“Αφού ξέρεις… Δεν χρειάζεται να κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας!”
Οχτώ λέξεις καρφώθηκαν στην καρδιά της και το ‘κρακ’ της έσκισε τα σωθικά…
…
“Ρε Μάνο, σταμάτα να με κουνάς. Θα μου το χαλάσεις και στο ορκίζομαι θα αρχίσω να τσιρίζω!”. Τα χέρια της Έλλης, λερωμένα από τον πηλό, χάιδευαν ευλαβικά το βάζο που στριφογυρνούσε μπροστά της.
Ο Μάνος δίπλα της προσπαθούσε και εκείνος να φτιάξει το δικό του βάζο, αλλά μάταια. Όσες φορές το έβαζε σκοπό, παραιτούνταν στο τέταρτο και τότε ξεκινούσε τα πειράγματα στην Έλλη. Κάθε φορά, η ίδια ιεροτελεστία. Στο τέλος όμως αυτής της ημέρας, η Έλλη είχε τα δέκα βάζα που χρειαζόταν και ο Μάνος είχε πιει απλά τέσσερις καφέδες.
“Μάνο! Τελείωνε! Μην με κουνάς! Θα τσακίσει και θα σε τσακίσω! Ασχολήσου με κάτι άλλο βρε πουλάκι μου και άσε με να τελειώσω! Ρε κακός μπελάς!”. Η Έλλη, όσο και έσπαγαν τα νεύρα της, πετούσε στα σύννεφα που τον είχε εκεί μαζί της.
Ο Μάνος. Ο Μάνος της.
Ο καλύτερος της φίλος και ο έρωτας της ζωής της ταυτόχρονα εδώ και χρόνια. Δύο τελείως διαφορετικοί άνθρωποι μα ταυτόχρονα τόσο ίδιοι. Γνωρίστηκαν πριν πολλά χρόνια σε ένα ταξίδι. Είχαν μπει σε μια ομάδα που κάνουν οι άνθρωποι σόλο ταξίδια και είχαν αποφασίσει να πάνε στην Ιταλία. Ξεκίνησαν λοιπόν δέκα ξένοι άνθρωποι μεταξύ τους να τριγυρίζουν την αιώνια πόλη. Η Έλλη ήταν τρομοκρατημένη για αυτό το ταξίδι. Πρώτη φορά θα πήγαινε κάπου μόνη της και ας είχε άλλους εννιά μαζί. Κανένας δεν γνωριζόταν με κανέναν και αυτό το έκανε ακόμα πιο τρομακτικό στα μάτια της.
Ένα βράδυ ήταν όρθια σε ένα σκαλάκι στην πιάτσα ντε Σπάνια τρώγοντας παγωτό και κάποιος παραπάτησε, έπεσε πάνω της και εκείνη γλίστρησε. Αν δεν ήταν αυτό το χέρι να την τραβήξει, θα είχε πέσει άσχημα.
“Είσαι καλά;”
“Ναι, ναι! Σε ευχαριστούμε πολύ!”
“Εσύ πρέπει να είσαι η Έλλη, ε; Είναι πολύ άβολο να μας φωνάζουν συνέχεια μέχρι να γνωριστούμε μεταξύ μας!”.
Η Έλλη τον κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα και η εικόνα του ήρθε το μυαλό της. Είναι εκείνος ο ψηλός από το ταξίδι της. Ο Μάνος.
“Και εσύ ο Μάνος. Ο τύπος με το κίτρινο μπουφάν!”. Άρχισαν να γελούν και να μιλούν ακατάπαυστα. Το σπρώξιμο και το μπουφάν ήταν η αιτία να γίνουν αχώριστοι.
Οι ζωές τους κυλούσαν παράλληλα μα και χώρια. Σε εκείνο το ταξίδι μίλησαν για τις χώρες και τα τραύματά τους. Η Έλλη ήταν ιδιοκτήτρια καφέ στο κέντρο και τον ελεύθερο της χρόνο έκανε κεραμική. Είχε κάνει εκείνο το ταξίδι δώρο στον εαυτό της. Είχε ζοριστεί πολύ οικονομικά για να ανοίξει το καφέ οπότε ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει. Ο Μάνος δούλευε σε μία ναυτιλιακή εταιρεία ενώ είχε ποσοστά και σε ένα νυχτερινό μαγαζί στην Αθήνα. Στο ελεύθερο χρόνο χρόνο του έκανε γυμναστική και είχε κάνει αυτό το ταξίδι για να ξεπεράσει τον θάνατο του πατέρα του.
Παραμονή της επιστροφής τους στην Αθήνα, έκαναν έρωτα. Κανένας από τους δύο δεν κατάλαβε πώς. Ένα φιλί που ήρθε τυχαία και μετά γυμνοί κάτω από τα σεντόνια να χαζεύουν αγκαλιά τον ουρανό από το παράθυρο και να γελούν σαν να είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. Το επόμενο μεσημέρι χωρίστηκαν στον αεροδρόμιο με ένα φιλί και ο καθένας συνέχισε τη ζωή του.
Αμ, δε! Βρέθηκαν στο μαγαζί του Μάνου λίγες μέρες μετά τυχαία και ήταν σαν να μη χωρίστηκαν ποτέ. Έκτοτε ήταν όντως αχώριστοι και φίλοι. Δεν μίλησαν ποτέ για εκείνο το βράδυ στη Ρώμη.
“Μάνο! Μισό λεπτό… Μισό λεπτό! Μην με κουνάς. Θα στραβώσει. Θα στραβ…”. Σιωπή. Το βάζο που στριφογυρνούσε πάνω στο τραπέζι είχε χαλάσει μα γυρνούσε αγέρωχο πάνω στον δίσκο. Η Έλλη το κοιτούσε στα χαμένα και ο Μάνος χαιρόταν που επιτέλους η Ελλίτσα είχε βγει από τη ζώνη ασφαλείας της.
Έτσι ήταν η Έλλη. Όλα σε κουτιά και αυτό ήταν κάτι που λάτρευε ο Μάνος σε εκείνη. Ήταν ο βράχος του. Το στήριγμά του από το πρώτο εκείνο βράδυ στη Ρώμη. Είχε κάτι πάνω της που τον τραβούσε. Την ήθελε και σαν φίλη αλλά και τον έλκυε σαν γυναίκα και όλο αυτό τον μπέρδευε μα του άρεσε. Όταν χωρίστηκαν στην Αθήνα, ήθελε τόσο πολύ να τη βρει, αλλά θεώρησε πως έφταιγε απλά το ταξίδι που τους έφερε κοντά και τέλος. Όταν την είδε μπροστά του μετά από μέρες στο μαγαζί, η καρδιά του φτερούγησε δυνατά και φρόντισε να την χωρίσουν ποτέ.
“Έλλη; Έλλη, είναι τέλειο! Μοναδικό!”. Της είπε ενώ έβλεπαν το βάζο να στριφογυρίζει. Η Έλλη τον κοίταξε πανικόβλητη. “Όχι! Αλήθεια σου λέω! Είναι τέλειο!”, συνέχισε ο Μάνος. Η Έλλη σταμάτησε τον περιστρεφόμενο δίσκο και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Ο Μάνος ανατρίχιασε.
“Δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις για δέκα λεπτά; Ε, Μάνο μου; Μέχρι να δω τι θα κάνω με αυτό το βάζο;”. Τον κοιτούσε μέσα στα μάτια. Ο Μάνος χαμογέλασε.
“Ok, θα πάω έξω να μιλήσω με τη Μαρίνα!”. Σιωπή. Η Έλλη γούρλωσε τα μάτια. Έβαλε με αστραπιαία ταχύτητα το μυαλό της να σκεφτεί ποια είναι η Μαρίνα και τότε θυμήθηκε την μελαχρινή παρουσία στο μαγαζί του Μάνου πριν από καμιά δεκαπενταριά μέρες. Εκείνη που του την έπεφτε ασύστολα και απροκάλυπτα και εκείνος γελούσε σαν παιδαρέλι.
“Με τη Μαρίνα;”, ρώτησε η Έλλη και ο Μάνος έβγαλε το κινητό από την τσέπη και το κούνησε μπροστά της.
“Αφού ξέρεις… Δεν χρειάζεται να κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας!”, είπε ο Μάνος φιλώντας τη στο μέτωπο λίγο πριν βγει έξω στο πεζοδρόμιο.
Οχτώ λέξεις καρφώθηκαν στην καρδιά της Έλλης και το ‘κρακ’ της έσκισε τα σωθικά… Ήξερε ότι ο Μάνος είναι γυναίκας, αλλά τόσα χρόνια που ήταν φίλοι, ποτέ δεν της είχε αναφέρει κάποια με αυτόν τον τρόπο. Πάντα υπήρχαν γυναίκες αλλά ποτέ έτσι. Τώρα γιατί; Πήρε το στραβό βάζο από μπροστά της και έβαλε ένα καινούργιο κομμάτι πηλό. Ήθελε κάτι να της σταματήσει τις σκέψεις και τα δάκρυα.
“Έλλη; Πού είσαι;”. Η φωνή του Μάνου ακούστηκε από τον προθάλαμο του εργαστηρίου.
“Έρχομαι! Μπορείς να πάρεις τα βάζα και να τα πας στο αμάξι; Είναι εκεί δίπλα στην βιτρίνα!”. Η Έλλη ήταν στο μπάνιο και έριχνε νερό στα κατακόκκινα μάτια της. Της είχε στοιχίσει πολύ το “αφού ξέρεις…”. Ίσως ήταν η πρώτη φορά που πίστεψε πως θα τον χάσει.
Μέσα στο αμάξι, ο Μάνος την περίμενε χαμογελαστός. Η Έλλη μπήκε μέσα και δεν τον κοίταξε καν.
“Λοιπόν… Πάμε για φαγητό; Έχω βρει ένα ταβερνάκι…”
“Μπορείς να με πας σπίτι;”. Καμία απάντηση.
“Έλλη; Τι έγινε; Γιατί θες να πας σπίτι; Δεν νιώθεις καλά;”
“Θέλω απλά να πάω σπίτι. Μπορείς;”.
“Ωραία! Πάμε σπίτι. Θα παραγγείλουμε και θα δούμε ταινία”
“Όχι… Θέλω να πάω σπίτι μόνη μου!”.
Στο άκουσμα των λέξεων ο Μάνος ανακάθισε. Πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια όπου η Έλλη ήθελε να μείνει μόνη της. Συνήθως έκαναν όλα τα πράγματα μαζί και απλά χωρίζονταν για ύπνο. Βέβαια τον τελευταίο καιρό έμενε πότε η Έλλη και εκείνον και πότε εκείνος στην Έλλη. Είχε ο ένας πράγματά του στο σπίτι του άλλου. Ο Μάνος ένιωσε τον αέρα του να λιγοστεύει. Έσβησε το αμάξι και γύρισε να την κοιτάξει.
“Έλλη; Κοίτα με!”. Την έπιασε από το πηγούνι και τη γύρισε προς το μέρος του. Τα κατακόκκινα μάτια της, τον διέλυσαν. “Ει… Αγάπη μου… Γιατί κλαις;”.
Τα μάτια της Έλλης έτρεχαν ασταμάτητα. Τον κοιτούσε και σπάραζε η ύπαρξή της. Εκείνος έβαλε το χέρι του στα μάγουλά της για να σταματήσει τη ροή.
“Σε αγαπάω. Αυτό συμβαίνει. Και όχι μόνο σαν φίλο. Δεν ξέρω πότε ξεκίνησε αυτό. Αν υπήρχε από το βράδυ εκείνο στη Ρώμη ή αν προέκυψε στην πορεία. Δεν θέλω και δεν μπορώ να λειτουργήσω χωρίς εσένα. Ναι ok, υπήρξαν και άλλοι όλα αυτά τα χρόνια, αλλά τίποτα σοβαρό. Όπως και στη δικιά σου τη ζωή, όμως καμία όπως τώρα. Και όχι… Δεν ξέρω τι συμβαίνει με εσένα και τη Μαρίνα. Από πού να ξέρω; Γιατί να ξέρω;”. Και δώσε κλάμα με αναφιλητά.
Ο Μάνος δεν έχασε στιγμή. Δεν άντεχε να την βλέπει έτσι. Καλύτερα να πονούσε εκείνος και παρά η Έλλη. Την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε. Η Έλλη γούρλωσε τα μάτια και τον έσπρωξε..
“Τι κάνεις;”
“Αυτό που έπρεπε να κάνω εδώ και καιρό!”. Την άρπαξε και τη φίλησε ξανά και μεγαλύτερο πάθος και πόθο. Η Έλλη τον έσφιξε επάνω της και βάθυνε το φιλί. Τα χέρια του ταξίδεψαν στο κορμί της. Τα ρούχα της τον εμπόδιζαν να τη νιώσει ολοκληρωτικά. Η Έλλη τον σταμάτησε. Ο Μάνος την κοίταξε με απορία..
“Είναι όλο λάθος! Εμείς… όχι! Εσύ… Η Μαρίνα… Είμαστε φίλοι…”.
“Άκουσέ με, σε παρακαλώ. Η Μαρίνα είναι η αρχιτέκτονας που θα φτιάξει το σπίτι μου. Το σπίτι μας. Το ξέρεις. Το έχουμε συζητήσει. Πάει αυτό… Έλλη μου, είμαι τόσο ερωτευμένος μαζί σου, που κανένας και τίποτα δεν μπορεί να με κρατήσει μακριά σου. Εκείνο το βράδυ στη Ρώμη ήταν η αρχή. Μετά δεν σε κυνήγησα, γιατί δεν ήξερα αν νιώθεις το ίδιο και συμβιβάστηκα με τη φιλία. Τώρα όμως ξέρω… Ξέρω ότι σε θέλω για πάντα! Σε αγαπάω, αγάπη μου!”.
Η Έλλη πετάχτηκε από το κάθισμά της και τον φίλησε με όλη της την αγάπη και τον έρωτα. Ο Μάνος την έκλεισε στην αγκαλιά του.
“Πάμε σπίτι μας;”, τη ρώτησε. “Θέλω να σου δείξω τα σχέδια. Έχουμε φτιάξει και παιδικό δωμάτιο!”.
Η Έλλη πριν πει το “ναι”, έψαξε να βρει την κούτα με τα βάζα που είχε φτιάξει. Άπλωσε το χέρι της και έβγαλε από μέσα το στραβό βάζο. Τα μάτια του Μάνου έλαμψαν από χαρά.
“Θέλω να μου βρεις έναν χώρο και για αυτό!”, του είπε γελώντας και φανερά συγκινημένη. Ο Μάνος το πήρε από τα χέρια της, το έβαλε στην κούτα και την φίλησε ξανά.
“Θα το βάλουμε δίπλα από τη φωτογραφία του γάμου μας. Σύμφωνοι;”
“Σύμφωνοι!”.
Κατερίνα Μοχράνη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
