Μερικά χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Θανάσης αποφάσισε να δωρίσει τα ρούχα και τα πράγματά του. Εκεί που νόμιζε ότι είχε βρει την δύναμη να συνεχίσει, ανακάλυψε κάτι που πάγωσε ξανά τον χρόνο.
Το γράμμα που κρατούσε στα χέρια του το βρήκε μέσα σε έναν σκονισμένο φάκελο ανακατεμένο με παλιά χαρτιά του μπαμπά του. Δεν χωρούσε αμφιβολία ότι ήταν ο γραφικός του χαρακτήρας. Η γυναίκα όμως στην οποία απευθυνόταν στο τρυφερό αυτό γράμμα δεν ήταν η μητέρα του. Ήταν μια άλλη γυναίκα.
«Αγάπη μου,
Ξέρεις πόσο σε νοιάζομαι αλλά πρέπει να της πω την αλήθεια. Κάθε φορά που με κοιτάζει η Μαρία νιώθω ότι θα τα καταλάβει όλα. Δεν μετανιώνω, αλλά δεν μπορώ να κρύβομαι άλλο και να λέω ψέματα. Η φυγή σου δεν έλυσε τίποτα. Το κενό είναι μεγάλο. Σε παρακαλώ, έλα από το σπίτι όταν θα λείπει η Μαρία να μιλήσουμε μόνοι μας. Θα βρούμε μια λύση»
Ο πατέρας του ήταν το πρότυπό του και η προδοσία αυτή τον διέλυσε. Βέβαια πάντα αισθανόταν ότι υπήρχε μια απόσταση ανάμεσα στους γονείς του. Τώρα όμως έμαθε γιατί και ο λόγος δεν ήταν αυτός που περίμενε. Όλα τα ζευγάρια έχουν τα πάνω και τα κάτω τους. Ποτέ όμως δεν είδε χαμογελαστή την μητέρα του και τώρα ήξερε ότι έφταιγε ο μπαμπάς του. Θυμήθηκε τα Κυριακάτικα τραπέζια που μαγείρευε ο πατέρας του. Έβαζε μουσική και ξεκινούσε να ετοιμάζει το φαγητό, δήθεν για να ξεκουράσει την μαμά. Γελούσε, έκανε αστεία, προσπαθούσε να της φτιάξει την διάθεση. Οι τύψεις τον έτρωγαν! Ο “κύριος ηθικός” που μισούσε τα ψέματα. Ήταν ο πιο μεγάλος υποκριτής!
Ζάρωσε το γράμμα στα χέρια του και έψαξε να βρει περισσότερα. Κάπου θα υπήρχε ένα επώνυμο, μια διεύθυνση. Αυτό το γράμμα δεν το είχε τελειώσει και δεν το είχε στείλει ποτέ ο πατέρας του. Όμως ίσως είχε ταχυδρομήσει κάποιο άλλο. Άδειαζε με μανία τις κούτες σηκώνοντας σύννεφα σκόνης στον αέρα.
«Να το!» πήρε στα χέρια του την απάντηση που έψαχνε.
Τώρα είχε διεύθυνση! Το διάβασε στα γρήγορα και αηδίασε για ακόμα μια φορά. Φαινόταν ότι αυτή η γυναίκα τον ευχαριστούσε για όλα όσα της πρόσφερε αλλά δεν πίστευε ότι μπορεί να γίνει κάτι που θα αλλάξει την κατάσταση. Οι γονείς του είχαν φύγει από την ζωή και οι δύο. Αυτή όμως η γυναίκα ήταν η αιτία της δυστυχίας της μητέρας του και έπρεπε να την κάνει να πληρώσει έστω και τώρα.
Δεν κρατιόταν! Ήθελε τόσο πολύ να την ξεμπροστιάσει. Να μην νομίζει ότι έμεινε μυστική η σχέση της με τον πατέρα του. Ήθελε να την κοιτάξει στα μάτια και να την κάνει να ντραπεί. Ήθελε να της μιλήσει τόσο άσχημα που να την κάνει να βάλει τα κλάματα από τις τύψεις. Ήθελε να δώσει ένα τέλος λες και αυτό θα έφερνε την δικαίωση στην ψυχή της μητέρας του.
Δύο ώρες μετά, βρέθηκε έξω από ένα σπίτι με αυλή σε ένα ερημικό χωριό. Σε αυτό το απομονωμένο μέρος ζούσε εκείνη η γυναίκα. Πώς στο καλό συναντιόνταν εκεί πέρα με τον πατέρα του; Δεν είχε σημασία. Το κακό είχε γίνει και είχε βάλει και αυτή το χεράκι της.
Την είδε να κάθεται αμέριμνη στην αυλή και να διαβάζει ένα βιβλίο. Φορούσε γυαλιά και είχε τα μαλλιά της πιασμένα χαμηλά. Η ηλικία της δεν τον σταμάτησε. Δεν θα την σεβόταν όπως ούτε εκείνη σεβάστηκε την οικογένειά του.
«Ποιος είσαι;» τον ρώτησε και η φωνή της έτρεμε έτσι όπως τον έβλεπε να έρχεται απειλητικά κοντά της.
«Είμαι ο Θανάσης. Ο γιος του Μάνου. Τον θυμάσαι;» πέταξε τα γράμματά τους πάνω στο τραπέζι. «Εσύ είσαι η αγάπη του;» την ρώτησε κοροϊδευτικά.
«Αγάπη είναι το όνομά μου. Είμαι η θεία σου!»
«Τι; Δεν ντρέπεσαι καθόλου; Είχες σχέση με τον άντρα της αδερφής σου;»
«Μη φωνάζεις! Είναι ο γιος μου εδώ!»
«Και φοβάσαι μην μάθει τα καμώματα της μάνας του;»
«Δεν ξέρεις τι λες! Ήρθες να με κατηγορήσεις χωρίς να ξέρεις τι είχε συμβεί!»
«Μαμά, τι είναι αυτές οι φωνές; Ποιος είναι αυτός;»
«Ο ξάδερφός σου», κατέβασε τα μάτια της η Αγάπη.
«Μάλιστα. Άκουσέ με καλά. Μην τολμήσεις να της μιλήσεις ξανά με αυτόν τον τρόπο. Αν θες να μάθεις την αλήθεια, κλείσε το στόμα σου και κάτσε κάτω. Αλλιώς σήκω και φύγε και μην ξαναπλησιάσεις την μητέρα μου!»
Ο Θανάσης υπάκουσε ξαφνιασμένος και έκατσε απότομα στο τραπέζι. Έτρεμε ολόκληρος από τα νεύρα του. Ο άντρας αυτός φαινόταν κοντά στην ηλικία του και τον διέταζε λες και ήταν κανένα μικρό παιδί. Η γυναίκα έκατσε και αυτή απέναντί του ενώ ο γιος της στάθηκε στο πλάι της. Είχε μια ήρεμη έκφραση στο πρόσωπό της, λες και είχε συμφιλιωθεί με το παρελθόν. Μια γαλήνη που ο Θανάσης δεν είχε δει ποτέ στο πρόσωπο της δικής του μητέρας.
«Πριν τριάντα δύο χρόνια, πέθανα για την οικογένειά μου. Από την στιγμή που έμεινα έγκυος στον γιο μου. Είναι ένα παιδί εκτός γάμου. Ήμουν πια νεκρή, ειδικά για την μητέρα σου. Δεν ήθελε να έχει καμία σχέση μαζί μου. Με θεωρούσε την ντροπή της οικογένειας. Ο πατέρας σου ήταν καλός άνθρωπος, Θανάση. Ήταν εκείνος που με βοήθησε. Αυτή ήταν η κρυφή ‘σχέση’ που είχα μαζί του. Ήταν ο προστάτης μου»
«Νόμιζα πως… Δεν ήξερα».
