Ο ξένος στο Κυριακάτικο τραπέζι

Το Κυριακάτικο τραπέζι ήταν αγαπημένη παράδοση της οικογένειας, που κρατούσε μια ζωή. Η καθημερινότητα και οι ρυθμοί των μελών της, έντονοι και διαφορετικοί, δεν άφηναν πολλά περιθώρια επαφής τις υπόλοιπες μέρες. Γι’ αυτό και η Κυριακή ήταν ταγμένη στο μάζεμα της οικογένειας.

Η Μελίνα, η μαμά, αψηφούσε την κούραση, ετοίμαζε καλούδια για έναν λόχο. Ήθελε να είναι γεμάτο το τραπέζι, να ευχαριστεί τους ουρανίσκους όλων. Ο Τάκης, ο μπαμπάς, την μάλωνε. “Ρε γυναίκα, τόσος κόπος για πέντε λεπτά που κρατάει το φαγητό;”. Πόσο την εκνεύριζε αυτή του η φράση! Εκείνη έβαζε την ψυχή της να σκεφτεί, να ψωνίσει, να δημιουργήσει κι εκείνος της κατέστρεφε την ιεροτελεστία. “Ε πώς πέντε λεπτά ρε Τάκη; Καθόμαστε στο τραπέζι, πίνουμε, τρώμε, συζητάμε, λέμε τα νέα, γελάμε…”, του απαντούσε με νεύρα, για να λάβει την απάντηση “ναι ρε κορίτσι μου, εννοώ την διαδικασία του γεύματος, που διαρκεί πολύ λίγο και περισσεύουν πενήντα φαγητά με τόσα που κάνεις, τζάμπα κουράζεσαι”. Πάντα ο ίδιος διάλογος και πάντα έληγε με το κούνημα του κεφαλιού και του χεριού της Μελίνας, με ύφος “ωχού, άσε με ευλογημένε, με καθυστερείς”.

Αυτή ήταν και η μοναδική λογομαχία τους. Σαράντα χρόνια γάμου, δύο παιδιά με σπουδές και παντρειές, τρία εγγόνια, μία οικονομική απάτη εις βάρος τους όταν ακόμα τα παιδιά ήταν μικρά και πόσα θέματα υγείας, δεν στάθηκαν ικανά να τους κάνουν να ανταλλάξουν μια βαριά κουβέντα. Πάντα με σεβασμό και περίσσεια αγάπη, αντιμετώπιζαν τα πάντα. Μιλούσαν με τα μάτια και στα δύσκολα και στα εύκολα. Ο ένας προστάτευε τον άλλον, ο ένας ήταν η προτεραιότητα του άλλου.

Η Ελπίδα, η μεγάλη τους κόρη, μαθηματικός, με δύο παιδιά και έντονο καθημερινό ωράριο, το πρωί στο σχολείο και τα απογεύματα ιδιαίτερα μαθήματα, την Κυριακή την περίμενε πώς και πώς για να βρει έτοιμο φαγητό, να χωθεί στην αγκαλιά των γονιών της, να κουτσομπολέψει με τον αδερφό της, να παίξουν τα παιδιά της με την ξαδέρφη τους.

Ο Κωστής, ο μικρός τους γιος, φυσιοθεραπευτής, με ένα κοριτσάκι, είχε πολύ περιορισμένο χρόνο και τύψεις που πέρα από την καθιερωμένη Κυριακή δεν έβλεπε άλλες στιγμές γονείς, αδερφή κι ανίψια.

Η ώρα του ραντεβού ήταν κάπου στις 12:30. Τα αδέρφια με τον μπαμπά τους στους καναπέδες στο σαλόνι, έλεγαν τα νέα τους και τα παιδιά τους με την γιαγιά φρόντιζαν τις τελευταίες ετοιμασίες. Η Μελίνα ανάμεσα στα εγγόνια της ένιωθε πληρότητα. Τους έλεγε τι να κάνουν κι εκείνα πρόθυμα εκτελούσαν.

Το τραπέζι στρώθηκε κι όλοι πήραν τις θέσεις τους, οι ίδιες πάντα, ο καθένας την δική του, κεκτημένο του. Στο πρώτο τσούγκρισμα των ποτηριών, χτύπησε το κουδούνι. Κοιτάχτηκαν με απορία όλοι μεταξύ τους, η Μελίνα μουρμούρισε “ποιος να είναι τέτοια ώρα;” και σηκώθηκε να ανοίξει.

Στην πόρτα ήταν ένας άγνωστος άντρας που ζητούσε τον Τάκη Φλώρο, τον άντρα της. Μπήκαν μέσα μαζί, στάθηκε όρθιος απέναντί τους και για κάποια δευτερόλεπτα επεξεργάστηκε έναν έναν ξεχωριστά, περιστρέφοντας την ματιά του προς όλους, ανέκφραστος, ψυχρός. Η οικογένεια απορημένη παρακολουθούσε, μέχρι που η πιο μικρή της παρέας, η κόρη του Κωστή, ρώτησε αυτό που όλοι ήθελαν αλλά εκείνη αυθόρμητα έκανε. “Ποιος είναι ο κύριος, γιαγιά;”. Στην ερώτηση της απάντησε ο ίδιος, με το ίδιο ψυχρό ύφος. “Ονομάζομαι Θέμης Μουρατίδης και είμαι γιος του Τάκη”. Έτσι, χωρίς προλόγους, χωρίς τίποτα. Σαν το τσιρότο, που πρέπει να βγει απότομα.

Το ψυχρό του ύφος πήρε μια χροιά ειρωνείας και απόλαυσης, συνεχίζοντας να επεξεργάζεται τις αντιδράσεις όλων μετά την χειροβομβίδα που έριξε μπροστά τους. Ο Τάκης ήταν λες και του πέταξαν τόνους παγάκια επάνω του, κοκάλωσε, πάγωσε. Η Μελίνα πάνιασε, έχασε όλο το αίμα από τις φλέβες της. Η Ελπίδα έσμιξε τα φρύδια της, τα μάτια της, μίκρυναν, έγιναν μια σχισμή και η καχυποψία ήταν ολοφάνερη. Ο Κωστής κάρφωσε το βλέμμα στην μαμά του που φανέρωνε όλη την έννοιά του, βλέποντας την αντίδρασή της. Τα παιδιά με την αθωότητα τους, μουρμούριζαν μεταξύ τους “δηλαδή είναι θείος μας;”.

Ο εισβολέας, αφού κατάφερε απευθείας να κερδίσει την προσοχή τους, χωρίς προετοιμασία και φλυαρία και αφού τους άφησε άφωνους, θα συνέχιζε αυτό που ξεκίνησε.

– Περίμενα αυτή τη στιγμή πολλά χρόνια.
– Και γιατί πρέπει να σε πιστέψουμε;, αμέσως η Ελπίδα, δήλωσε την αμφιβολία της.
– Μπορείς να ρωτήσεις τον πολυαγαπημένο σου μπαμπά, αν με πιστεύει εκείνος, απάντησε κοφτά, ο Θέμης με μεγάλη σιγουριά.

Όλα τα βλέμματα στράφηκαν στην κεφαλή της οικογένειας, που φαινόταν να υποφέρει. Είχε ιδρώσει, είχε κοκκινίσει και έτρεμε. Η συμπεριφορά του δυστυχώς δήλωνε ενοχή προς απογοήτευση όλων.

– Μπαμπά; Δεν θα μιλήσεις; Δεν θα το αρνηθείς; Τι συμβαίνει εδώ; Θα μας πεις;

Ο Τάκης, γύρισε διστακτικά το βλέμμα του στην γυναίκα του και την είδε δακρυσμένη, να παλεύει να κρατηθεί όρθια. Ήξερε ότι μέσα της είχε γίνει ερείπιο με το νέο που ξεφούρνισε ο άγνωστος άντρας. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Είχε έρθει δυστυχώς η ώρα που έτρεμε όλη του τη ζωή.

– Λέει αλήθεια. Είναι γιος μου, ομολόγησε με σβησμένη φωνή και το κεφάλι του σκυφτό.

