Μανώλης & Βαρβάρα – “Κι από Δευτέρα του Πάσχα… δίαιτα!”

– Βαρ… Βανούλα, ήρθα!

Ο Μανώλης κοίταξε γύρω του, μα η γυναίκα του, που του είχε υποσχεθεί πως θα ήταν έτοιμη μέχρι να επιστρέψει εκείνος απ’ το ζαχαροπλαστείο, δεν φαινόταν πουθενά. Πήγε να κάνει δυο βήματα να προχωρήσει στο εσωτερικό του σπιτιού, μα γούρλωσε τα μάτια από τρόμο, έτσι, από μόνος του, και έβγαλε τα παπούτσια του στη γωνία πρώτα.

– Βάνα! ξαναδοκίμασε αλλά αντί απάντησης, πήρε σιωπή

Ακούμπησε το λευκό κουτί με τον κόκκινο φιόγκο, στο τραπέζι του σαλονιού και προχώρησε στην κρεβατοκάμαρα. Ανοίγοντας την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, είδε το κρεβάτι κρυμμένο πίσω από ένα βουνό από ρούχα και μόνο δυο χνουδωτές ροζ παντόφλες να αχνοφαίνονται απ’ το άνοιγμα της ανοιχτής ντουλάπας.

– Ακόμη δεν ντύθηκες, ρε μωρό μου; 

Το κεφάλι της Βαρβάρας που αποκαλύφθηκε πίσω απ’ την πόρτα της ντουλάπας, που φανέρωσε δυο μάτια που πετούσαν φλόγες, τον έκανε να πισωπατήσει.

– Ρε αγάπη μου, θ’ αργήσουμε! είπε πιο μαλακά αυτή τη φορά

Η ήχος απ’ το απότομο κλείσιμο της ντουλάπας τον έκανε να πεταχτεί.

– Τι κοπανάς, ρε Βάνα; Με κοψοχόλιασες! διαμαρτυρήθηκε

– Πώς να ετοιμαστώ, Μάνο μου; Τι να φορέσω; Έχω και τίποτα; τον κοίταξε αγριεμένη

Ο Μανώλης κοίταξε μια το βουνό απ’ τα ρούχα και μια την αναμαλλιασμένη Βάνα, που φορούσε παντόφλες, ένα δικό του μαύρο ζιβάγκο κι ένα μαύρο παντελόνι με ανοιχτό το μπροστινό φερμουάρ. Αμέσως διαπίστωσε πως δεν ήταν ώρα ν’ απαντήσει σ’ αυτή την ερώτηση.

– Τι με θωρείς αμίλητος;

– Ρε κορίτσι μου, βάλε εκεί ένα φουστανάκι, να φύγουμε! έσπρωξε λίγο τα ρούχα πάνω στο κρεβάτι και κάθισε

– Τι φουστανάκι να βάλω, Μάνο μου; Που έχω να ψωνίσω από τότε που η Τόνια μας πήγαινε στο προνήπιο! 

Κάτι πήγε να ψελλίσει ο Μανώλης, μα με μια απότομη κίνηση του χεριού της, τον διέταξε να σωπάσει.

– Θα πάω για ψώνια! δήλωσε κατηγορηματικά

– Πότε καρδούλα μου; Τώρα; Βάνα μου, είναι Δευτέρα του Πάσχα! Σήμερα μόνο τα ανθοπωλεία και τα ζαχαροπλαστεία είναι ανοιχτά!

– Δε με νοιάζει! χτύπησε κάτω το πόδι της σαν μικρό παιδί

– Ωραία! Πάμε στον κυρ Ανέστη στη γωνία τότε, που πήρα την τούρτα για τη νονά, να τον ρωτήσουμε αν έχει κάτι να σου δώσει!

– Μάνο, με κοροϊδεύεις; τα ντεσιμπέλ στη φωνή της είχαν αρχίσει ν’ ανεβαίνουν επικίνδυνα

– Ρε Βάνα, άσε τις ανοησίες και ντύσου και μας περιμένει η νονά!

– Η νονά! είπε κοροϊδευτικά. Πενήντα χρονών μαντράχαλος και πάει στη… νονά του!

