Το παρατσούκλι της Φανής ήταν “Στρουμφίτα” και ίσως ποτέ άλλοτε να μη ταίριαζε τόσο πολύ παρατσούκλι σε άνθρωπο. Δεν ήταν όμως σαν εκείνα, το κλασικά, που βγάζουν οι άλλοι για κάποιον, από ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του. Η ίδια με τον τρόπο της επέβαλε στους άλλους να την αποκαλούν έτσι, λόγω παρουσιαστικού.
Πριν πάει προνήπια, ούσα γενικά ένα ζωηρό παιδί, στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα, το μόνο παιδικό που την ηρεμούσε, ήταν τα στρουμφάκια. Έπαιρνε το καρεκλάκι της, το έβαζε πολύ κοντά στην τηλεόραση και έβλεπε τα λιλιπούτεια μπλε πλασματάκια με τα άσπρα σκουφιά, να προσπαθούν να γλιτώσουν από τον κακό Δρακουμέλ και την Ψιψινέλ του. Την μάλωνε η μαμά της και της ζητούσε να βάλει πιο πίσω την καρέκλα. Η Φανή, με σκέρτσο, τίναζε πίσω τα μακριά ξανθά μαλλιά της κι απαντούσε “αφού είμαι η Στρουμφίτα, πρέπει να είμαι κοντά”. Γελούσε η μαμά της, τραβούσε την καρέκλα με την κόρη της επάνω και της έλεγε “εσύ δεν είσαι μπλε”. Αυτό γινόταν πολλές φορές την ημέρα. Ήταν κάτι τελικά, σαν ένα παιχνίδι μεταξύ τους.
Συνέχεια ζητούσε από τον κατά ένα χρόνο μεγαλύτερο αδερφό της να παίζουν τα στρουμφ, με τους διαλόγους που θυμόταν κατά λέξη από την τηλεόραση, κρύβοντάς του τα αυτοκινητάκια που εκείνος ήθελε να παίξει. Σε όλη την αναπαράσταση έβαζε ένα τιραντένιο άσπρο φόρεμα, χειμώνα καλοκαίρι, το πλεκτό άσπρο σκουφάκι που ζήτησε από την γιαγιά της να της φτιάξει και τις άσπρες γόβες της μαμάς της. Κοιταζόταν στον καθρέφτη και μονολογούσε “είμαι η Στρουμφίτα” και ο αδερφός της, επίτηδες, φώναζε “δεν είσαι μπλε”. Η Φανή θύμωνε και φώναζε πιο δυνατά “μαμά, πες του κάτι”. Κι εκείνος πιο έντονα σχολίαζε “δεν το λέω μόνο εγώ και η μαμά στο λέει”. Από τη μαμά της δεν την πείραζε, είχε άλλο τρόπο, πιο γλυκό, πιο παιχνιδιάρικο, ενώ από τον αδερφό της γινόταν κόκκινη από τον θυμό της, αντί να γίνει μπλε που θα την βόλευε. Χαιρόταν ο Μιχάλης που την έκανε να νευριάζει, της το χρωστούσε που δεν τον άφηνε να παίξει με τα αυτοκινητάκια και τα στρατιωτάκια του και τον ανάγκαζε να κάνει τον Μπαμπαστρούμφ, τον Ξεφτέρη, τον Λιχούδη, τον Γκρινιάρη, τον Σπιρτούλη, τον Σκουντούφλη, τον Χαχανούλη και τον Χουζούρη.
Η Φανή μεγάλωνε και παρέμενε ένα μικροσκοπικό κορίτσι. Το παρατσούκλι συνέχιζε να υφίσταται. Το ίδιο και η αγάπη της για το παιδικό με τις περιπέτειες στο στρουμφοχωριό. Στην δευτέρα δημοτικού, όλα τα σχολικά είδη, ήταν με σχέδιο Στρουμφίτα, τσάντα, κασετίνα, μολύβια, τετράδια. Πολλές μπλούζες της απεικόνιζαν το μοναδικό κορίτσι της στρουμφοπαρέας και ήθελε πάντα να φοράει μια από αυτές, φυσικά γιατί αγαπούσε την ηρωίδα αλλά και για να φαίνεται η ομοιότητά τους.
– Δεν είσαι μόνο εσύ ξανθιά με μακρύ μαλλί και κοντή, της έλεγε ο Μιχάλης για να την τσιγκλίσει.
– Της μοιάζω, της μοιάζω, της μοιάζω για να σκάσεις και να πλαντάξεις!, απαντούσε η Φανή με νεύρα.
– Γιατί νομίζεις ότι είναι καλό να της μοιάζεις που είσαι κοντή και τόσο αδύνατη, απορώ!
– Είσαι χαζός γι’ αυτό δεν καταλαβαίνεις. Η Στρουμφίτα είναι όμορφη, έξυπνη, καλόκαρδη, την αγαπούν όλοι! Κι εσύ που είσαι ψηλός και άχαρος; Και βλάκας;
– Εσύ από όλα αυτά, είσαι μόνο κοντή και ξανθιά. Και ΔΕΝ είσαι μπλε, ούτε εγώ είμαι βλάκας.
– Μαμάαααααα πες του!
Η μαμά – πυροσβέστης, πάντα κάπου εκεί, να εξομαλύνει την κατάσταση. Η Φανή είχε τέτοιο θυμό με τον αδερφό της, που της κοπανούσε συνέχεια ότι δεν ήταν μπλε, πιο πολύ και από το ότι την αποκαλούσε κοντή. Ε φυσικά δεν ήταν μπλε! Σκεφτόταν πώς να έβρισκε έναν τρόπο να βαφτεί, να γινόταν ολόιδια, έτσι, για να μάθει αυτός! Με μαρκαδόρους, το είχε προσπαθήσει όταν ήταν πιο μικρή, δεν πέτυχε και για μέρες δεν έβγαιναν οι γραμμές. Άσε δε η τιμωρία που έφαγε από τον μπαμπά. Τρεις μέρες δεν της επέτρεψε να δει στρουμφάκια. Και τις τρεις μέρες έκλαιγε. Δεν την λυπήθηκαν, την κράτησαν την τιμωρία. Χρειαζόταν κάτι να έχει ζωηρό μπλε χρώμα, για να τους αφήσει όλους άφωνους. Προσπάθησε στο χέρι της και με νερομπογιές. Πρώτον δεν έφτανε η ποσότητα και δεύτερον δεν της άρεσε το αποτέλεσμα.
Την λύση, της την έδωσε η μαμά της, χωρίς βέβαια να το ξέρει. Ένα απόγευμα, αρχές Ιουνίου, που κόντευαν να κλείσουν τα σχολεία, πήγαν μαζί στο σούπερ μάρκετ. Σταμάτησαν στον διάδρομο με τα απορρυπαντικά και είδε να μπαίνει στο καλάθι ένα μικρό μπουκαλάκι. Της έκανε εντύπωση το μπλε χρώμα της Φανής, αλλά δεν ρώτησε. Γύρισαν σπίτι, βοήθησε στην τακτοποίηση των πραγμάτων και καθώς η μαμά της έβγαλε την σιδερώστρα και ο αδελφός της έλειπε με τον μπαμπά, εκείνη πήγε στο μπάνιο, στο ντουλαπάκι που έβαζαν τα καθαριστικά. Κρυφά, έχοντας στο νου και την μαμά της, μην κάνει καμία έφοδο, διάβασε την ετικέτα. “Λουλάκι υγρό. Έντονα χρώματα, αστραφτερό λευκό”. Το αστραφτερό λευκό την μπέρδεψε, αλλά καθώς άνοιξε το καπάκι είδε αυτό που την γέμισε χαρά, το υγρό, ήταν μπλε χρώμα, έτσι ακριβώς όπως το ήθελε. Έκλεισε ξανά το καπάκι και πήγε στην τηλεόραση. Έβλεπε την αγαπημένη της μικροσκοπική ξανθιά και φανταζόταν τον εαυτό της βαμμένη με αυτό το υπέροχο μπλε του θησαυρού που αγόρασε η μαμά της. Θα έκανε υπομονή, να τελειώσει το σχολείο, λίγες μέρες είχαν μείνει. Ήθελε να έχει όλο το χρόνο δικό της, χωρίς διαβάσματα και την μαμά συνέχεια μες στα πόδια της, να ρωτάει αν διάβασε, να της κρατάει το βιβλίο, να της εξετάζει την ορθογραφία, την αντιγραφή και τα μαθηματικά.
Η οικογένεια συνήθιζε την πρώτη Ιουλίου, να κάνει το πρώτο μπάνιο του καλοκαιριού. Εκεί θα το τολμούσε. Θα είχε τόσο κόσμο, δεν θα μπορούσε ο μπαμπάς της να την μαλώσει, να της φωνάξει, να της τραβήξει το μαλλί, που κάποιες φορές έκανε, όταν ήταν πολύ ζωηρή, θα κρατιόταν. Το αυτοκίνητο το παρκάρανε, όπως πάντα δίπλα στην αμμουδιά κι αυτό ευτυχώς, εξυπηρετούσε πολύ το σχέδιο. Ο μπαμπάς κουβαλούσε τα καρεκλάκια, την ομπρέλα, η μαμά την τσάντα με τα μαγιό, τα ρούχα και τις πετσέτες και το ψυγειάκι. Ο Μιχάλης την σακούλα με τα κουβαδάκια, το φορτηγάκι του, τις ρακέτες, την μικρή φουσκωτή μπάλα και η Φανή, την τσάντα της με τα πλαστικά στρουμφάκια και το στρώμα με την Στρουμφίτα.
Πριν αρχίσουν να ανοίγουν τις καρέκλες, φώναξε “μπαμπά ξέχασα το κουβαδάκι μου, δως μου το κλειδί”. Έκανε γρήγορα αυτά τα λίγα βήματα που τους χώριζε με το αμάξι και όσο οι υπόλοιποι ήταν απασχολημένοι με το στήσιμο της πραμάτειάς τους, εκείνη έβγαλε το λουλάκι που το είχε πάρει κρυφά, το άνοιξε κι άρχισε να ρίχνει χούφτα χούφτα στα χέρια, στα μπράτσα, στα πόδια, στο λαιμό, στην κοιλιά, ενδιάμεσα από το άσπρο μπικίνι που φορούσε και τέλος στο πρόσωπο, βλέποντας στον εξωτερικό καθρέφτη από την μεριά του οδηγού, που ήταν προστατευμένη και δεν φαινόταν από τους υπόλοιπους. Το πασάλειβε, να πάει παντού ομοιόμορφα και επιτέλους, τα είχε καταφέρει, ήταν μπλε!
Θαρραλέα, βγήκε από την προστασία του αυτοκινήτου και προχώρησε. Πρώτος ο αδερφός της είδε την μεταμόρφωσά της.
“Φανή; Είσαι εντελώς χαζή παιδάκι μου; Τι πήγες κι έκανες;”
Η Φανή δεν πτοήθηκε. Της έμεναν λίγα μόνο βήματα για να φτάσει τις καρέκλες τους. Ο μπαμπάς της σοκαρισμένος μόνο την κοιτούσε. Μπορεί να ήθελε να την αρπάξει από το μαλλί αλλά για κάποια δευτερόλεπτα δεν μπορούσε να αντιδράσει. Η μαμά της στην ίδια κατάσταση, βρήκε την μιλιά της.
“Δεν ξέρω αν πρέπει να κλάψω ή να γελάσω. Είσαι με τα καλά σου παιδί μου;”.
Ο Μιχάλης άρχισε να γελάει και η Φανή αποφασιστικά, ήταν η ώρα να μιλήσει.
– Τώρα; Τι έχετε να πείτε; Είμαι μπλε! Και είμαι η Στρουμφίτα!
– Ρε κόλλημα να είναι η Στρουμφίτα!, είπε γελώντας ακόμα ο αδελφός της.
Πριν προλάβουν να πουν κάτι άλλο, ένα κοριτσάκι από μια οικογένεια λίγο παραπέρα, που πλατσούριζε, πλησίασε και είπε “είναι η Στρουμφίτα”. Και οι τρεις, αυθόρμητα γύρισαν και κοίταξαν αποδοκιμαστικά το κοριτσάκι, που το καημένο τρόμαξε κι απομακρύνθηκε πάλι.
– Είδατε; Να! Όλοι το βλέπουν εκτός από σας.
– Ποιοι όλοι παιδί μου; Λοιπόν, τέρμα αυτό το αστείο Φανή. Μη σε ξαναδώ να κάνεις τέτοιες ανοησίες, την μάλωσε ο μπαμπάς της.
Από δίπλα, αριστερά και δεξιά τους ο κόσμος γελούσε και ο μπαμπάς της δεν ήξερε πού να κρυφτεί.
Η μικρή απτόητη, δεν νοιαζόταν για τους μεγάλους. Της έφτανε που το άγνωστο κοριτσάκι το κατάλαβε.
– Εγώ είμαι ίδια η Στρουμφίτα. Να λέτε ό,τι θέλετε εσείς.
– Ε μα δεν είσαι η Στρουμφίτα ρε χαζό, είσαι η “βάψε με μπλε και πέτα με στη θάλασσα” και με μια απότομη κίνηση την έσπρωξε και την έριξε στο νερό.
Η Φανή έκλαιγε και τσίριζε, ο Μιχάλης γελούσε, η μαμά τους έντρομη να μη πνιγεί, έτρεξε κοντά της, ο μπαμπάς τους μάλωνε τον μικρό και οι γύρω κοίταζαν σαστισμένοι. Η μαμά, άρχισε να τρίβει την Φανή, να φύγει επιτέλους το μπλε από πάνω της κι εκείνη με αναφιλητά προσπαθούσε να πει, “δεν θέλω να φύγει το μπλε”. Το άγνωστο κοριτσάκι πλησίασε ξανά και της είπε “της μοιάζεις και χωρίς το μπλε” και της χαμογέλασε. Η Φανή σταμάτησε μεμιάς το κλάμα. Κοίταξε την μικρούλα και δεν απάντησε τίποτα. Δεν έφερε άλλη αντίσταση, καθάρισε η μαμά το δέρμα της όσο γινόταν και όταν βγήκε από το νερό, πήγε κατευθείαν στο κοριτσάκι. Ένα “θέλεις να παίξουμε;” κι ένα “φυσικά” ήταν η αρχή. Δεν ασχολήθηκε καθόλου με τον αδερφό της, τον άφησε στην ησυχία του.
Παίζανε και μιλούσανε σαν να γνωρίζονταν χρόνια, όπως κάνουν οι παιδικές ψυχές. Η αγαπημένη ηρωίδα από κόμικ της μικρής Δέσποινας ήταν η Κάντυ Κάντυ αλλά εκείνη δεν της έμοιαζε καθόλου αφού ήταν ένα μελαχρινό κορίτσι, με καστανά μάτια και κοντά καρέ μαύρα μαλλιά. Εκμυστηρεύτηκε στην Φανή ότι πολύ θα ήθελε να της φέρνει έστω και λίγο κι ότι πολύ το ζήλεψε που εκείνη ήταν ολόιδια με την αγαπημένη της Στρουμφίτα.
Δεν έμεναν πολύ μακριά. Αντάλλαξαν οι γονείς τηλέφωνα και υποσχέθηκαν να ξαναβρεθούν. Έτσι κι έγινε. Κατόπιν απαίτησης των κοριτσιών αλλά και αφού η τετράδα των γονιών ταίριασαν στην παρέα, βρισκόντουσαν συχνά. Ο χρόνος με την ιδιότητά του να αλλάζει, να μετριάζει, να σβήνει πράγματα και καταστάσεις, λειτούργησε και στην περίπτωση των κοριτσιών. Κοπέλες λυκείου πια, τα ενδιαφέροντά τους ήταν αυτά που αρμόζουν στους εφήβους. Βόλτες, καρδιοχτύπια, όνειρα σπουδών. Σαν μακρινή, γλυκιά, ανάμνηση έμεινε πάντα στις καρδιές τους η λατρεία και κάποιες φορές εμμονή στις ηρωίδες των παιδικών τους χρόνων. Εκείνη η μέρα της θάλασσας, έμεινε στην δική τους ιστορία ζωής, σαν η μέρα του “βάψε με μπλε και πέτα με στη θάλασσα”, που τότε, από το στόμα του μικρού αγοριού, μες στην απρόσμενη ταραχή της στιγμής, δεν προκάλεσε γέλιο, αλλά με τα χρόνια έγινε μια αξέχαστη ατάκα που προκαλούσε πάντα μια γλυκιά αίσθηση κι ένα χαμόγελο.
Χρυσούλα Καμτσίκη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