Η Μελίνα σωριάστηκε άγαρμπα στην καρέκλα που πρόλαβε να αρπάξει για να μη πέσει κάτω. Ο γιος και η κόρη της πετάχτηκαν και πήγαν κοντά της και ο μεγαλύτερος εγγονός, ο δεκαπεντάχρονος Δημήτρης, που είχε το όνομα του παππού Τάκη, ανέλαβε να απομακρύνει τα μικρότερα στο υπνοδωμάτιο, να αφήσει τους ενήλικες να διαχειριστούν το θέμα που προέκυψε.

– Λοιπόν, τώρα με πιστεύετε;, η ειρωνεία πια ήταν ενοχλητική.

Είχε έρθει η ώρα να μιλήσει ο Κωστής, που αυτά τα λεπτά, η προτεραιότητά του ήταν να μη καταρρεύσει η μαμά του από το σοκ. Κρατώντας της το χέρι, κεραυνοβόλησε τον μέχρι πριν λίγο ξένο άντρα, που πια ήταν βέβαιο ότι ήταν αδερφός του και με αυστηρό ύφος του είπε:

– Τι θέλεις από μας;
– Καταρχάς να μάθετε επιτέλους την αλήθεια και κατά δεύτερον να πάρω ό,τι μου ανήκει από την περιουσία του μπαμπάκα σας που είναι και “μου”… δυστυχώς ή ευτυχώς, αλλιώς…
– Ως εδώ!, ο Τάκης χτύπησε το χέρι στο τραπέζι και τον κοίταξε κατάματα. Αλλιώς τι; Μας απειλείς; Δεν φτάνουν όσα έδωσα στη μάνα σου πριν χρόνια;

Τρία ζευγάρια μάτια, τον κοίταξαν με απορία. Η Μελίνα πια, ένιωθε ότι έβλεπε εφιάλτη και ότι σε λίγο θα ξυπνούσε και όλα θα ήταν όπως πριν. Δεν αναγνώριζε πια τον άντρα που μοιράστηκε μαζί του όλη της την ζωή. Της φαινόταν το ίδιο ξένος, όπως και εκείνος που της άλλαξε όλα όσα ήξερε μέχρι πριν λίγα λεπτά. Τα παιδιά της, από πάνω της, προσπαθούσαν να της απαλύνουν τον πόνο.

– Αν νομίζεις ότι με τα ψίχουλα που της πέταξες στη μούρη για να κερδίσεις την σιωπή της και την εξαφάνισή μου, τελείωσες με τις υποχρεώσεις σου, είσαι γελασμένος.

Η Μελίνα, σα να την μαχαίρωναν ξανά και ξανά, σηκώθηκε από την καρέκλα, στηρίχτηκε με τα χέρια της στο τραπέζι και κάρφωσε το βλέμμα της στον άντρα της ή τουλάχιστον εκείνον που ήξερε για άντρα της μέχρι πριν λίγο.

– Ενώνω τα κομμάτια του παζλ, δυστυχώς. Να υποθέσω ότι τα “ ψίχουλα” που λέει, είναι τα λεφτά που μου είχες πει ότι καταχράστηκε ο υπάλληλός σου και έπρεπε να λείψεις λίγες μέρες ψάχνοντάς τον.
– Το θυμάμαι αυτό. Πρέπει να τελείωνα το γυμνάσιο και ο Κωστής το δημοτικό. Που έλειψε ο μπαμπάς και εσύ μαμά ήσουν τόσο στεναχωρημένη, γιατί το ποσό ήταν μεγάλο, αλλά δεν ήθελες να πικραίνεις τον μπαμπά και στάθηκες πλάι του αγόγγυστα.
– Τόσο ηλίθια ήμουν!

Ο Τάκης, σα να ζούσε ξανά το παρελθόν, δεν είχε πια επιλογή, έπρεπε να δώσει εξηγήσεις.

– Της είχα ζητήσει να το ρίξει, αλλά ήταν ανένδοτη.

Ο γιος του, μέχρι και πριν από αυτήν του την πρόταση, προσπαθούσε να βρει μέσα του ελαφρυντικά για τον πατέρα του. Όχι όμως και γι’ αυτό που μόλις ξεστόμισε.

– Μπαμπά, τι λες; Δε μπορεί να ζήτησες κάτι τέτοιο! Δεν μπορώ να το πιστέψω. Αυτό είναι χειρότερο και από την μοιχεία.
– Ήταν μια περιπέτεια που ήδη είχα μετανιώσει. Την λάτρευα την μάνα σας, το ξέρατε, το ξέρετε.
– Ναι, με λάτρευες τόσο, που με κεράτωνες, που την άφησες έγκυο. Όλη μου η ζωή, ένα ψέμα. Πώς μπόρεσες;
– Την Στέλλα την γνώρισα όταν ήρθε να παραπονεθεί, για ένα λάθος, σαν πελάτισσα στο μαγαζί. Ο Φώτης της έδωσε ένα λάθος ανταλλακτικό και ήρθε να το αλλάξει κάνοντας παράπονα. Ήταν το διάστημα με το θέμα υγείας του Κωστή. Ήμουν τόσο ταλαιπωρημένος σωματικά και ψυχικά…
– Που είπες να πηδήξεις την γκόμενα, να νιώσεις καλύτερα. Ούτε όλα όσα περνούσαμε με τον Κωστή μας δεν σεβάστηκες;
– Μελίνα, μη το κάνεις αυτό.
– Δεν το κάνω εγώ, εσύ το έκανες Τάκη και ιδού το αποτέλεσμα, είπε εξοργισμένη, δείχνοντας τον άγνωστο γιο του.
– Η Στέλλα με φλέρταρε με την φρεσκάδα της ηλικίας της. Εντυπωσιάστηκα, ήμουν και ευάλωτος.
– Α, πες το έτσι, σε αποπλάνησε η κοπέλα, που ήσουν ανήλικο.
– Όχι, ούτε ανήλικο ήμουν, ούτε με αποπλάνησε. Εσύ έλειπες μέρες, στο νοσοκομείο, η Ελπίδα μας ήταν στη μαμά σου κι εγώ μόνος…
– Μπαμπά, το κάνεις όλο και χειρότερο.
– Κωστή μου, δεν έχω καμία δικαιολογία, το ξέρω. Δεν άξιζε στη μαμά σου, σε εσάς. Το έκανα όμως.

Ο Θέμης, που απολάμβανε το χάος που προκάλεσε, παρακολουθούσε και είχε έρθει η ώρα να ρίξει κι άλλο λάδι στη φωτιά.

– Και όχι μόνο μία ή δύο φορές! Ο οικογενειάρχης του κ@λου.
– Εντάξει Θέμη, το κατάλαβα, ήρθες να με διαλύσεις. Θα τα πω όλα λοιπόν. Ζούσα διπλή ζωή για πέντε μήνες, μέχρι που έμεινε έγκυος και της ξεκαθάρισα ότι αν ήθελε να είμαστε μαζί, έπρεπε να το ρίξει. Ήταν ανένδοτη, θα το κρατούσε το μωρό. Περάσαμε από πολλά στάδια. Από παρακάλια, από οργή, από απειλές. Αφού συνειδητοποίησε ότι με έχανε, εξαφανίστηκε. Πίστευα ότι είχε τελειώσει η ιστορία…
– Εγώ δηλαδή ξεροστάλιαζα στο νοσοκομείο δύο μήνες κι εσύ ήσουν με την γκόμενα; Το παιδί μας με τους ορούς κι εσύ περνούσες καλά; Πώς σου πήγαινε η καρδιά; Και μετά; Μετά το συνέχισες, ενώ εγώ έλιωνα στο σπίτι με το παιδί, για όνομα του Θεού.
– Αγάπη μου…
– Μη με λες έτσι, να χαρείς, με αηδιάζεις. Με το ένα παιδί παρατημένο στην μάνα μου, το άλλο να δίνει μάχη στο νοσοκομείο, εγώ να είμαι κομμάτια και εσύ να μας προδίδεις όλους με αυτόν τον αισχρό τρόπο.

