Τα δάκρυά μου

Δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια πέρασαν από τότε που σε έχασα, παππού μου. Και ακόμη δεν ξέρω αν μπορώ να αποτυπώσω τα συναισθήματά μου στο χαρτί. Συναισθήματα αμέριστης αγάπης — αγνής, αληθινής — και ταυτόχρονα ένας πόνος βαθύς, ανεξίτηλος, για την τεράστια απώλεια που βίωσα… και συνεχίζω να βιώνω.
Σχεδόν δεκαέξι χρόνια χωρίς τη γιαγιά και δεκατέσσερα χωρίς εσένα. Μα πώς περνά έτσι ο καιρός… Πώς γίνεται να κυλά ενώ μέσα μου έχει σταματήσει; Πώς γίνεται να αλλάζουν οι εποχές, να έρχεται άνοιξη και καλοκαίρι να περνούν τα χρόνια, κι εγώ να κουβαλώ ακόμη εκείνη τη μέρα μέσα μου σαν να μην έφυγε ποτέ;

Όταν μου λέγατε πως θα έρθει μια μέρα που θα πρέπει να μάθω να ζω χωρίς εσάς, σας έλεγα πως δεν θα αντέξω. Κι όμως… άντεξα. Όλοι τελικά αντέχουν. Ίσως γιατί δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Ίσως γιατί η ζωή, πεισματικά, συνεχίζει, ακόμη κι όταν εμείς μένουμε πίσω, κολλημένοι σε μια στιγμή που δεν λέει να τελειώσει.

Όταν έφυγε η γιαγιά, ήταν το πρώτο μεγάλο σοκ. Ένας σεισμός καταστροφικός. Ένιωσα να πέφτει ο ουρανός στο κεφάλι μας. Μεγάλη Πέμπτη… και Πρωταπριλιά. Μαζί με τον Χριστό μας… ήρθε ο θάνατος στο κατώφλι μας σαν ψέμα. Σαν ένα κακόγουστο παιχνίδι του μυαλού.
Δεν το πίστευα. Αρνιόμουν. «Θα ξυπνήσει», έλεγα μέσα μου. Και το πίστευα. Κατάστρωνα σχέδια… πώς θα την πάρω από το φέρετρο για να μη τρομάξει όταν ανοίξει τα μάτια της. Σκεφτόμουν κάθε λεπτομέρεια, σαν να μπορούσα να ξεγελάσω τον θάνατο, σαν να μπορούσα να τον ακυρώσω.

Δεν ξύπνησε. Και την κατέβασαν στο χώμα. Και όλοι πετούσαν μια χούφτα γη πάνω της. Και κάθε χούφτα που έπεφτε, ήταν σαν να μαχαίρωνε τα σωθικά μου. Αιμορραγούσα, γιαγιά μου…
«Ρίξε κι εσύ», μου είπαν, «να είναι ελαφρύ το χώμα που θα τη σκεπάσει».
Βούιζε το μυαλό μου. Ένιωθα να τρελαίνομαι. Πώς να ρίξω χώμα πάνω στη ζωή μου; Πώς;
«Μου την πήραν», έλεγα μέσα μου.
Και μετά… «έλα, πάμε», μου είπαν. «Ο κόσμος περιμένει για καφέ».
Για συλλυπητήρια. Για χειραψίες.

Όχι… Δεν ήθελα να δω κανέναν. Δεν ήθελα να ακούσω λέξεις παρηγοριάς που έμοιαζαν άδειες. Δεν ήθελα να μπω σε μια κανονικότητα που δεν υπήρχε πια. Ο κόσμος συνέχιζε, κι εγώ είχα μείνει πίσω, κολλημένη σε μια στιγμή που δεν χωρούσε καμία παρηγοριά.

Είχαμε όμως εσένα, παππού μου. Εσένα που τη λάτρευες. Και έπρεπε να σε στηρίξουμε. Η καρδιά σου, καρδιά μου, ήταν αδύναμη — κι εμείς έπρεπε να σου δώσουμε δύναμη.
Και τα καταφέραμε.
Το είδες; Η γιαγιά σίγουρα θα χαμογελούσε από εκεί ψηλά. Όλα τα εγγόνια μαζί — μια γροθιά. Σαν αδέρφια. Στήριγμά σου.
Ήταν η σειρά μας να σε φροντίσουμε. Όχι φροντίδα όπως την ξέρουν οι λέξεις… Μα να φροντίσουμε τον πόνο σου. Την απώλειά σου. Την ψυχή σου.

Και τα καταφέραμε. Γέλασες ξανά. Γελάσαμε όλοι. Ήμασταν ακόμη οικογένεια. Εσύ… ο πατέρας μας… ήσουν εκεί.
Το σπίτι σου πάντα ανοιχτό. Πάντα φαγητό για εμάς. Χαρτζιλίκι. Αγάπη.
Κάθε γωνιά του σπιτιού σου είχε τη ζεστασιά σου. Κάθε Κυριακή, κάθε τραπέζι, κάθε μικρή συνήθεια ήταν ένας τρόπος να κρατιόμαστε ενωμένοι. Και ίσως, μέσα από εσένα, να κρατούσαμε και ένα κομμάτι της γιαγιάς ζωντανό.

Δύο χρόνια άντεξες, παππού μου. Οι τελευταίες σου μέρες στο νοσοκομείο με αρρώστησαν κι εμένα. Όχι μόνο η κατάσταση… αλλά και η αδιαφορία. Τρία μερόνυχτα δεν κοιμήθηκα. Δεν έφυγα. Δεν πήγα σπίτι. Δεν έκανα μπάνιο.
Έμεινα εκεί. Κρατούσα το χέρι σου, σε κοιτούσα, προσπαθούσα να απομνημονεύσω κάθε σου ανάσα, κάθε σου βλέμμα, σαν να ήξερα πως ο χρόνος τελείωνε και δεν θα είχα άλλη ευκαιρία.

Και μετά… δύο ολόκληρες μέρες κοιμόμουν. Χωρίς να τρώω. Σαν να έπεσα σε χειμερία νάρκη. Το σώμα μου δεν άντεχε να διαχειριστεί αυτό που ερχόταν. Το ήξερα. Το νευρικό μου σύστημα κατέρρευσε.
Κι έπειτα… έφυγες. Σαν πουλάκι πέταξες. Δεν ταλαιπώρησες κανέναν. Ούτε εσύ… ούτε η γιαγιά.

Στον δικό σου χαμό ήμουν πιο ήρεμη. Σαν να ξαναζούσα το ίδιο έργο. Το σπίτι έκλεισε. Τα δάκρυα στέρεψαν. Ήμουν καλύτερα… ή έτσι νόμιζα. Γιατί κάθε φορά που κάποιος μου μιλούσε, ξεσπούσα σε κλάματα.
Το άντεξα, παππού. Χώμα πάνω σου δεν έριξα. Δεν αντέχεται αυτό. Χώμα όμως φίλησα. Το αγκάλιασα. Ξάπλωσα πάνω σας, κλαίγοντας. Ξάπλωνα στα πλακάκια για ώρες, όταν ήμουν μόνη. Το σώμα μου πονούσε. Δεν ανέπνεα. Ένιωθα πως, αν μείνω εκεί λίγο ακόμα, ίσως σας αγγίξω. Ίσως με ακούσετε. Ίσως, με κάποιον τρόπο που δεν εξηγείται, να ξαναενωθούμε.

Πόσος πόνος, Θεέ μου…
Κι όμως — είμαι εδώ. Είμαι καλά.
Δεν περνάει μέρα που να μη σας σκέφτομαι. Έχω τη φωτογραφία σας στο σπίτι μου. Σας μιλάω. Σας μιλάω για τη μέρα μου, για τις χαρές μου, για τις δυσκολίες μου. Σαν να είστε ακόμη εδώ. Σαν να μην έφυγε ποτέ τίποτα.

Κάπου είχα διαβάσει πως, αν δεν σταματήσεις να κλαις για κάποιον που έφυγε, δεν ησυχάζει η ψυχή του.
Ησυχάστε, ψυχούλες μου…
Εγώ ηρέμησα.
Όχι γιατί ξέχασα. Μα γιατί έμαθα να ζω με την απουσία σας. Έμαθα να σας κουβαλώ μέσα μου αλλιώς — όχι σαν πληγή που αιμορραγεί, αλλά σαν φως που με οδηγεί.

Έχετε γίνει δύναμη μέσα μου. Φωτιά που καίει ακλόνητα. Είστε η ασπίδα της ψυχής μου. Είστε οι αρχές μου. Η κληρονομιά μου. Και σε κάθε μου βήμα, σε κάθε μου απόφαση, υπάρχει ένα κομμάτι από εσάς.
Σας αγαπώ παντοτινά.
Η Γιώτα σας.

Αφιερωμένο στον παππού Μιχάλη & τη γιαγιά Δέσποινα.

Παναγιώτα Τσάμπρα

❗❗❗Αν σε άγγιξε αυτό που διάβασες, δες κι αυτά👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading