Την ησυχία του μισοφωτισμένου δωματίου διέκοπτε το ρυθμικό «ταπ ταπ» των ακροδακτύλων του στο μπράτσο της βελούδινης πολυθρόνας. Ο Γρηγόρης έπινε μικρές συχνές γουλιές από το γεμάτο κονιάκ ποτήρι του, που έκαναν το μήλο του Αδάμ του ν’ ανεβοκατεβαίνει νευρικά. Κοίταξε το μισοτελειωμένο μπουκάλι δίπλα του και το πρόσωπό του συνοφρυώθηκε ακόμη περισσότερο.
«Πού είναι; Τι κάνει τόσες ώρες;», αναρωτήθηκε ακόμη μια φορά κι έσφιξε με δύναμη το ποτήρι, καθώς ένιωθε την ανυπομονησία του να ξεχειλίζει και να τον πνίγει, παρόλο που κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να την καταπνίξει.
Μαζί με την ανυπομονησία του, ήταν όμως κι αυτό το ενοχλητικό συναίσθημα που ένιωθε και δεν μπορούσε τόσες ώρες να εξηγήσει τι ήταν. Ό,τι κι αν ήταν, πυροδοτήθηκε την ώρα που την είδε να κατεβαίνει την ξύλινη σκάλα του σπιτιού τους μέσα σε ‘κείνο το βελούδινο κόκκινο φόρεμα που χάιδευε το όμορφο κορμί της. Ένα γρήγορο βλέμμα γύρω του ήταν αρκετό για να δει όλα εκείνα τ’ αντρικά βλέμματα που καρφώθηκαν πάνω της ξεδιάντροπα. Από εκείνη την ώρα πήρε να ιδρώνει και να ξεϊδρώνει κι όταν την κράτησε στην αγκαλιά του για να χορέψουν και μύρισε το άρωμά της, η καρδιά του πήρε να χτυπά φρενιασμένα. Κι εκείνη έγερνε στο πλάι τον λαφίσιο λαιμό της κι έκανε τα σπαστά μαλλιά της, τα πιασμένα από τη μια μεριά, να τρεμουλιάζουν καθώς γελούσε και τον μάλωνε που έπαιρνε, λέει, εκείνο το τρομακτικό ύφος. Κι όταν πια τον άφησε και πήρε να χορεύει μ’ άλλους, ένιωσε σαν ν’ άδειασε, ένα αίσθημα κενού και θλίψης, πόνου και οργής. Και η οργή του φούσκωσε για τα καλά μόλις την είδε στην αγκαλιά του Κανελλόπουλου. Ποιος τον κάλεσε; Τι δουλειά είχε αυτός να έρθει στη γιορτή του; Φοβόταν ότι το ψυχρό προσωπείο που πάντοτε φορούσε θα έσπαγε και όλοι θα έβλεπαν ποιος πραγματικά είναι, γι’ αυτό βγήκε σαν κυνηγημένος στη βεράντα.
Κι εκεί, καθώς ο τσουχτερός γεναριάτικος αέρας έκανε τον ιδρώτα του μικρούς παγωμένους σβόλους, στεκόταν κοιτώντας τους ανθρώπους μέσα στη φωτισμένη σάλα με τ’ ακριβά κονιάκ στα χέρια και τις υπηρέτριες με τους ασημένιους δίσκους να στροβιλίζονται ανάμεσά τους, και πίσω τους τον μπουφέ με τα καλομαγειρεμένα φαγητά. Τότε σαν σαϊτιά, του καρφώθηκε η σκέψη. «Πού τα βρήκε τόσα λεφτά; Πού βρήκε τα λεφτά να φτιάξει αυτό το ακριβό φόρεμα με τα κεντίδια στη ράφτρα; Πού βρήκε τα λεφτά για όλα αυτά τα ποτά και τ’ ακριβά φαγητά; Πού βρήκε τα λεφτά για τις υπηρέτριες και τον λακέ; Πώς πλήρωνε τόσο καιρό την Πίστη, αφού αυτός αρνιόταν;».
Ο αέρας λυσσομανούσε, γονατίζοντας τους θάμνους και τα ξέφυλλα δέντρα στον κήπο τους. Λυσσομανούσε μέσα του και η οργή, και ήθελε να ορμήσει πάνω στον Κανελλόπουλο να τον ξεσκίσει. Ακόμη και τώρα, καθισμένος στην πολυθρόνα της κρεβατοκάμαράς τους περιμένοντάς τη, απορούσε πώς κατάφερε να παραμείνει ψύχραιμος σαν τον είδε να την οδηγεί εκτός της σάλας… Έκανε τον κύκλο του σπιτιού τρέχοντας και χώθηκε μέσα από την κουζίνα, όταν τους είδε να χώνονται στο δωμάτιο της Πίστης. Ο ξαφνικός πόνος στην καρδιά του έκανε τα χέρια του αδύναμα. Ακούμπησε το μέτωπό του στην πόρτα και τότε την άκουσε καθαρά…
Η πόρτα άνοιξε μαλακά και μια σκιά χώθηκε στο δωμάτιο. Η Αριάδνη περπάτησε διστακτικά στο μισοσκόταδο, πασπάτεψε το κρεβάτι και τράβηξε κάτω από το μαξιλάρι τη νυχτικιά της, κοιτώντας ανήσυχη κατά τη μεριά που θα έπρεπε πια να κοιμάται ο Γρηγόρης. Για να μην τον ξυπνήσει, είχε αφαιρέσει τα ψιμύθιά της και είχε χτενίσει τα μαλλιά της στον ξενώνα. Τραβούσε το φόρεμα πάνω από το κεφάλι της, όταν άκουσε τον ήχο του γυαλιού που ακουμπούσε με γυαλί, καθώς ο Γρηγόρης γέμισε το ποτήρι του.
«Ποιος είναι εκεί;», ψιθύρισε σαστισμένη, προσπαθώντας να διακρίνει μέσα στο σκοτάδι τα έπιπλα γύρω της.
«Ποιος ήθελες να είναι;», τη ρώτησε με βραχνή φωνή ο Γρηγόρης κι ήπιε μονοκοπανιά το υγρό που έκαψε τον λαιμό του.
«Δεν κοιμήθηκες;», τον ρώτησε μαλακά η Αριάδνη και προσπάθησε στα τυφλά ν’ ανάψει τη λάμπα στο κομοδίνο της.
«Κοιμόμουν… για πολύ καιρό…»
«Τι λες;», τον ρώτησε μην καταλαβαίνοντας η Αριάδνη, ρυθμίζοντας τη φλόγα στη λάμπα.
Ο Γρηγόρης σηκώθηκε απότομα, πετώντας το ποτήρι που κρατούσε στο πάτωμα με δύναμη θρυμματίζοντάς το, ενώ η Αριάδνη πετάρισε τα βλέφαρά της ξαφνιασμένη.
«Είσαι μεθυσμένος;»
Ένας καγχασμός του ξέφυγε. «Δεν είναι αστείο;», της είπε πλησιάζοντάς τη και κόλλησε το πρόσωπό του στο δικό της, χαϊδεύοντάς τη με την ανάσα του που μύριζε αλκοόλ.
«Ποιο πράγμα;», τραύλισε η Αριάδνη κι έκανε να πισωπατήσει, μα το χέρι του τη γράπωσε από τη μέση.
«Πως, ως μεθυσμένος, βλέπω τα πράγματα πιο καθαρά απ’ ό,τι νηφάλιος;». Η Αριάδνη τον κοίταξε μπερδεμένη.
«Ποια πράγματα;», ψέλλισε, προσπαθώντας να τραβήξει το πρόσωπό της, μα εκείνος άρπαξε το κεφάλι της και τη φίλησε άγρια, ρουφώντας και γλείφοντας τα χείλη της και τον λαιμό της, ενώ τα χέρια του πήραν να οργώνουν το κορμί της.
«Ώστε είμαι βαρετός και ψυχρός! Και τα κάνω όλα σαν τελετουργία!», της είπε άγρια ανάμεσα στα φιλιά, καθώς την ανασήκωσε και την ακούμπησε πάνω στο μπουντουάρ, αδειάζοντάς το από τα μπουκαλάκια με τ’ αρώματα που σκόρπισαν σε χιλιάδες μικρά διαμαντάκια στο πάτωμα.
Η Αριάδνη ξύπνησε από μια εκνευριστική ακτίνα φωτός που τρύπωνε μέσα από ένα κενό που άφηναν οι βαριές κουρτίνες. Ο Γρηγόρης ροχάλιζε ελαφρά δίπλα στο αυτί της, ενώ την μισοπλάκωνε με το κορμί του. Με τα πολλά κατάφερε να ξεγλιστρήσει, σηκώθηκε, άρπαξε τη ρόμπα της και βγήκε στον στενό διάδρομο. Έπειτα έγειρε πάνω στην πόρτα με την πλάτη της. Προσπάθησε να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της. Σήμερα θα έπρεπε να είναι, αν όχι χαρούμενη, τουλάχιστον ευχαριστημένη. Όλα ήταν τέλεια στην πρώτη της γιορτή ως οικοδέσποινα, οι καλεσμένοι έφυγαν χαρούμενοι και ικανοποιημένοι, τα πάντα ήταν πλούσια και καλόγουστα. Ακόμη και ο άντρας της επιτέλους, έστω και χάρις στο ποτό, χθες το βράδυ τη φίλησε. Και εδώ που τα λέμε, δεν τη φίλησε απλά… Ήταν τόσο τέλεια και τόσο… τρομακτικά. Φαινόταν σα να ήταν θυμωμένος μαζί της. Να έμαθε; Να κατάλαβε; Η καρδιά της έχασε ένα χτύπο.
Πήρε να κατεβαίνει τα σκαλιά σχεδόν τρέχοντας, μα ξάφνου πισωγύρισε, στάθηκε μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη της εισόδου και κοιτάχτηκε. Τα χείλη της φαίνονταν φουσκωμένα και μελανιές υπήρχαν στον λαιμό και τους ώμους της. Γούρλωσε τα μάτια της και πήρε ξανά να τρέχει, ώσπου χώθηκε στο δωμάτιο της Πίστης, την οποία πήρε να ταρακουνά.
«Ξύπνα! Ξύπνα!»
«Τι… τι έγινε;», μουρμούρησε μισοκοιμισμένη εκείνη και προσπάθησε να τη διώξει.
«Πρέπει να κατάλαβε!»
«Ε;»
«Πρέπει να κατάλαβε για τα λεφτά!»
«Εεε;», τινάχτηκε σαν ελατήριο η Πίστη πάνω. «Πώς; Σε ρώτησε; Τι του είπες;» την έλουσε με ερωτήσεις…
«Λες να του το ‘πε αυτός, ο γελοίος;»
«Ο Κανελλόπουλος;», ρώτησε σαστισμένη η Πίστη και η Αριάδνη έγνεψε καταφατικά.
«Μπορεί, αφού είδε ότι ο εκβιασμός του δεν έπιασε…». Η Αριάδνη στραβομουτσούνιασε.
«Τι μελανιές είναι αυτές;», τσίριξε ξαφνικά η Πίστη. «Σε χτύπησε;», αναφώνησε και την αγκάλιασε. Η Αριάδνη δεν πρόλαβε να απαντήσει, μια βραχνή κραυγή τις έκοψε.
«Καφέ!». Οι δύο κοπέλες κοιτάχτηκαν έντρομες και πετάχτηκαν πάνω αλαφιασμένες.
«Παναγία μου! Έμαθε!», ακούστηκε η πνιχτή κραυγή της Πίστης που έκλεισε το στόμα της με τα χέρια της. Οι δύο τους αγκαλιάστηκαν.
«Τώρα!», ακούστηκε σαν πιστολιά η διαταγή και οι δυο πετάχτηκαν έξω από το δωμάτιο κι έτρεξαν κατά την κουζίνα, όταν η φωνή ακούστηκε πιο μαλακή, «Αριάδνη, έλα πάνω!».
Οι δύο κοπέλες κοίταξαν τον Γρηγόρη που στεκόταν στην κορυφή της σκάλας και η Αριάδνη, ρίχνοντας απελπισμένες ματιές στην Πίστη, ανέβηκε αργά τα σκαλιά και τον ακολούθησε ως το υπνοδωμάτιό τους. Ο Γρηγόρης γύρισε απότομα κι έκλεισε την πόρτα πίσω της, πέφτοντας σχεδόν πάνω της και κολλώντας τη με την πλάτη στην πόρτα. Η Αριάδνη δάγκωσε το χείλι της και τον κοίταξε ξαφνιασμένη.
«Καλημέρα», της είπε και χαμογέλασε πλατιά.
«Καλημέρα», ανταπάντησε εκείνη φανερά μπερδεμένη, αποφεύγοντας το βλέμμα του.
«Ας πιούμε πρώτα έναν καφέ και μετά θα ξεκαθαρίσουμε κάποια “πραγματάκια”», είπε με απειλητικό τόνο ο Γρηγόρης και, αφήνοντάς την, κάθισε στην πολυθρόνα.
Εκείνη στεκόταν ακόμα αμήχανη, ενώ έδενε και ξέδενε το κορδόνι της ρόμπας της. Τότε ο Γρηγόρης της έκανε νόημα να πλησιάσει. Στάθηκε από πάνω του διστακτική, όταν εκείνος την άρπαξε από το χέρι, την κάθισε πάνω στα πόδια του και την έσφιξε πάνω του.
«Συγγνώμη…», της ψέλλισε. «Είμαι ανόητος». Η Αριάδνη γούρλωσε τα κανελιά της μάτια.
«Σας άκουσα χθες… Αυτό το κάθαρμα, όταν είδε ότι δεν μπορούσε να σε πείσει αλλιώς, έβαλε μπροστά τον εκβιασμό. Και για όλα φταίω εγώ. Συγγνώμη…. Αν ήμουν σωστός σύζυγος, δε θα σ’ είχα φέρει σ’ αυτήν τη θέση. Δε θα χρειαζόταν να βάλεις ενέχυρο ακόμη και το δαχτυλίδι που σου έκανε δώρο η μητέρα μου, για να βρεις χρήματα να κάνεις όλα αυτά χθες… Θα έπρεπε να μπορείς να απευθυνθείς σε εμένα. Ό,τι και αν συμβεί, θα πρέπει πάντα να μπορείς να μου μιλήσεις. Το καταλαβαίνεις, έτσι; Δε χρειάζεται να μου κρύβεις πράγματα ή το τι νιώθεις…»
Η Αριάδνη ανέστρεψε το υγρό βλέμμα της και δάγκωσε τα χείλη της πιο δυνατά, ενώ η ειρωνεία ήταν διάχυτη στο βλέμμα της. Ο Γρηγόρης τα χάιδεψε με τον γδαρμένο και πρησμένο αντίχειρά του.
«Αν ήμουν σωστός σύζυγος, δε θα αμφέβαλλες ποτέ για μένα… Ότι νοιάζομαι…», ξεροκατάπιε και βύθισε το βλέμμα του στο βλέμμα της. «Και κάτι παραπάνω…», πρόσθεσε αμήχανα και απέστρεψε τα μάτια του. Η Αριάδνη παρατηρούσε το πρόσωπό του, τις μικρές εκείνες συσπάσεις που το μεταμόρφωσαν σύντομα σ’ ένα ψυχρό προσωπείο.
Ένα διστακτικό χτύπημα στην πόρτα ακούστηκε και η Πίστη μπήκε μέσα κρατώντας τον δίσκο. Το βλέμμα του έγινε πύρινο και τα φρύδια του μια μονοκονδυλιά. Τα χέρια της Πίστης τρεμούλιασαν και τα εύθραυστα φλυτζάνια ξεφώνισαν τρομαγμένα.
«Άφησε τα εδώ», της είπε χαμογελώντας ενθαρρυντικά η Αριάδνη, ενώ με το δάχτυλό της πάτησε το μέτωπό του στο σημείο που αυλάκωνε η κάθετη ρυτίδα, κάνοντας τον τρομακτικό. Ο Γρηγόρης αναστέναξε και τα χείλη του τραβήχτηκαν σ’ ένα ελαφρύ μειδίαμα. Η Πίστη αποχώρησε κοιτώντας τους με μάτια που σπίθιζαν πονηριά. Τότε ο Γρηγόρης ξερόβηξε και πήρε πάλι το σοβαρό του ύφος.
«Αύριο θα πάω να πάρω πίσω το δαχτυλίδι σου».
«Δε χρειάζεται…», του είπε η Αριάδνη σε τόνο αδιάφορο, αφήνοντας τον εμβρόντητο, καθώς του πρόσφερε το ένα φλιτζάνι.
«Κοίτα, αυτά τα πράγματα που έβαλα ενέχυρο…», ξεκίνησε να λέει με γοργό ρυθμό η Αριάδνη.
«Πράγματα;», την έκοψε κεραυνοβολημένος ο Γρηγόρης.
«Πράγματα, αυτά τα πράγματα που εξαφανίζονταν…», είπε πιο διστακτικά η Αριάδνη που ένιωσε να χάνει το κουράγιο της.
«Είναι πολλά;»
«Ε… πολλά… Πολλά δεν τα λες…», έκανε αόριστα η Αριάδνη ξεροκαταπίνοντας κι έστρεψε το βλέμμα της αλλού, ενώ έκανε να σηκωθεί, αλλά ο Γρηγόρης την έσφιξε, πονώντας τη. «Τέλος πάντων, το σπίτι έχει έξοδα!», αναφώνησε αγανακτισμένη η Αριάδνη, μόλις κατάφερε να ελευθερωθεί και παίρνοντας μια απόσταση ασφαλείας από αυτόν. «Κάπως έπρεπε να πληρωθούν! Και ήταν πράγματα άχρηστα, κακόγουστα! Δεν τα χρειαζόμασταν, ενώ το να έχουμε παγοκιβώτιο, θερμοσίφωνα και ηλεκτρικούς λαμπτ…».
«Δεν τα πλήρωσαν αυτά οι γονείς σου;», αναφώνησε ο Γρηγόρης και τινάχτηκε πάνω! Η Αριάδνη απάντησε με ένα “τσ”.
«Δεν τα θεωρούν σημαντικά», πρόσθεσε μαγκωμένη βλέποντάς τον να την κοιτά μ’ ανοιχτό το στόμα.
«Δηλαδή, εσύ τόσους μήνες έβαζες ενέχυρο…»
«Ή πουλούσα…», πρόσθεσε χαμηλόφωνα η Αριάδνη
«Ή πουλούσες… Τι;»
«Άχρηστα πράγματα, γυαλικά, πορτατίφ, μαχαιροπίρουνα… Τέλος πάντων, δώρα του γάμου και πράγματα που δε μου άρεσαν!»
«Και το δαχτυλίδι της μάνας μου;», έκρωξε ο Γρηγόρης κοιτώντας τη με το κουκουβαγίσιο βλέμμα του. Η Αριάδνη σούφρωσε τη μύτη της αστεία κι έσφιξε τα χείλη της κοιτώντας τον απολογητικά.
«Ναι, αλλά σκέψου ότι το έδωσα σε τριπλάσια τιμή απ’ ό,τι αν το έδινα σ’ ενεχυροδανειστή!», είπε έπειτα από λίγο.
«Κοίτα, που έπρεπε να τον λυπηθώ τον άνθρωπο, αντί να τον σακατέψω, μικρή μαυραγορίτισσα!», αναφώνησε ο Γρηγόρης και κόλλησε το πρόσωπό του στο δικό της.
«Τον χτύπησες; Πότε;», ψέλλισε η Αριάδνη σαστισμένη.
«Τι να έκανα; Ν’ ανεχόμουν να εκβιάζει τη γυναίκα μου;»
«Μα δε χρειαζόταν! Τον είχα βάλει στη θέση του εγώ!»
«Ναι, κάτι πήρε το αυτί μου…», της είπε ο Γρηγόρης και τα μελιά του μάτια σπίθισαν «Αμ πήρες τα λεφτά του, αμ του είπες κατάμουτρα ότι είναι γέρος και θα έπρεπε να σοβαρευτεί επιτέλους, τώρα που δεν θα μπορεί πια να ανταπεξέλθει όπως παλιά!»
«Ε, τι ψέματα του είπα; Αφού είναι!», είπε κυνικά η Αριάδνη και πρόσθεσε πιο σιγανά κοιτώντας τον πονηρά κάτω από τις βλεφαρίδες της «Και ότι δεν συγκρίνεται με τον άντρα μου του είπα…». Ο Γρηγόρης χαμογέλασε πλατιά και τη φίλησε.
«Να το προσέξεις όμως αυτό… Μη σου γίνει συνήθεια να κατασκοπεύεις ανθρώπους, ε;», τον μάλωσε ναζιάρικα η Αριάδνη που αναθάρρησε.
«Αν ήσουν ειλικρινής από την αρχή…»
«Αν μπορούσες να μ’ εκτιμήσεις από την αρχή…», του είπε με δεικτικό τόνο η Αριάδνη. Ο Γρηγόρης βύθισε το βλέμμα του στο δικό της, ένα βλέμμα καθαρό, ζεστό, ανθρώπινο που έκανε την καρδιά της να φτερουγίσει.
«Ναι, απ’ ό,τι φαίνεται πολλά πράγματα δεν εκτίμησα σωστά…»
Αναστασία Χ.
Τέλος