– Ρε μπαμπά, αν είναι δυνατόν!
– Ελπίδα μου, δεν είμαι περήφανος για όλα αυτά.
– Αυτό έλειπε ρε κάθαρμα, να ήσουν και περήφανος.
– Μελίνα, σε παρακαλώ…
– Τι; Με παρακαλείς τι; Να μη σε σιχαίνομαι; Να μη νιώθω ηλίθια; Τι; Τι από όλα;
– Μαμά, ηρέμησε.
– Όχι… όχι αυτό! Μη μου λέτε να ηρεμήσω. Εδώ καταρρέει η ζωή μου.
– Και της μάνας μου η ζωή κατέρρευσε από τον ίδιο μ@λ@κα που πήγατε και αγαπήσατε.
– Μόνο που εκείνη μπήκε ανάμεσα στους γονείς μας. Η μαμά μας δεν έφταιγε σε τίποτα, πετάχτηκε ο Κωστής, πριν προλάβει να απαντήσει η μαμά του, που όμως ούτε εκείνη θα άφηνε έτσι το σχόλιό του.
– Όταν μπλέκεις με παντρεμένο, λούζεσαι τις επιλογές σου.

Ο Θέμης δεν πτοήθηκε από την επίθεση μάνας και γιου. Έπρεπε να τελειώνει η ιστορία. Εκείνος είχε έρθει για συγκεκριμένο σκοπό.

– Ακούστε με. Λίγο με νοιάζει η πτώση σας από τα σύννεφα με τον κύριο από δω και η γνώμη σας για την μάνα μου. Εγώ θέλω το μερίδιό μου και άμεσα.
– 30.000 € ήταν το ποσό της ψεύτικης κατάχρησης. Κι άλλα θέλεις; τον κοιτούσε πια η Μελίνα με αγανάκτηση.
– Αυτά τα έδωσε στη μάνα μου όταν ήμουν οχτώ χρονών παιδί, έχουν φαγωθεί.
– Τότε, που εμφανίστηκε από το πουθενά, μετά από χρόνια, πρόσθεσε μουδιασμένα ο Τάκης και συνέχισε. Με απείλησε ότι αν δεν της έδινα ένα σεβαστό ποσό να μπορέσει να μεγαλώσει το παιδί της, θα σου τα μαρτυρούσε όλα. Πανικοβλήθηκα, δεν ήθελα να σας χάσω. Σκαρφίστηκα την ιστορία με την κατάχρηση. Ο Φώτης μου χρωστούσε χάρη, δέχτηκε την θέση που του βρήκα στη Θεσσαλονίκη και το διάστημα που υποτίθεται τον έψαχνα για την κατάχρηση, πήρα την Στέλλα και τον Θέμη εκεί, όσο πιο μακριά από εσάς. Της ξεκαθάρισα ότι ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που της έδινα λεφτά.
– Κι ο Φώτης, θύμα σου. Πόσους ανθρώπους πούλησες για να την βγάλεις καθαρή!
– Μελίνα, δεν άντεχα κι εγώ τον εαυτό μου.
– Όχι, όχι… μπαμπάκα, πάλι κρύβεις την μισή αλήθεια. Δεν ξεκαθάρισες απλά…

Ο Τάκης αναστέναξε, αλλά δεν μπορούσε πια να αποκρύψει τίποτα.

– Την απείλησα ότι έτσι και ενοχλήσει ξανά εμένα ή κάποιον από την οικογένεια μου, θα…
– Θα…; Πες το ντε, μπαμπάκα, εσύ ο υπέροχος, που ήσουν πάντα δίπλα τους. Πες το!
– Θα έβρισκε νεκρό τον γιο της.
– Δεν μπορεί… Όχι, δεν μπορεί! Εγώ αγάπησα και παντρεύτηκα έναν άλλον! Εσένα δεν σε ξέρω! Δεν σε ξέρω, όχι! Εσύ είσαι ένα τέρας!
– Έπρεπε να μας προστατέψω, έπρεπε να εξαφανιστούν από τη ζωή μας. Δεν ήθελα να σε χάσω, ούτε και τα παιδιά μας. Νόμιζα πως αν την τρομοκρατούσα, την έβγαζα για πάντα από τη ζωή μας.
– Όπως βλέπετε, είναι για όλα ικανός ο μίστερ τέλειος.
– Απίστευτα πράγματα μπαμπά, απίστευτα!, τόνιζε κάθε συλλαβή η Ελπίδα. Που βρίσκεται τώρα αυτή η Στέλλα;
– Έχει σοβαρό θέμα αλκοολισμού, που της έκανε δώρο ο εκλεκτός της καρδιάς της με την απόρριψη του δύο φορές, μία όταν έμαθε ότι ήταν έγκυος και μία όταν την απείλησε ότι θα με σκοτώσει αν ξαναπαρουσιαζόταν στη ζωή του. Η μαμά μου, μπορεί να μπήκε, όπως λέτε, ανάμεσα στο ζευγάρι, αλλά τον αγάπησε πολύ. Το μόνο που ήθελε ήταν να την αγαπάει κι εκείνος και να δεχτεί εμένα. Αλλά ο τρόπος του την διέλυσε. Πέρασα μια ζωή να προσπαθώ να την συνεφέρω, να την μαζεύω από τα πατώματα. Για μένα ήταν εύκολο νομίζετε; Με μια μάνα αλκοολική κι έναν πατέρα που με μισούσε, που είχε ορκιστεί ότι θα με σκότωνε;
– Θέμη, φτάνει! Φύγε και σου υπόσχομαι θα έρθω εγώ να σε βρω. Άφησε μας μόνους να το επεξεργαστούμε, να ξεπεράσουμε το σοκ, είπε ο Κωστής.

Ο ξένος έφυγε και έμειναν οι τέσσερίς τους σε ένα αλλιώτικο πια τραπέζι από εκείνα τα Κυριακάτικα. Η Ελπίδα και ο Κωστής χάιδευαν την μητέρα τους που δεν είχε πια δάκρυ. Είχε μόνο πληγές και την τύλιγαν πια η προδοσία, η θλίψη και η απογοήτευση. Όλη της η ζωή, ένα χάρτινο κάστρο που έγινε θρύψαλα, όλη η αγάπη που έτρεφε τόσα χρόνια, μετατράπηκε σε αηδία, σε πόνο. Δεν άντεχε άλλο εκεί μέσα. Σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε, δίχως να πει τίποτα. Από πίσω της και η κόρη της. Ο Κωστής έμεινε με τον πατέρα του.

Έναν χρόνο μετά, όλα είχαν αλλάξει. Τα Κυριακάτικα οικογενειακά μαζέματα, ήταν μια ανάμνηση πια. Το μαγαζί ανταλλακτικών αυτοκινήτων το πούλησαν και το μερίδιο μοιράστηκε στα τρία παιδιά. Το ίδιο και το πατρικό τους σπίτι που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν τα δύο αδέρφια. Τρία κι όχι δύο, αφού υπήρχε κι ένα παιδί που αγνοούσαν, ένας ξένος που τους είχε αναστατώσει εκείνη την Κυριακή και που διεκδίκησε το μερτικό του. Ο Τάκης αποχώρησε από το δικό του μερίδιο, νοίκιασε μια γκαρσονιέρα μόνος και πλήρωνε τα λάθη του. Στα εξήντα επτά του, βρέθηκε χωρισμένος, αφού η γυναίκα του ζήτησε διαζύγιο και δεν ήθελε να τον ξαναδεί και είχε μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο την σύνταξή του. Με τα παιδιά του μιλούσαν κάπου κάπου στο τηλέφωνο, το ίδιο και με τα εγγόνια του.

Η Μελίνα, έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσε να μείνει άλλο στο σπίτι εκείνο που θεωρούσε την φωλιά τους, που στέγαζε επί χρόνια τόση αγάπη, τόση ευτυχία. Το αγκάθι της προδοσίας, αλλά κυρίως της κοροϊδίας αυτών των χρόνων, δεν άφηνε την πληγή να κλείσει. Δεν δέχτηκε μερίδιο, δεν ήθελε τίποτα από το σπίτι, ούτε από το μαγαζί, ούτε από εκείνον. Έμαθε με τον σκληρό τρόπο ότι τίποτα δεν ήταν δεδομένο κι ότι πολύ εύκολα μπορούσε να γυρίσει η ρόδα και να βρεθείς από τον παράδεισο στην κόλαση. Στα εξήντα πέντε της, βρέθηκε στο πατρικό της, παρέα με τον υπερήλικα πατέρα της, στην αγκαλιά του οποίου βρήκε αγαλλίαση. Τα ρυτιδιασμένα του χέρια, που έτρεμαν πια, της σκούπιζαν τα δάκρυα και της ζέσταιναν την παγωμένη της καρδιά. Τα παιδιά και τα εγγόνια της, πίεζαν το πρόγραμμά τους, μα κάποιος από όλους έπρεπε σε καθημερινή βάση να δίνει το παρόν και η Μελίνα ήταν ευγνώμων.