«Δεν ήξερες ή δεν ήθελες να μάθεις, παιδί μου; Θόλωσες τόσο πολύ από όσα διάβασες στο γράμμα που σκέφτηκες αμέσως το χειρότερο. Δεν πρόσεξες καν ότι το επώνυμο ήταν ίδιο με της μαμάς σου. Δεν πρόσεξες καν ότι η προσφώνηση αγάπη ήταν το όνομά μου. Ήθελες μόνο να ανακαλύψεις πού μένω για να έρθεις να με ξεμπροστιάσεις…»
«Έχεις δίκιο…Συγγνώμη…»
«Θες να μάθεις την υπόλοιπη αλήθεια;»
«Ναι, σε παρακαλώ»
«Οι γονείς μου και η αδερφή μου με έδιωξαν από το σπίτι για να μην χαλάσει η εικόνα της τίμιας οικογένειας στο χωριό. Παρακαλούσα την μητέρα σου να μου μιλήσει ξανά. Μου είχε πει ότι θα το έκανε μόνο αν ξεφορτωνόμουν το παιδί. Αυτό δεν ήταν αμαρτία; Ο πατέρας σου προσπαθούσε για χρόνια να μας συμφιλιώσει με την μητέρα σου. Από τις οικονομίες που έκανε με βοήθησε να γεννήσω το παιδί μου. Εκείνος το κράτησε πρώτος στην αγκαλιά του. Εκείνος αγόρασε το γάλα και τα ρούχα του. Εγώ δεν είχα τίποτα. Με βοήθησε να σταθώ ξανά στα πόδια μου. Για πολλά χρόνια ερχόταν κρυφά και μας έβλεπε. Πάντα φοβόταν ότι θα μας ανακαλύψει η μητέρα σου. Φοβόταν την αντίδρασή της. Ερχόταν μέχρι που αρρώστησε. Εγώ δεν μπορούσα να εμφανιστώ. Σίγουρα είχες δει τον Μάνο κάπου στο νοσοκομείο αλλά δεν ήξερες ποιος ήταν. Ναι, του έδωσα το όνομα του πατέρα σου. Χωρίς εκείνον δεν θα τα είχα καταφέρει»
«Συγγνώμη. Σε έκρινα πριν σε γνωρίσω»
«Ξέρεις, στα μάτια του κόσμου η μητέρα σου μπορεί να φαινόταν ότι έβαζε πάνω από όλα την οικογένεια. Αλλά στην πραγματικότητα ήταν η πιο σκληρή κριτής. Η μαμά σου ήταν εκείνη που σήκωνε το βάρος της δυστυχίας της. Αλλά το είχε επιλέξει η ίδια»
«Και στα μάτια του κόσμου η μαμά μου ήταν η ανήθικη που θα μεγάλωνε ένα μωρό μόνη της»
«Νόμιζα ότι υπερασπιζόμουν την μνήμη της μητέρας μου. Έκανα μεγάλο λάθος. Ο πατέρας μου σε προστάτευε και εγώ έκανα το αντίθετο. Ήρθα εδώ για να σου επιτεθώ και να σε εξευτελίσω»
«Υπάρχει κάτι που μπορείς να κάνεις για να το διορθώσεις. Μείνε λίγες μέρες εδώ, να γνωρίσεις τον ξάδερφό σου. Να γνωρίσεις εμένα. Τι λες;»
Ο Θανάσης σκούπισε τα μάτια του και χαμογέλασε. Η θεία και ο ξάδερφός του τον αγκάλιασαν και τον δέχτηκαν στο σπίτι τους. Τελικά βρήκε αυτό που έψαχνε. Μια απάντηση κι ας μην ήταν αυτή που νόμιζε.
Στα μάτια του κόσμου, εκείνος που σηκώνει μόνος του στις πλάτες του το βάρος μιας αλήθειας, φαίνεται ένοχος. Στα μάτια του κόσμου, εκείνος που δείχνει τέλειος χωρίς κανένα ψεγάδι δεν μπορεί να είναι απάνθρωπος. Στα μάτια του κόσμου, το ξέσπασμα είναι αδικία και όχι η πληγωμένη καρδιά ενός παιδιού που ψάχνει την αλήθεια. Στα μάτια του κόσμου, μια γυναίκα μόνη της μάλλον είναι μια ανήθικη γυναίκα. Στα μάτια του κόσμου, η βιτρίνα έχει σημασία. Η αλήθεια όμως είναι χρέος που τα μάτια του κόσμου δεν μπορούν πάντα να δουν. Γιατί το φως της αρετής σε τυφλώνει. Είναι πιο εύκολο να κρίνεις από όσα βλέπεις. Αλλά ο άνθρωπος δεν είναι μόνο όσα δείχνει. Είναι και όσα κάνει όταν κανείς δεν τον βλέπει. Και ίσως τότε, όπως ο μπαμπάς του Θανάση, να δίνει αγάπη και ελπίδα σε μια μαμά και το μωρό της. Κι ας μην το βλέπει ο κόσμος με τα μάτια του.
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτή👇👇👇
