Τρία ψέματα

Η Κάτια ήταν αποφασισμένη να παντρευτεί φέτος και θα έκανε τα πάντα για να το πετύχει. Η Ελίνα, η καλύτερη της φίλη, επέβλεπε με το άγρυπνο βλέμμα της κάθε άντρα που την πλησίαζε. Και ένας από αυτούς τους άντρες θα γινόταν η αιτία να μπει για πάντα ένα τέλος στην φιλία τους.

«Αυτός εκεί;»

«Πολύ παράξενο περπάτημα»

«Πάντα βλέπεις τα πράγματα με τον δικό σου τρόπο, Ελίνα. Εγώ δεν το παρατήρησα»

«Γι’ αυτό είμαι εδώ»

Χαμογέλασε η μία στην άλλη και συνέχισαν να πίνουν το ποτό τους. Εκείνο το βράδυ, κανένας υποψήφιος δεν κατάφερε ούτε καν να πλησιάσει στο τραπέζι τους.

Η Ελίνα ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερη, κοντά στα σαράντα. Η φιλία τους κρατούσε ακόμη περισσότερο. Είχε επενδύσει ένα κομμάτι της ζωής της στην Κάτια. Ζούσαν σαν πραγματικές αδελφές, σε κάθε εύκολη και δύσκολη στιγμή ήταν μαζί. Οι γονείς της είχαν πάντα πολύ υψηλές προσδοκίες λόγω της θέσης της οικογένειάς τους. Η μονάκριβη κόρη τους έπρεπε να είναι εξαιρετική σε όλα. Στο τέλος όμως τα κατάφερε τέλεια, έχοντας στο πλευρό της την προστάτιδα της. Το μόνο που έλειπε για να ολοκληρωθεί το προφίλ της ήταν ένας σύζυγος. Παραδόξως δεν τον επέβαλαν οι γονείς της, αλλά η ίδια το ποθούσε διακαώς. Και τον λόγο δεν τον ήξερε κανείς.

«Γιατί πάμε σήμερα σε αυτό το εστιατόριο; Νόμιζα ότι δεν σου άρεσε αυτή η πλευρά της πόλης», ρώτησε η Ελίνα.

«Ναι, η αλήθεια είναι ότι την βρίσκω βαρετή. Αλλά κάποιος πολύ ενδιαφέρων κύριος θα βρίσκεται στο μπαρ σήμερα»

«Ενημερωμένη σε βρίσκω. Για να δούμε»

Ο άντρας αυτός ήταν όντως υπέροχος. Η εμφάνισή του δεν είχε ούτε ένα ψεγάδι. Ήταν βέβαιο ότι κοιτούσε κάθε λεπτομέρεια με προσοχή. Ο τρόπος που περπατούσε, που μιλούσε, που χαιρετούσε τις γυναίκες. Δεν άφηνε τίποτα στην τύχη. Δεν ήξεραν ακόμα τα κορίτσια αν ήταν κομμάτι του χαρακτήρα του ή απλά ένας ρόλος. Θα το μάθαιναν όμως σύντομα.

Η Ελίνα παρατηρούσε με την ματιά της τον άντρα να κινείται στον χώρο και τον περίμενε να κάνει την κίνησή του. Όταν εκείνος πλησίασε κοντά τους, αυτή ζήτησε συγγνώμη και αποχώρησε δήθεν για να φρεσκαριστεί. Άργησε όσο περισσότερο μπορούσε να επιστρέψει και χάρηκε που είδε την φίλη της να γελάει και να φλερτάρει με άνεση.

«Δεν συστηθήκαμε εμείς, το όνομά σας…», του απηύθυνε τον λόγο και το χέρι της.

«Αλέξανδρος. Ας μιλάμε στον ενικό. Χάρηκα πολύ που σας γνώρισα και τις δύο. Δυστυχώς όμως πρέπει να φύγω. Ελπίζω να απολαύσετε την υπόλοιπη βραδιά και να τα ξαναπούμε… σύντομα», άφησε την κάρτα του και αποχώρησε.

«Είδες πώς με κοίταζε;», αναφώνησε ενθουσιασμένη η Κάτια μόλις έφυγε ο άντρας.

«Σίγουρα τον γοήτευσες», της χαμογέλασε ικανοποιημένη.

«Ναι! Κάτσε να σου πω τι είπαμε. Λοιπόν, η οικογένειά του έχει επιχειρήσεις στην πόλη. Αν είναι αυτός που κατάλαβα, έχουν καλή φήμη και μεγάλη περιουσία»

«Κάτι άλλο είπατε εκτός από αυτά; Τα ενδιαφέροντά του ποια είναι; Η διαφορά ηλικίας δεν σε πειράζει;»

«Καθόλου!»

Το ίδιο βράδυ και ο Αλέξανδρος μιλούσε με τον καλύτερο του φίλο για την γνωριμία του με τα κορίτσια.

«Λίγο μικρή δεν σου πέφτει; Η άλλη η κοκκινομάλλα είπες είναι στην ηλικία σου»

«Η κοκκινομάλλα είναι απροσπέλαστη. Τοίχος. Δεν σε αφήνει να την γνωρίσεις. Με τσέκαρε από την κορυφή ως τα νύχια. Στην αρχή νόμιζα ότι είναι αδερφές. Αλλά είναι μόνο φίλες. Αχώριστες. Είναι υπερπροστατευτική με την μικρή»

«Και πότε θα την ξαναδείς;»

«Σύντομα»

«Μόνη της;»

«Το ελπίζω!»

Για καλή του τύχη, έγινε όντως έτσι. Όλο το βράδυ η Κάτια δεν σταμάτησε να μιλάει για το μέλλον και τα όνειρά της. Ήθελε να δει αν μοιραζόταν τις ίδιες πεποιθήσεις με τον Αλέξανδρο. Γιατί ο γάμος έπρεπε να γίνει γρήγορα. Εκείνος συμφωνούσε σε όλα. Και ήταν σίγουρη πια πως είχε βρεθεί η λύση στο πρόβλημά της.

«Τώρα μένει να κάνει την κίνησή του. Αλλά αλήθεια σου λέω, Ελίνα, πιστεύω ότι δεν θα αργήσει. Θα το δεις. Θα ζητήσει το χέρι μου»

«Ένα ραντεβού ήταν μόνο! Πώς κατάλαβες ότι θέλεις να περάσεις όλη σου την ζωή μαζί του;»

«Ξέρω τις απόψεις σου για τον γάμο…»

«Βιάζεσαι πολύ, Κάτια. Τι έχεις πάθει φέτος; Γιατί αυτή εμμονή να παντρευτείς; Δεν τον ξέρεις καν! Μπορεί να είναι οποιοσδήποτε. Ακόμα και προικοθήρας»

Η Κάτια γέλασε ενώ διάλεγε το σύνολο που θα φορούσε στο επόμενο ραντεβού της. Άφησε τα φορέματα από τα χέρια της και πήρε μια ανάσα. Δεν έπρεπε να μπει εμπόδιο η φίλη της. Μακάρι να μπορούσε να της πει την αλήθεια.

«Έχω μια ιδέα. Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας μερικές φορές, να δεις και μόνη σου πόσο θα με προσέχει και θα με φροντίζει; Έτσι θα δεις με τα μάτια σου πόσο καλός είναι μαζί μου»

Η Ελίνα συμφώνησε αν και δεν ικανοποιήθηκε με την πρόταση. Δεν ήξερε αν θα τα κατάφερνε να τον ξεψαχνίσει σε δύο τρία ραντεβού. Έπρεπε οπωσδήποτε να καταλάβει αν ήταν αλήθεια όσα ήξεραν ή αν είχε πλησιάσει την φίλη της για τα χρήματά της. Πριν να είναι αργά.

Έτσι άρχισε η κόντρα. Σαν να διαγωνίζονταν ποιος αγαπάει περισσότερο την Κάτια. Και ένας μόνο θα κέρδιζε.

«Είναι τόσο αλαζόνας!», φώναζε μάταια η Ελίνα στην φίλη της.

«Είναι τόσο πεισματάρα!», έλεγε ο Αλέξανδρος στον κολλητό του.

Και εκείνη τη στιγμή κατάλαβε ότι για πάει στην μικρή έπρεπε πρώτα να περάσει από την μεγάλη.

«Με ρώτησε ο Αλέξανδρος αν θέλεις να πάτε μια βόλτα μόνοι σας για να γνωριστείτε. Θα μου το κάνεις το χατίρι! Σίγουρα θα δεις ότι είναι ο ιδανικός για εμένα», την παρακάλεσε η Κάτια.

Δεν της έμενε πολύς χρόνος. Δεν μπορούσε να προχωρήσει χωρίς την ευχή της «αδερφής» της. Δεν έπρεπε να υποψιαστεί τίποτα.

Ο αγώνας αυτός θα ήταν ακόμα πιο δύσκολος για τον Αλέξανδρο. Δεν έπρεπε απλά να παρακάμψει την Ελίνα. Έπρεπε να την κερδίσει.

«Με… νευριάζει!», παραπονιόταν στον κολλητό του. «Με κοιτάει αφ’ υψηλού! Σαν να είναι αυτή και άλλη καμία. Άλλο ένα, παρακαλώ!», φώναξε στον σερβιτόρο και κατέβασε το ποτό μονορούφι.

«Ηρέμησε λίγο. Πες μου πώς πήγε το… ραντεβού σας»

«Αρχικά, την πήγα παραλιακά να περπατήσουμε χαλαρά, να πούμε περί ανέμων και υδάτων για να σπάσει ο πάγος. Άνοιξα εγώ την συζήτηση. Ό,τι και να έλεγα, το αντίθετο αυτή. Άσπρο εγώ, μαύρο εκείνη. Ύστερα, την πήγα στο καλύτερο εστιατόριο της πόλης, ξέρεις το καινούργιο. Είχα παρακαλέσει για μια θέση. Κάτσαμε ωραία και καλά. Φρόντισα να είναι άνετα. Ήμουν κύριος! Ανέμιζε εκείνη το μαλλί, κοιτούσε δήθεν αδιάφορα γύρω της. Δεν μου έδινε καμία σημασία. Σαν να μην ήθελε καν να με κοιτάξει. Ποια νομίζει ότι είναι;»

«Δηλαδή δεν ήρθατε πιο κοντά;»

«Αν έρθουμε πιο κοντά νομίζω θα με δείρει»

«Νομίζω υπερβάλεις, φίλε μου»

«Καθόλου! Της μίλησα για όλα. Της ανοίχτηκα. Είπα για τα παιδικά μου χρόνια. Πώς βλέπω τον κόσμο. Την ζωή. Την Κάτια. Πώς ονειρεύομαι το μέλλον μου μαζί της. Εκείνη πετάριζε πού και πού τα βλέφαρά και άφηνε κάτι αναστεναγμούς σαν να βαριόταν αφόρητα που ήταν μαζί μου. Κι αν έχεις τον Θεό σου, μάντεψε τι φορούσε! Στενή μαύρη φούστα, λευκό πουκάμισο με κάτι δαντέλες και κάτι σαν γραβάτα! Λες και δεν ήξερε ότι και εγώ θα φορέσω πουκάμισο και γραβάτα. Και αυτό επίτηδες το έκανε! Για να μου πάει κόντρα. Κόντρα και σε αυτό ακόμα. Μην πω για τα ψηλοτάκουνα! Καθόταν σταυροπόδι και κουνούσε το πόδι πάνω κάτω και για μια στιγμή, φίλε μου, λέω να καλυφθώ γιατί με σημαδεύει αυτή. Τόσο πολύ με μισεί. Καταλαβαίνεις τι περνάω; Αν δεν τα βρω όμως μαζί της θα μου δημιουργεί μια ζωή προβλήματα. Γιατί είναι και αυτοκόλλητες με την Κάτια. Εισπνοή η μία, εκπνοή η άλλη. Ωστόσο είναι και το άλλο. Έχω αρχίσει και έχω ταχυκαρδίες όποτε την βλέπω. Δεν τα βλέπω καλά τα πράγματα. Και είμαι σίγουρος ότι γύρισε πίσω και είπε τα χειρότερα για εμένα»

Εκείνο το βράδυ, η Κάτια περίμενε με αγωνία να της στείλει μήνυμα η Ελίνα. Κοιτούσε το ρολόι και είχε πάει αργά. Πρέπει να είχε επιστρέψει σπίτι της. Όταν επιτέλους χτύπησε το κινητό και διάβασε τι της έγραψε, δεν πίστευε στα μάτια της.

«Να τον παντρευτείς. Είναι υπέροχος»

Η δεξίωση πριν τον γάμο ήταν μεγαλοπρεπής. Κανείς δεν περίμενε κάτι λιγότερο από την συγκεκριμένη οικογένεια. Η Κάτια ήταν πανέμορφη σαν ψεύτικη κούκλα που γυρνούσε και χαιρετούσε τους καλεσμένους με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη της. Ο Αλέξανδρος ήταν κάπως σφιγμένος. Ακόμα ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά και ακανόνιστα. Ο κολλητός του τον σκουντούσε για να του θυμίζει να χαμογελάει. Ένιωθε να ζαλίζεται, σαν να είχε θολώσει το μυαλό του. Ζήτησε συγγνώμη και έφυγε προς την βιβλιοθήκη. Ήθελε να μείνει μόνος για λίγα λεπτά να συνέλθει.

«Συγγνώμη. Δεν ήξερα ότι ήσουν εδώ», της είπε.

Κοιτούσε έκπληκτος την Ελίνα. Δεν είχε πια εκείνο το ψυχρό, προστατευτικό ύφος στο πρόσωπό της. Πρώτη φορά την είδε χωρίς το τείχος της. Τα μάτια της ήταν θλιμμένα και υγρά. Σήκωσε το μακρύ φόρεμά της και τον παραμέρισε για να φύγει χωρίς να του μιλήσει. Εκείνος της έπιασε το χέρι και την σταμάτησε.

«Σε ευχαριστώ που μας έδωσες την ευχή σου. Δεν το περίμενα είναι η αλήθεια. Νόμιζα ότι με μισείς»

«Εγώ… Πρέπει να φύγω»

Τράβηξε το χέρι της αλλά εκείνος δεν το άφησε. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε τι ήταν αυτό που έκανε την καρδιά του να χτυπάει έτσι. Θυμήθηκε κάθε φορά που βρέθηκε κοντά της. Ήταν η μυρωδιά της.

«Ελίνα…», πρόλαβε να ψιθυρίσει πριν ακούσει βήματα να έρχονται προς το μέρος τους.

Σε μια στιγμή πανικού, αποφάσισε να κρύψει τον Αλέξανδρο πίσω από το γραφείο για να μην τους δουν μαζί στο δωμάτιο. Τότε κατάλαβε ότι αυτό που είχε κρύψει ήταν το πόσο πολύ ερωτευμένη ήταν μαζί του.

«Τι κάνεις εδώ; Έκλαιγες;»

«Καλά είμαι, Κάτια. Σε ένα λεπτό επιστρέψω»

«Καλά, είναι αυτό; Νομίζεις ότι δεν έχω καταλάβει τι συμβαίνει;»

«Τι εννοείς;»

«Σε ξέρω πολύ καλά, Ελίνα. Οπότε άκουσε με προσεχτικά. Μη μου το χαλάσεις. Πρέπει να τον παντρευτώ. Τον χρειάζομαι!»

«Τι είναι αυτά που λες; Γιατί τον χρειάζεσαι;»

«Έκανα βλακεία, εντάξει; Μια επένδυση θα ήταν μόνο. Τα έχασα όλα! Δεν το ξέρουν οι γονείς μου. Νομίζουν ότι τα πάω τέλεια στην εταιρεία όπως ήθελαν πάντα να ήμουν τέλεια σε όλα. Μου άφησαν άλλη επιλογή ποτέ; Πρέπει να είμαι σωστή σε όλα, έτσι δεν είναι; Εσύ το ξέρεις καλά άλλωστε, τους έζησες τόσα χρόνια. Το έχω καλύψει προς το παρόν. Αλλά δεν μου μένει πολύς χρόνος. Από μέρα σε μέρα μπορεί να το μάθουν. Και δεν γίνεται να το μάθουν. Ο Αλέξανδρος είναι η μόνη μου ελπίδα. Με την περιουσία του θα τα διορθώσω όλα!»

«Δεν το πιστεύω αυτό που ακούω. Δεν το περίμενα ποτέ από εσένα. Τέτοιο ψέμα;»

«Ενώ εσύ; Είσαι καλύτερη; Το δικό σου ψέμα είναι μικρότερο; Ο έρωτας δεν κρύβεται «αδερφούλα». Κοίτα να κάνεις πίσω πριν μου τα χαλάσεις όλα. Ήμουν σαφής;»

Η Κάτια βγήκε από το δωμάτιο όπως μπήκε, σαν σίφουνας που τα σάρωσε όλα στο πέρασμά του. Ο Αλέξανδρος σηκώθηκε και στάθηκε ακίνητος. Δεν πίστευε τι είχε ακούσει. Πόσο ανόητος ένιωσε που δεν είχε καταλάβει τις προθέσεις της.

«Στην αρχή νόμιζα ότι εσύ την ήθελες για τα λεφτά της. Δεν είναι αστείο;»

«Όχι. Είναι όμως μια καλή ιδέα»

Εκείνο το βράδυ, ο Αλέξανδρος βγήκε ξανά στην αίθουσα και μπροστά σε όλους τους καλεσμένους δήλωσε ότι ακυρώνει τον γάμο γιατί το μόνο που ήθελε από την Κάτια ήταν τα λεφτά της και τελικά έμαθε ότι δεν έχει καθόλου.

«Πώς τολμάς να με ρεζιλεύεις έτσι μπροστά σε όλους;»

«Απλώς σε πλήρωσα με το ίδιο νόμισμα», της απάντησε και εξαφανίστηκε.

Η Ελίνα σηκώθηκε και αυτή να φύγει. Δεν ξαναγύρισε ποτέ σε εκείνο το σπίτι. Πήγαινε προς το αμάξι της όταν είδε τον Αλέξανδρο να στέκεται δίπλα του. Την περίμενε.

«Λοιπόν… Τι λες;»

Για μια στιγμή σκέφτηκε να μπει στο αμάξι και να φύγει. Να μην μπλεχτεί σε αυτήν την σχέση. Θα έφευγε ο έρωτας όσο απότομα της ήρθε. Αλλά μετά θυμήθηκε πόσα έκανε πάντα για τους άλλους και για μια φορά ήθελε να κάνει κάτι και για τον εαυτό της.

«Ναι», ήταν η απάντησή της.

«Δεν σε πειράζει που δεν έχω χρήματα και περιουσία;»

Εκείνη κούνησε το κεφάλι. Δεν έκαναν τα λεφτά την καρδιά της να χτυπάει τόσο δυνατά. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε; Μόνο ο έρωτας μπορεί.

«Ωραία. Γιατί ήταν ψέμα»

«Τελικά είπαμε και οι τρεις ψέματα»

«Και πήραμε αυτό που μας αξίζει», της έδωσε το χέρι του και εκείνη με χαρά έπιασε το δικό του και έφυγαν μαζί για μια καινούργια αρχή.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτή👇👇👇

 

One response to “Τρία ψέματα”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading