαγράφονταν στα μάγουλα της.
Σιωπή.
“Μακάρι να είχες ερωμένη. Γιατί την εταιρεία σου που σε κρατά μακριά μου, δεν μπορώ να την ανταγωνιστώ… Γι’ αυτό, θέλω διαζύγιο”.
Ξανά σιωπή.
Η Έλλη σήκωσε τις δύο βαλίτσες στα χέρια της, τον παραμέρισε, μπήκε μέσα στο διαμέρισμα της αδερφής της κι έκλεισε απαλά την πόρτα.
Ο Νάσος έφυγε σαν χαμένος. Μπήκε στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε προς το μπαρ κοντά στη δουλειά, που ήξερε ότι θα βρει τον Μάριο, αδελφικό φίλο και συνεργάτη του. Μόλις μπήκε μέσα, τον βρήκε εύκολα στο μπαρ να φλερτάρει με τη μπαργούμαν. Έκατσε δίπλα του και ο Μάριος τον κοίταξε με ένα ύφος αγωνίας. Ωστόσο, δεν θέλησε να τον πιέσει, οπότε του παρήγγειλε ένα ποτό και αφού το κατέβασε με τη μια, τον ρώτησε: “Τι συνέβη;”. Ο Νάσος τον κοίταξε με μάτια κατακόκκινα και ένα πρόσωπο εμφανώς ταλαιπωρημένο. “Η Έλλη… θέλει διαζύγιο”
“Τι λες τώρα; Και πώς στο είπε; Έτσι ωμά;”
Ο Νάσος άνοιξε το μήνυμα και του το έδειξε.
“Ντίνα; Η αδερφή της; Μπέρδεψε τους παραλήπτες;”
Ο Νάσος κούνησε το κεφάλι του.
“Είχες σημάδια;”
Ο Νάσος κατέβασε κι ένα δεύτερο ποτό.
“Τα έδινα όλα στη δουλειά για να πετύχω τους στόχους μου και είχα ξεχάσει πόσο σημαντική ήταν η Έλλη για μένα. Πάντα εκεί, ήρεμη δύναμη, σιωπηλή και υποστηρικτική. Κι εγώ; Να ακυρώνω το ένα μας ραντεβού πίσω από το άλλο και να χάνω στιγμές μαζί της, για να δω τα μηδενικά της εταιρίας να αυξάνονται. Τώρα; Έχω εκατομμύρια στο λογαριασμό και δεν μπορώ να έχω αυτό που θέλω. Την γυναίκα μου”
“Καταλαβαίνω ότι έχει φτάσει η κατάσταση σε ένα σημείο απροχώρητο. Γι’ αυτό ‘έσκασε’ και η Έλλη. Αλλά, φίλε, είναι η ευκαιρία σου να αλλάξεις για να την κερδίσεις πίσω. Η εταιρία μανατζάρεται από τόσο κόσμο. Ζήσε για σένα. Χτίσε ένα καινούργιο μέλλον μαζί της”
Στο πρόσωπο του Νάσου χαράκτηκε ένα μικρό χαμόγελο.
“Δεν θα είναι εύκολο, αλλά αν την αγαπάς, φρόντισε να την ξαναμάθεις”
Τελείωσαν κι ένα τρίτο ποτό και πήγε ο καθένας σπίτι του.
Ο Νάσος έλαβε σοβαρά υπόψιν τα λόγια του Μάριου και από την επόμενη κιόλας μέρα και για έξι εβδομάδες, προσπαθούσε να αποδείξει έμπρακτα στην Έλλη ότι είχε αλλάξει. Με λουλούδια, τηλέφωνα, ραντεβού που εκείνη δεν εμφανιζόταν, ραντεβού σε σύμβουλο γάμου (ούτε εκεί ήρθε), τυχαίες συναντήσεις στα μέρη που σύχναζε. Μα η Έλλη δεν ενέδιδε. Είχε κάνει υπομονή τόσα χρόνια, στηρίζοντάς τον μέχρι να πετύχει στον χώρο των επιχειρήσεων και να γίνει μεγάλο όνομα. Μετά, όμως, αυτές οι επιχειρήσεις μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον του κι εκείνη περίμενε μόνη σε ένα τεράστιο σπίτι έναν σύζυγο που δεν ήταν ούτε φυσικά ούτε πνευματικά παρών. Δεν έπαψε να τον αγαπά, αλλά δεν μπορούσε να μην αγαπά άλλο την ίδια.
Μετά από επτά εβδομάδες, ο Νάσος έλαβε στο γραφείο του τα χαρτιά του διαζυγίου. Κρύος ιδρώτας έλουσε το πρόσωπό του και ένα χέρι έσφιξε τα πνευμόνια του. Η Έλλη πίστευε ότι θα είναι πιο ευτυχισμένη χωρίς αυτόν. Εκείνος όμως; Ήταν όλη του η ζωή και τα είχε κάνει όλα λάθος…
Το ίδιο βράδυ έπρεπε να παρευρεθεί ως επίτιμος καλεσμένος στα εγκαίνια ενός εστιατορίου Μισελέν. Μετά από πολλές πιέσεις και απειλές από τον Μάριο, τελικά ετοιμάστηκε και πήγαν μαζί. Μόλις μπήκε μέσα, η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά. Δεν ήταν δυνατόν. Καστανόξανθες μπούκλες έπεφταν πάνω σε τόσο θελκτικούς ώμους ενώ άφηναν ακάλυπτα σημεία από τα μπράτσα. Η Έλλη. Και δίπλα της, η αρραβωνιαστικιά του Μάριου. Ο Νάσος τον κοίταξε με ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης. Περπάτησαν μαζί προς το μέρος τους.
Η Έλλη πρέπει να ένιωσε το έντονο βλέμμα του Νάσου και γύρισε πριν φτάσουν. Ένα ρίγος διαπέρασε την ραχοκοκαλιά της. Μαύρο κουστούμι, φαρδιές πλάτες, καστανά μάτια, ξανθά μαλλιά, σανδαλόξυλο που κυρίευσε τις αισθήσεις της. Ήταν θυμωμένη με την Άννα που την είχε διαβεβαιώσει ότι δεν θα είναι ο Νάσος παρών, αλλά αυτές οι αναθεματισμένες πεταλούδες δεν σταματούσαν με τίποτα να τριγυρνούν στο στομάχι της, όπως την πρώτη μέρα που τον είδε…
Έκατσαν στο ίδιο τραπέζι, αντικριστά. Η Έλλη πάλευε να απασχολεί το μυαλό της με οτιδήποτε άλλο, ώστε να μην τον κοιτάξει, όμως ο Νάσος δεν έπαιρνε τα μάτια του από πάνω της.
Ξαφνικά ακούστηκε μια δυνατή έκρηξη από την κουζίνα. Όλοι πάγωσαν. Το επόμενο λεπτό έτρεχαν πανικόβλητοι προς την έξοδο. Ο Νάσος πάλευε μέσα στον καπνό που είχε αρχίσει να κατακλύζει τον χώρο, να βρει έναν μόνο άνθρωπο. Η Έλλη έπεσε με δύναμη πάνω του, όταν την έσπρωξε κάποιος τρίτος. Την κράτησε από τα μπράτσα για να μην πέσει κάτω και κρατώντας δυνατά το χέρι της, φτάσανε στην έξοδο. Μπήκαν αμέσως στο αυτοκίνητό του. Η Έλλη έτρεμε από το σοκ. Ο Νάσος αύξησε την θέρμανση και της έδωσε το σακάκι του. Η μυρωδιά του της προσέφερε ένα οικείο αίσθημα ασφάλειας…
Έκατσαν στον καναπέ και ο Νάσος της έφερε μια κουβέρτα και το αγαπημένο της τσάι. Μετά από δέκα λεπτά απόλυτης ησυχίας, πρώτη μίλησε η Έλλη:
“Όταν ακούστηκε το μπαμ και όλοι έτρεχαν αλαφιασμένοι, εγώ… εγώ… έψαξα να βρω… εσένα”
“Κι εγώ, μάτια μου. Φοβήθηκα ότι θα σε χάσω”
Ο τρόπος που την αποκάλεσε “μάτια μου”, έφτασε για να ρίξει τις άμυνές της. Ο Νάσος την πλησίασε αργά και ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της. Εκείνη ανταπέδωσε το φιλί, πέταξε την κουβέρτα από πάνω της και έκατσε πάνω στα πόδια του, συνεχίζοντας να τον φιλάει. Ο Νάσος την πήρε αγκαλιά και πήγαν στο υπνοδωμάτιο. Τα ρούχα σχημάτισαν μια σειρά από την πόρτα μέχρι το κρεβάτι, όπου έγιναν ένα. Όλο το βράδυ εξερευνούσαν ο ένας το κορμί του άλλου σαν να ήταν η πρώτη φορά.
Ο δυνατός ήλιος χτύπησε στα μάτια του Νάσου, ο οποίος ξύπνησε με ένα μειδίαμα στα χείλη. Γύρισε πλευρό και η Έλλη ήταν εκεί.
“Θα μείνεις;”, τη ρώτησε
“Πίστευα ότι μια ζωή χωρίς εσένα θα ήταν… διαφορετική. Όμως…”, τα μάγουλά της κοκκίνισαν, “μετά τα χθεσινά που τη μια στιγμή τρομοκρατήθηκα στην ιδέα του να πάθεις κάτι και την άλλη σε είχα στην αγκαλιά μου, κατάλαβα ότι μπορούμε να το πολεμήσουμε μαζί. Δεν θα είναι όπως πριν. Οι πληγές είναι ανοιχτές…”
“Είμαι πρόθυμος να αλλάξω όλη μου τη ζωή για να είσαι εδώ, δίπλα μου, μάτια μου. Τόσα βράδια χωρίς εσένα ήταν βασανιστικά. Έλλη, παντρευτήκαμε από έρωτα. Έκανα πολλά λάθη. Έμαθα από την απληστία μου. Όλα τα χρήματα του κόσμου δεν αγοράζουν αυτή τη στιγμή με τη γυναίκα της ζωής μου”
Η Έλλη βούρκωσε και έπεσε στην αγκαλιά του.
“Ένας λάθος μήνυμα μας έφτασε στο χείλος του γκρεμού και πάλι πίσω”
Χαμογέλασαν μαζί και έπιασαν τα κινητά τους. Έσβησαν το μήνυμα και κάλεσαν τους δικηγόρους τους για αναβολή του διαζυγίου.
Η νέα ζωή που είχε ονειρευτεί η Έλλη, ξεκινούσε με τον άντρα που ερωτεύτηκε.
Αγγελική Ανδριοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

One response to “Λάθος μήνυμα, νέο ξεκίνημα”
[…] Λάθος μήνυμα, νέο ξεκίνημα Λευκά Κρίνα […]