ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ 2021
Μουντή και βουρκωμένη η μέρα σήμερα. Δίχως να ξεσπάει σε βροχή. Η μαμά μου, θα έλεγε πως ταιριάζει με τους συμβολισμούς του Πάσχα και ύστερα, θα καταπιανόταν με τα κουλούρια και τα μπισκοτάκια της. Επειδή “Μεγάλη Τετάρτη φτιάχνουμε τα κουλούρια και Μεγάλη Πέμπτη βάφουμε τα αυγά”.
Χρησιμοποιούσε εκείνο το φοβερό εργαλείο που στερέωνε στο τραπέζι της κουζίνας, τροφοδοτούσε το χωνί και, γυρίζοντας τη μανιβέλα, έβλεπες να βγαίνει μια μακρόστενη, ανάγλυφη κορδέλα ζύμης που κοβόταν με ψαλίδι σε μικρότερα μακρόστενα κομμάτια. Όλα αξιοθαύμαστα, με το μάτι και μόνο, στο ίδιο μήκος. Γιατί εκείνη τα έλεγε “κουλούρια”, αφού δεν τα κουλούριαζε, δεν έχω καταλάβει, μέχρι σήμερα.
Εκείνα τα κουλούρια, έπρεπε να ψήνονται, λόγω υπερπαραγωγής, όχι στο φούρνο τον δικό μας, αλλά στον φούρνο της γειτονιάς, που τότε βρισκόταν βολικά κοντά στο σπίτι μας και είναι σήμερα κατάστημα παιδικών.
Ολο το πρωϊνό της Μεγάλης Τετάρτης, ο αδελφός μου κι εγώ, ανεβοκατεβαίναμε τη μικρή ανηφόρα που χώριζε το φούρνο από το σπίτι μας, πατώντας ευλαβικά και προσεκτικά, σαν σε αυγά, με παλάμες μέσα στην καρβουνίλα. Μας είχε ανατεθεί (κι αν θέλαμε, ας λέγαμε όχι) η αποστολή να διακινούμε τις μεγάλες λαμαρίνες του φούρνου γεμάτες για ψήσιμο, γεμάτες για ξεφόρτωμα στο σπίτι.
Οι σχολικές διακοπές του Πάσχα “Ελλήνων Χριστιανών”, εν καιρώ δικτατορίας, ήταν σκέτη κατάθλιψη, ειδικά κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Βδομάδας. Δίχως παιχνίδι στο δρόμο, με νηστεία, με το ραδιόφωνο να μεταδίδει μόνο εκκλησιαστική, μονότονη μουσική και ψαλμούς. Η ασπρόμαυρη τηλεόραση, τις λίγες ώρες που έπαιζε τότε, τρισχειρότερη. Και βέβαια, ήταν κι αυτός ο υποχρεωτικός, καθημερινός εκκλησιασμός, που είχε τον ατέλειωτο…
Μπορεί γι’ αυτό, εκείνα τα “κουλούρια”, να μην μου άρεσαν καθόλου και δεν αποπειράθηκα να τα παρασκευάσω ποτέ. Μου άρεσαν όμως τα καταπληκτικά μπισκοτάκια βουτύρου. Γλύκαιναν την αυστηρή νηστεία, και η απόλαυση μερικών στα κλεφτά, περνούσε απαρατήρητη.
Η μαμά μου έφυγε στα 67 της. Δεν με είδε να φτιάχνω “κουλούρια”, δεν με είδε να φτιάχνω τσουρέκια. Σπανίως με είδε να βάφω αυγά. Κι αυτά που έβαφα, καμιά σχέση δεν είχαν με τα δικά της. Τα δικά της δεν έσπαγαν ποτέ, ήταν άψογα κόκκινα και είχαν σχέδια καλλιτεχνικά, παρότι χρησιμοποιούσε πολύ φτωχά υλικά: παλιά καλσόν, μαργαρίτες και φυλλαράκια από φυτά και ξερά κρεμμύδια.
Η μαμά μου με είδε να φτιάχνω τα μπισκοτάκια της. Κάθε χρόνο. Τέτοια μέρα. Όπως και φέτος. Μισή δόση, επειδή είμαστε μόνο δύο αυτό το Πάσχα και ο ένας έχει και το ζάχαρό του, όσο να ‘ναι. Κάθε φορά που τα φτιάχνω, θυμάμαι την μεγάλη και πρόωρα απούσα, εδώ και ακριβώς 15 χρόνια, αρχόντισσα και στρατηγό αυτών των ημερών.
Το τσίγκινο κουτί που τα αποθηκεύω, για να μείνουν τραγανά, όπως έλεγε, είναι το δικό της. Κι αφού η μέρα δεν λέει να δακρύσει, ως συνήθως, δακρύζω εγώ…
ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΑΪΩΝ 2023
(Βρε πώς αλλάζουν οι καιροί..)
Προ 250 ετών, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, εκεί που κουβέντιαζα ανέμελα με τον Γρηγόρη, δίπλα στο πρώην ταχυδρομείο, που μετά έγινε τράπεζα και τώρα είναι κατάστημα αθλητικών ειδών, αισθάνθηκα κάτι ευχάριστα ζεστό στην κορφή του κρανίου μου.
Φευ, αποδείχτηκε, μετ’ αυτοψίαν τελεσθείσα υπό του Γρηγόρη αναγκαστικά και εκ των πραγμάτων, ότι περιστέρι πανούργο και με διάρροια, είχε ασελγήσει πάνω στην φρεσκολουσμένη και καλοχτενισμένη κόμη μου.
Αγανάκτησα! Μια βδομάδα μου πήρε να το ξεχάσω.
Μετά 2-3 έτη, ετοίμαζα τον καλό μου να ταξιδέψει για διεθνή περί τα ναυτιλιακά έκθεση μετά συνεδρίου στον Πειραιά. Λευκό πουκάμισο του κουτιού, κοστούμι μπλε τρε σικ, και λοιπά αξεσουάρ ανδρικής κομψότητας του ‘βαλα στη βαλιτσούλα του…
Γύρισε πίσω χάλια. Τον είχε κουτσουλήσει γλάρος, πειραιώτης και μάγκας. Η πράσινη στάμπα δεν έφυγε ποτέ από το πουκάμισο, το δε σακάκι πήγε δύο φορές καθαριστήριο ως να συνέρθει. Τη γραβάτα την πετάξαμε.
Άλλη μια βδομάδα αγανάκτησης!
Σήμερα, αφού διεκπεραίωσα πανικόβλητη ψώνια της τελευταίας στιγμής για το ασκέρι μου που καταφθάνει αύριο από Αθήνα να περάσουμε μαζί το Πάσχα, βρήκα μια ήσυχη γωνίτσα στην ξέχειλη ήδη από πασχαλινούς τουρίστας πόλη μας. Ε, ας πιώ ένα καφέ, ας φάω μια μπουγάτσα κιόλας.
‘Ηρθε, ζεστή και μυρωδάτη, μετά της άχνης και της κανέλας της κι εγώ περίμενα να κρυώσει, λιγουρευόμενη τρελά, πέρασε και το Λιάκι και πιάσαμε την κουβέντα μέχρι που ακούσαμε το “πλατς”. Τιποτε φανταχτερό, όχι θορυβώδες, εγώ ηρνήθην να το δεχθώ ως γεγονός, το Λιάκι όμως, παιδί μου στην ηλικία, και γατόνι, δεν κώλωσε, μια ματιά στη μπουγάτσα και άμεση η παραίνεση “μη φάτε, πέσανε κακάκια”.
Κοιτάξαμε ψηλά, δύο σπουργιτάκια να φτερουγίζουν, χαρούμενα τιτιβίζοντας. “Άνοιξη…”, σχολίασα χαμογελώντας. Ακόμα να μου φύγει το χαμόγελο. ‘Η το συνήθισα ή γίνομαι καλύτερος άνθρωπος.
Ελένη Ασμάνη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