Ο Θέμης, αφού πήρε αυτό που ήθελε, εξαφανίστηκε. Κι όχι δεν ήταν κατά κύριο λόγο το μερίδιο μιας περιουσίας. Από μικρό παιδί, που έμαθε για τον πατέρα του, ένιωθε την εγκατάλειψη βαριά μέσα του. Μεγαλώνοντας, αυτό που αναζητούσε ήταν εκδίκηση.

Ο πατέρας του τον θεωρούσε εξαφανισμένο, όπως και την γυναίκα που έζησε μαζί της έναν παράνομο έρωτα. Έτσι τον βόλευε, να είναι εξαφανισμένοι. Εκείνος όμως είχε το σχέδιό του, μάθαινε γι’ αυτούς, προετοίμαζε την επίθεσή του, που θα τους ξεβόλευε μια και καλή. Κάθε μέρα που περνούσε ήταν ακόμη ένα καρφί στην ψυχή του. Ειδικά οι Κυριακές. Εκείνες οι μέρες που γίνονταν μια αγαπημένη, ευτυχισμένη οικογένεια, ενώ εκείνος ήταν παγερά μόνος, με μια μάνα που νοιαζόταν πια μόνο για το πόσο αλκοόλ θα καταναλώσει. Τους φανταζόταν γύρω από το Κυριακάτικο τραπέζι και το μόνο που ήθελε ήταν να εξαλείψει την οικογενειακή τους γαλήνη, να καταστρέψει την σχέση του ζευγαριού, να διαλύσει την πατρική φιγούρα, να τους κάνει να πονέσουν, όπως πονούσε χρόνια η δική του μαμά, όπως καταστράφηκε η δική του ζωή, ξέροντας ότι ο πατέρας του αναγνώριζε μόνο δύο για παιδιά του κι εκείνον είχε απειλήσει κιόλας ότι θα τον σκότωνε, αν μαθευόταν η ύπαρξή του. Τους μισούσε. Τους μισούσε για όσα είχαν, για όσα του στέρησαν. Όταν πια πέτυχε αυτό που ήθελε, χάθηκε. Δεν έμαθε νέα του, κανείς, ποτέ ξανά.

Η Ελπίδα κι ο Κωστής, πήραν φανερά το μέρος της μητέρας τους, απομακρύνοντας τον πατέρα τους. Όντας ενήλικες οικογενειάρχες, ήξεραν ότι οι σχέσεις θέλουν καθημερινή δουλειά, ότι η ρουτίνα είναι εχθρός κι ότι λάθη γίνονται. Θα ήταν πιο ελαστικοί εάν ο πατέρας τους αναλάμβανε τις ευθύνες του όταν έπρεπε, εάν δεν ανακάλυπταν αυτήν την άλλη πτυχή του εαυτού του, που τους ξένισε, τους τρόμαξε. Κράτησαν μια τυπική τηλεφωνική επικοινωνία. Όσο για τον ξένο αδερφό, ευτυχώς τους το έκανε εύκολο που χάθηκε τόσο ξαφνικά, όσο εμφανίστηκε. Δεν είχαν την περιέργεια να τον γνωρίσουν καλύτεραι. Μοιράστηκαν μαζί του τα περιουσιακά στοιχεία του πατέρα τους, αφού νομικά είχε δικαιώματα, αλλά μέχρι εκεί. Είχε προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά ήδη στη ζωή τους. Αυτό όμως που τους καταρράκωσε τελικά δεν ήταν η εμφάνιση του ξένου στη ζωή τους, αλλά η αποκάλυψη ενός άλλου πατέρα από αυτόν που είχαν πρότυπο. Ίσως τελικά, σε εκείνο το Κυριακάτικο τραπέζι να ήταν δύο οι ξένοι.

Χρυσούλα Καμτσίκη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

 

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading