Το σχέδιο ήταν έτοιμο. Η λιμουζίνα σταμάτησε κοντά στην είσοδο της εκκλησίας και τα κορίτσια κατέβηκαν σηκώνοντας τα μακριά φορέματά τους. Το τηλέφωνο της Αναστασίας χτύπησε και σταμάτησε κάνοντας νόημα στις υπόλοιπες να συνεχίσουν. Πήγε να βρει τον Τόνι και τους υπόλοιπους που έφτασαν μόλις στην Ιταλία.
«Είχατε καλό ταξίδι;», πήγε κοντά του και εκείνος την φίλησε πεταχτά στο μάγουλο.
«Όλα καλά. Ο Πέτρος μόνο που ξέμεινε στο αεροδρόμιο, έχει ένα θέμα με την βαλίτσα»
«Άσε την βαλίτσα. Δεν θέλω να ακούσω για καθυστέρηση. Ό,τι κι αν είναι να το λύσεις»
«Στις διαταγές σου, κούκλα μου»
«Πάω στη θέση μου, θα σε δω μετά. Ωραίος είσαι για υπουργός», τον χαιρέτισε και με καμαρωτό περπάτημα ανέβηκε τα σκαλιά της Μαρτοράνα.
Ο ναός στην οκτάγωνη πλατεία, στην καρδιά του ιστορικού κέντρου, ήταν στολισμένος με λευκά λουλούδια. Τα χρυσά ψηφιδωτά της βυζαντινής αναγέννησης έκαναν τον ναό να μοιάζει σαν κήπος της Παναγίας. Στον τρούλο, η μορφή του Παντοκράτορα πλαισιωμένου από τέσσερις αγγέλους, έκανε το βλέμμα των κοριτσιών να σηκωθεί ψηλά.
Ο Ρομπέρτο έφτασε λίγα λεπτά μετά στην πλατεία με την λιμουζίνα του. Όλοι ήταν στις θέσεις τους. Ο Τέο που καθόταν στο παγκάκι και έκανε πως διάβαζε μια εφημερίδα, ειδοποίησε τους υπόλοιπους.
Η Σου και η Κάτια, οι φίλες του Πέτρου, παριστάνοντας τις τουρίστριες, τον περικύκλωσαν με χάρτες ρωτώντας με αμερικανική προφορά για ένα μουσείο. Η Σου, η πιο θαρραλέα της παρέας, γλίστρησε στην τσέπη του ένα μικρόφωνο πριν προλάβει ο Ρομπέρτο να τις διώξει εκνευρισμένος.
Το τηλέφωνο του Ρομπέρτο χτύπησε λίγο πριν μπει μέσα στην εκκλησία και σταμάτησε νευριασμένος στα σκαλιά κοιτώντας έναν άγνωστο νούμερο να τον καλεί.
«Σήκωσέ το», παρακαλούσε ο Τόνι και τον είδε από το σημείο που στεκόταν να απαντάει επιτέλους στην κλήση. Με απότομο τρόπο, ο Ρομπέρτο τον ρώτησε ποιος είναι και τι θέλει.
«Ενδιαφέρομαι για ένα ταξίδι στα Γαλάζια Νερά αυτό το καλοκαίρι», είπε ο Τόνι το συνθηματικό που είχε δώσει στην κατάθεσή του ο πρώην υπουργός. Χρησιμοποίησαν όσα στοιχεία είχαν συλλέξει από τα έγγραφα για να πειστεί ότι όντως πρόκειται για αγοραστή. Μόλις τον έπειθε να συναντηθούν, οι αστυνομικοί θα τον συλλάμβαναν πάνω στην συμφωνία.
«Είναι ακατάλληλη στιγμή αυτή που με καλέσατε. Αν όντως σας ενδιαφέρει να μιλήσουμε άλλη φορά»
«Τυγχάνει να είμαι στο Παλέρμο και θα ήθελα να συμφωνήσουμε τώρα γιατί θα φύγω αμέσως. Θα πάρει ένα λεπτό μόνο. Ενδιαφέρεται και ο ομόλογός μου στην Γερμανία»
«Συγγνώμη, δεν είχα καταλάβει… Είμαι τώρα στην πλατεία…»
«Και εγώ το ίδιο», απάντησε γρήγορα και έκλεισε το τηλέφωνο. Πλησίασε τον Ρομπέρτο στα σκαλιά της εκκλησίας, αλλά όπως πάντα κανείς δεν κατάφερνε να τον ξεγελάσει.
«Δεν μου αρέσει να με υποτιμούν. Θα κάνουμε μια σύντομη βόλτα και μετά θέλω να εξαφανιστείς. Δεν θυμάμαι το όνομά σου ή το μέρος που είχαμε συναντηθεί, αλλά ξέρω ότι σε είχα είδα με την φίλη της Αέλιας, την Αναστασία. Πες της ότι σε λίγο θα είμαστε και επίσημα παντρεμένοι. Πες της αυτό και χάσου από μπροστά μου!»
«Τον κατάλαβε», πέταξε ο αστυνομικός το ακουστικό στο πάτωμα του βαν.
«Μυρίζει την απάτη. Τόσα χρόνια τον μάθαμε»
«Έχουμε ακόμα το μικρόφωνο όμως», του θύμισε.
«Αρκεί να την πατήσει»
Η Κάτια άνοιξε την πόρτα του γραφείου και ειδοποίησε την Αέλια ότι ο Τόνι δεν τα κατάφερε.
«Επόμενο βήμα τότε. Ο δικηγόρος που είπατε ότι θα έρθει είναι άφαντος. Ποιος θα αλλάξει το συμβόλαιο;»
«Εντάξει. Σχέδιο Β»
«Αχ, ρε Τόνι», λυπήθηκε η Αναστασία όταν άκουσε ότι δεν τα κατάφερε. Θα περίμενε με τους υπόλοιπους έξω από το γραφείο για να στήσουν αυτί να μην χάνουν τις εξελίξεις.
Μπαίνοντας στην εκκλησία, ο Ρομπέρτο έπεσε πάνω στις δύο πληθωρικές καλλονές, τις ξαδέρφες του Πέτρου. Η μία ήταν λιπόθυμη στο πάτωμα και η άλλη της έκανε αέρα με την βεντάλια.
«Ω, κύριε, βοηθήστε μας», έπεσε στην αγκαλιά του και το άρωμά της τον ζάλισε.
«Φυσικά αγαπητή μου», είπε πρόθυμα ξεχνώντας ότι είχε καθυστερήσει. Σήκωσε την κοπέλα από κάτω χωρίς να μπορεί να πάρει τα μάτια του από το πλούσιο ντεκολτέ της.
«Σας ευχαριστώ…», πετάρισε τα βλέφαρά της.
«Είσαι καλύτερα;», την ρώτησε ενώ την κρατούσε στην αγκαλιά του.
«Η αδερφή μου, κύριε, ταράχτηκε πολύ γιατί μόλις μάθαμε ότι μας απέλυσαν. Τι θα κάνουν τώρα μόνα τους δύο κορίτσια σαν εμάς;», έκλαψε στον ώμο του.
«Για όλα υπάρχουν λύσεις», την ησύχασε και πέρασε τα χέρια του στα μακριά μαλλιά της.
«Ξέρετε, εμείς δουλεύαμε για τον υπουργό Αμύνης, ήμασταν… γραμματείς του», χαμήλωσε τα μάτια της. «Και μάθαμε ότι αφού συνελήφθη για κάποιες αισχρές κατηγορίες, σήμερα το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα…»
Ο Ρομπέρτο κοκκίνησε ολόκληρος από θυμό και άφησε απότομα την κοπέλα από τα χέρια του.
«Κάποια κορίτσια…», μουρμούρισε χαμηλώνοντας τα μάτια η αδερφή της. «Κατέθεσαν εναντίον του οι ανόητες. Τι θα απογίνουμε εμείς τώρα…»
«Πρέπει να φύγω», είπε βιαστικά και είδε την πόρτα του γραφείου ανοιχτή. Έριξε ένα υποτιμητικό βλέμμα στα κορίτσια που στέκονταν από έξω και τις προσπέρασε αμίλητος.
«Ήρθες νωρίτερα», ξαφνιάστηκε ο Ρομπέρτο βλέποντας την Αέλια ήδη εκεί να στέκεται μπροστά από το γραφείο. «Είσαι εκθαμβωτική, αγαπητή μου, αλλά και τόσο πανούργα γυναίκα!»
«Ανυπομονούσα να τελειώνουμε», είπε χωρίς να απαντήσει στο σχόλιό του. Κοιτούσε το φαρδύ γαμπριάτικο κοστούμι που φορούσε, τα πυκνά μαλλιά του, το άγριο ξυρισμένο του πρόσωπο και τον αποστρεφόταν με φυσικότητα. Μα πάντα αυτό που της έκανε περισσότερο εντύπωση ήταν το βλέμμα του που μάζευε τόσο σκοτάδι μέσα του.
«Έκανες τόσο κόπο να φτάσεις ως εδώ, έπρεπε να το απολαμβάνεις αντί να σχεδιάζεις να το χαλάσεις!»
«Τι ακριβώς να απολαύσω;»
«Όλα τα προνόμια που θα σου προσφέρω, φυσικά. Σου είχα πει να με δεις σαν σύμμαχο αλλά εσύ προτίμησες να είμαστε εχθροί. Έβαλες τον φίλο σου να με παγιδέψει. Πόσο ανόητοι είστε όλοι σας! Νομίζετε ότι είστε πιο έξυπνοι από εμένα;»
«Πάντα πρόσεχες καλά να μην αφήνεις στοιχεία πίσω σου. Αλλά όλα πια συνδέονται με το όνομά σου»
«Και; Πού είναι οι αποδείξεις;», ύψωσε τον τόνο της φωνής του.
«Δες ποια έφτασε μόλις», είπε ο ένας αστυνομικός στον άλλον.
«Ίσως αυτή είναι το κλειδί για να ομολογήσει»
Η Τάνια, η συνεργός του, μπήκε στο γραφείο φουριόζα. Κρατούσε μια βεντάλια που την κουνούσε με μανία μπροστά στο πρόσωπό της.
«Τα έμαθες;», ρώτησε έξαλλη τον Ρομπέρτο.
«Ναι, πριν λίγο», ξεφύσηξε.
«Είναι κοντά, Ρομπέρτο, πρέπει να τελειώσουμε τώρα και να φύγουμε πριν πιάσουν και εμάς!»
«Σε λίγα λεπτά θα έχουμε ξεμπερδέψει. Πρώτα να σας συστήσω. Η μέλλουσα γυναίκα μου. Η ερωμένη μου. Πώς σου φαίνεται η Τάνια, Αέλια;»
«Σαν να είστε φτιαγμένοι από την ίδια πάστα»
«Αρκετά με τα λόγια. Ώρα για τις υπογραφές», έβγαλε το στυλό από την τσέπη του σακακιού του ο Ρομπέρτο.
«Κι αν δεν υπογράψω;», ρώτησε η Αέλια.
«Δεν θα υπάρχει κανείς να σε προστατεύσει. Και φυσικά θα μάθει ο Πέτρος ποιος σκότωσε τους γονείς του»
«Ποιος τους σκότωσε;»
«Πέτρο;», μουρμούρισε το όνομά του η Αέλια.
«Ήρθε και ο εραστής της γυναίκας μου. Και έφερε και την φαμίλια του μαζί», τον ειρωνεύτηκε.
«Έκανα μια ερώτηση», είπε κοιτώντας την Αέλια σοκαρισμένος. Την έβλεπε μέσα στο νυφικό της τόσο όμορφη και τόσο τυλιγμένη στα μυστικά.
«Ήρθε να δει το γάμο της αγαπημένης του, μην τον κοροϊδεύεις, μωρό μου», είπε η Τάνια. «Πέτρο, χαίρομαι τόσο που σε βλέπω να στέκεσαι ξανά στα πόδια σου»
«Αυτή είναι τελείως τρελή», ψιθύρισαν τα κορίτσια που κρυφάκουγαν.
«Συνεχίζεις, Πέτρο, να είσαι ένα εμπόδιο που δεν λέει να βγει από τη μέση»
«Θα την αφήσεις ήσυχη μια για πάντα, Ρομπέρτο»
«Περίμενε πρώτα να δούμε αν θα θέλεις ακόμα να την υπερασπιστείς όταν μάθεις ποιος οδηγούσε το αυτοκίνητο»
«Μην συνεχίζεις», κούνησε το δάχτυλο η Αέλια.
«Σου χάλασε και εσένα τα σχέδια, γλυκιά μου; Περίμενες ότι θα με έκανες να ομολογήσω σήμερα; Ανόητοι όλοι! Έπρεπε να πάρεις τότε το εισιτήριο που σου έδωσα και να εξαφανιστείς!»
«Λυπάμαι, Πέτρο μου, που έπρεπε να λήξουμε τόσο άδοξα εκείνη τη νύχτα την σχέση μας. Ήσουν τόσο καλός μαζί μου και τόσο τρυφερός», είπε κοιτώντας την Αέλια και απόλαυσε που την έκανε να κοκκινήσει από ντροπή.
«Δεν έχεις την παραμικρή ενοχή εσύ για ό,τι έκανες; Κόντεψες να τον σκοτώσεις», την ρώτησε η Αέλια.
«Ενοχή. Τι είναι αυτό;», είπε αδιάφορα.
«Οι καλεσμένοι έχουν φτάσει. Η υπομονή μου εξαντλείται. Άδειασε μας την γωνιά, Πέτρο και μην ανακατεύεσαι στις δουλειές των μεγάλων»
«Δεν πάω πουθενά!»
«Πες της να υπογράψει τότε! Πες της να με παντρευτεί! Αλλιώς θα κοιτάς μια ζωή πίσω σου μήπως είμαι εγώ! Αλλιώς θα μάθεις τον λόγο που θα την σιχαίνεσαι για όλη σου τη ζωή!»
«Ρομπέρτο, σταμάτα. Θα υπογράψω!»
«Όχι, δεν θα υπογράψεις τίποτα! Θέλω να τελειώνουμε μια για πάντα με αυτό το θέμα και σου υπόσχομαι ότι δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα από όσα νιώθω για εσένα», την σταμάτησε ο Πέτρος. «Δεν γίνεται να ανεχτούμε άλλο τον εκβιασμό του. Αρκετά! Ως εδώ ήταν!»
«Περίμενε να μάθεις πρώτα πριν δώσεις υποσχέσεις…»
«Θα υπογράψω σου λέω. Φύγετε όλοι! Σας παρακαλώ!», φώναζε μάταια η Αέλια καθώς κανένας δεν κουνήθηκε από την θέση του. Είχαν πάει όλοι τους μέχρι εκεί για να την προστατέψουν. Και δεν υπήρχε περίπτωση να φύγουν.
«Θέλετε με τρελάνετε; Αποφασίστε γρήγορα», τράβηξε τα μαλλιά του ο Ρομπέρτο. «Δεν έχω άλλο χρόνο για χάσιμο!»
«Το αεροπλάνο μας φεύγει σε λίγο», τον ενημέρωσε η Τάνια. «Ρομπέρτο, βάλε την να υπογράψει και πάμε στον ιερέα. Με τόση περιουσία που θα πάρουμε, το απόγευμα θα λιαζόμαστε σε κάποιο θέρετρο στο Μεξικό»
«Αυτή στον κόσμο της», μουρμούρισαν τα κορίτσια.
«Πέτρο, δεν υπάρχει άλλη λύση. Δεν αντέχω άλλο αυτό το δίλλημα. Προτιμώ να είμαι μακριά σου και να υπάρχει έστω μια ελπίδα να με αγαπάς, παρά να ξέρω ότι με μισείς. Δικαιούσαι την αλήθεια. Έπρεπε να στο πω. Θα το έκανα. Αλλά όχι έτσι. Ντρέπομαι τόσο πολύ για αυτό που έκανα»
«Δεν θα σε μισούσα ποτέ. Δεν μπορώ άλλο να φοβάμαι την αλήθεια. Αν ήξερα από την αρχή, τίποτα από αυτά δεν θα είχε συμβεί. Δεν θα μπορούσε να σε εκβιάσει»
Η Αέλια τον άκουσε αλλά πήρε το στυλό από τα χέρια του Ρομπέρτο και άνοιξε το συμβόλαιο. Βρήκε το σημείο που έπρεπε να βάλει την υπογραφή της.
«Μην το κάνεις, κορίτσι μου, σε παρακαλώ», φώναξε η θεία του Πέτρου. «Ό,τι κι αν έγινε, ό,τι κι αν ξέρεις, θα σε συγχωρέσουμε. Και πρώτη εγώ»
Το χέρι της έτρεμε. Κι αν ήταν αλήθεια; Αν όντως η αγάπη τους ήταν τόσο μεγάλη που μπορούσε να συγχωρήσει ένα τεράστιο ψέμα; Ο Ρομπέρτο όμως; Η αστυνομία δεν είχε επέμβει τόση ώρα. Αν δεν ομολογούσε ξεκάθαρα, θα ήταν ελεύθερος να την κυνηγήσει ξανά. Θα έβρισκε τον τρόπο. Όταν ήθελε κάτι το κατάφερνε, το είχε αποδείξει. Έπρεπε να αποφασίσει αμέσως.
«Είσαι έτοιμη για μετά;», ψιθύρισε ο Ιωάννης στην Κική κοιτώντας το ρολόι του. «Είμαστε ένα βήμα πριν το τέλος»
«Πάντα ήμουν, γλυκέ μου. Έχω το πέπλο μου στην τσάντα. Κοντεύει η ώρα»
Ο Ρομπέρτο, πήγαινε πάνω κάτω από την ανυπομονησία. Το είχε παίξει καλά ως τώρα. Αν όμως η αστυνομία είχε αδιάσειστα στοιχεία εναντίον του; Τόσα χρόνια τον κυνηγούσαν. Έπιασαν τους φίλους του, αυτός πρέπει να ήταν ο τελευταίος. Αν ομολογούσαν οι υπόλοιποι; Είδε την Αέλια να διστάζει. Έπρεπε να θυσιάσει ένα χαρτί. Να αποκαλύψει την αλήθεια. Μετά θα του έμενε το χαρτί της προστασίας. Έτσι θα την έπειθε. Θα της έλεγε πως θα τον κυνηγήσει και αυτόν και την οικογένειά του. Το είχε κάνει ξανά. Πλέον, σε έξαλλη κατάσταση, έτρεξε και κλείδωσε την πόρτα.
«Σε είχα προειδοποιήσει», απευθύνθηκε στον Πέτρο. «Θα σου πω αμέσως τι έγινε για να πάρεις όλο σου το σόι και να ξεκουμπιστείτε! Τους σκότωσε ο…»
«Μην πεις λέξη, Ρομπέρτο!», υπέγραψε με μια κίνηση η Αέλια την καταδίκη της.
CC
Συνεχίζεται…

One response to “Αέλια – Μέρος 11ο”
[…] Προηγούμενο […]