– Τι σε πείραξε η νονόκα μου τώρα;

– Με πείραξε, που είμαστε διακόσια χρόνια παντρεμένοι και κάθε φορά που με βλέπει, μου λέει ‘έσπασες κορίτσι μου, του τα έλεγα εγώ να μην πάρει γυναίκα μεγαλύτερη…’. Μεγαλύτερη εγώ από σένα! Ακούς; ούρλιαξε η Βαρβάρα

– Μη τη συνερίζεσαι βρε κορίτσι μου, μεγάλη γυναίκα είναι! προσπάθησε να την ηρεμήσει ο Μανώλης

– Μεγάλη γυναίκα, αλλά κάθε χρόνο τέτοια μέρα που πηγαίνουμε να μας κάνει το τραπέζι, έχει και μια καινούρια κόρη γειτόνισσας ή φίλης της για να σου προξενεύει!

– Είσαι υπερβολική! Απλά η νονόκα είναι κοινωνική κι εκτός από μας, τέτοιες μέρες καλεί κι άλλους ανθρώπους!

– Κι όλως τυχαίως αυτοί οι άλλοι άνθρωποι, είναι πάντα γυναίκες γύρω στα τριάντα και σε κοιτάνε στα μάτια σα μπούες!

– Ε… αφού είμαι ωραίος! γέλασε ο Μανώλης

Η Βαρβάρα έβγαλε τη μία παντόφλα της και του την πέταξε στο κεφάλι.

– Δεν πάω! Να πας μόνος σου!

– Εντάξει ρε μωρό μου, δε θέλω να σε πιέζω, όπως θες… σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι κι έκανε να βγει απ’ το δωμάτιο

– Ιιιιι κοίτα! Έτοιμος να πάει μόνος του! Δεν κατάλαβες, που θα σ’ αφήσω να πας μόνος με την προξενήτρα και τις υποψήφιες νύφες! 

Ο Μανώλης την κοίταξε και σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος. Η Βαρβάρα είχε σουφρώσει τα χείλη της και τον κοιτούσε λυπημένη.

– Δεν σου χωράει τίποτα, ε; την πλησίασε και της χάιδεψε τα μαλλιά

– Τίποτα! έπεσε στην αγκαλιά του κλαψουρίζοντας

Είναι οι μέρες τέτοιες, βρε αγάπη μου. Φάγαμε λίγο περισσότερο. Από αύριο…

– Και το χειρότερο ξέρεις ποιο είναι; σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε με δυο μάτια-μαχαίρια. Το χειρότερο είναι πως εσύ έφαγες μισό κατσίκι, δύο τρίτα κοκορέτσι, μισό στρέμμα πατάτες τηγανιτές και τρεις εξάδες κόκκινα αυγά και δεν έχεις πάρει γραμμάριο! η γκρίνια έφτασε σε ανώτατα για την… εποχή, επίπεδα

– Τώρα εγώ τι φταίω; Με μένα τα έβαλες;

– Με σένα τα έβαλα, κύριος, ναι! Γιατί, εγώ η καημένη, τι παραπάνω έφαγα; Έσκασα στη σαλάτα μαρούλι η δόλια!

– Ε όχι δα ρε Βαρβάρα! Ποια σαλάτα; Τάχα να δοκιμάσεις αν ψήθηκε το κατσικάκι, αν τηγανίστηκαν σωστά οι πατάτες, αν είναι καλοψημένο το ψωμί… και έφερνες τα πιάτα στο τραπέζι λειψά! 

– Εγώ βρε; Εγώ φταίω που νοιαζόμουν για το κοριτσάκι μας που είναι στις μέρες του, μη δεν είναι όλα καλοψημένα! αγανάκτησε η Βαρβάρα

– Και το ταψάκι με το κανταίφι που μας έφεραν τα παιδιά, γιατί το τσάκισες χτες βράδυ; Για να δεις αν ήταν καλοψημένο κι αυτό;

– Ε… είσαι… είσαιιιιιιι… με τα μάτια γουρλωμένα προσπαθούσε η Βαρβάρα να βρει τις σωστές λέξεις ν’ αντεπιτεθεί στον Μανώλη

– Είμαι… της έδωσε ένα φιλί στη μύτη. Είμαι ερωτευμένος μαζί σου, χοντρούλα μου! της είπε χαμογελαστός

Η Βάνα έσμιξε τα χείλη και δεν ήξερε αν ήθελε να τον πνίξει στα φιλιά για το “είμαι ερωτευμένος” ή να τον κυνηγήσει με την άλλη παντόφλα που φορούσε ακόμη στο ένα της πόδι για το “χοντρούλα μου”. Επέλεξε το δεύτερο.

– Ποια είπες χοντρούλα, βρε αχαϊρευτε; έτρεξε πίσω του, όσο αυτός έτρεχε στο σαλόνι για να σωθεί

– Βάνα, σταμάτα! Έχουμε αργήσει! Η νονόκα…

– Δαρμένος θα πας στη… νονόκα! Άκου ‘νονόκα’, μεγάλος άνθρωπος!

 – Μεγάλος μεν, ωραίος και κορμάρα δε! της είπε γελώντας ενώ βρισκόταν πίσω απ’ το τραπέζι της κουζίνας για να μην τον πιάσει

– Από σήμερα δίαιτα! είπε αποφασισμένη η Βάνα κι άφησε την παντόφλα της να πέσει στο πάτωμα

– Από σήμερα; Σήμερα ρε μωρό μου θα φάμε στης νονάς και έχει φτιάξει κι εκείνη την ωραία την κοτόπιτα που…

– Από σήμερα! δήλωσε με δυνατή φωνή η Βαρβάρα

Ο Μανώλης κατέβασε το κεφάλι. Ήξερε πως όταν η Βαρβάρα έλεγε “δίαιτα”, συμπεριλάμβανε και τη δική του διατροφή.

– Πάω να ντυθώ! τον ενημέρωσε κι εξαφανίστηκε στην κρεβατοκάμαρα

***

Λίγα λεπτά αργότερα, η Βαρβάρα ήταν έτοιμη μπροστά στην πόρτα και χτένιζε τα μαλλιά της. Είχε φορέσει ένα μακρύ, μαύρο φόρεμα και πανύψηλες γόβες.

– Μπορείς να περπατήσεις μ’ αυτά; ρώτησε διστακτικά ο Μανώλης

– Τα ψηλά τακούνια μακραίνουν τη σιλουέτα, Μάνο μου. Και το μαύρο, κόβει, άρα τώρα φαίνομαι πανύψηλη και παναδύνατη, ε; του χαμογέλασε

– Ναι, ναι… είπε εκείνος

– Πάμε! είπε η Βαρβάρα γεμάτη αυτοπεποίθηση. Τι είναι αυτό; ρώτησε με τρόμο, δείχνοντας το λευκό κουτί με τον κόκκινο φιόγκο που κρατούσε τώρα ο Μανώλης

– Η τούρτα που πήραμε για την νονόκα… είπε διστακτικά

– Απ’ τον κυρ Ανέστη την πήρες; Αυτή με την καραμέλα και τα αμύγδαλα; Που είναι γεμάτη σοκολάτα κι από πάνω… τον κοιτούσε λιγωμένη

– Ναι, αυτή πήρα, την αγαπημένη σου. Την είχαμε πάει και πέρσι στη νονόκα και πολύ της είχε αρέσει!

– Η… νονόκα έχει ζάχαρο, Μάνο μου! Και για να μη τη βλέπει και τη λιγουρεύεται, μας είχε υποχρεώσει να τη φάμε εμείς όλη πριν φύγουμε! 

– Όταν λες ‘μας είχε υποχρεώσει’, εννοείς που σε είχε ρωτήσει αν θες ακόμη λίγο και κατέληξες να φας τέσσερα κομμάτια; την κοίταξε αγανακτισμένος

Η Βαρβάρα στένεψε τα μάτια και σούφρωσε τα χείλη.

– Προχώρα, Μάνο μου! Προχώρα και μας περιμένει κι η… νονόκα. Προχώρα και δίαιτα! Από αύριο… 

Κική Γιοβανοπούλου

***Αν θα ήθελες να διαβάσεις κι άλλες ιστορίες με την Βαρβάρα & τον Μανώλη, πάτα ένα like!***

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

 

 

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading