Κακός σύμβουλος

[Σημείωση: Το κείμενο το έγραψα το 2018, μαζί με άλλα διηγήματα στα οποία εμφανίζεται (ή μαθαίνουμε μεταγενέστερα ότι ενεπλάκη) ο υπαστυνόμος Νικόπουλος, όπως «Στο σούπερ μάρκετ», «Κείμενο αναγνώστη του Thebluez.gr», «Στο μπαρ», «Όταν συνηθίσεις το τέρας», «Η οικογένειά μου» και το «Η κόρη μου».
Ωστόσο, ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει κάποιο από αυτά πρωτύτερα• μπορείτε να διαβάσετε κατευθείαν το «Κακός σύμβουλος». Το ίδιο λίγο πολύ συμβαίνει και με τα υπόλοιπα.]

Ήμουν τριάντα χρονών και, παρότι έβλεπα πολύ συχνά αυτό το κόκκινο και το μπλε να αναβοσβήνουν, δεν θα τα συνήθιζα ποτέ. Γιατί στις περισσότερες από αυτές τις περιπτώσεις κάποιος είχε πάθει κάτι κακό.

Βγήκα από το αμάξι μου. Δίπλα μου ο νέος συνάδελφός μου, ο υπαστυνόμος Σπύρος Σ. -Ες-Ες, για συντομία-, πέταξε στο δρόμο το τσιγάρο του, βγάζοντας τον καπνό σαν φουγάρο που φλέγεται. Κόσμος παρακολουθούσε από απόσταση με ενδιαφέρον. Ανάμεσά τους και μερικά συνεργεία τηλεοπτικών σταθμών. Τα εγκλήματα πάντα τραβούσαν την προσοχή. Ειδικά η αναμονή του φορείου με το πτώμα κάτω από το σεντόνι, όσο σκληρό θέαμα κι αν ήταν, ωστόσο μαγνήτιζε τα βλέμματα σαν στριπτιζέζ που λικνίζεται στην πίστα.

«Νικόπουλε, έχει καταντήσει σωστό πανηγύρι εδώ χάμω», σχολίασε ο Ες-Ες. Ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος από μένα, με μουστάκι. Ήταν από τους ανθρώπους που βαριούνται τη δουλειά τους, αλλά που την κάνουν για να ανέλθουν ιεραρχικά. Φορούσε κοστούμι όλη μέρα κάθε μέρα –ακόμα και στο μπάνιο, υπέθετα. Απ’ όσα είχα μάθει, ο Ες-Ες δικαιολογούσε τρόπον τινά το παρατσούκλι του: είχε κατηγορηθεί για παράλογη βία σε ανακρινόμενους.
«Ναι», συμφώνησα και έδειξα προς τα μίντια. «Να και οι κράχτες».
«Κοίτα πώς κουνάνε τα χέρια τους. Δήθεν ότι δίνουν δεκάρα για τον το νεκρό».
Ένευσα.

Ρωτήσαμε έναν αστυφύλακα και μας καθοδήγησε. Ανεβήκαμε στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας. Τα φώτα του διαδρόμου ήταν αναμμένα και μπήκαμε στο ασανσέρ. Φτάσαμε στο διαμέρισμα και, παραμερίζοντας τους άλλους αστυφύλακες και τους ανθρώπους της Σήμανσης, βρήκαμε το δωμάτιο όπου είχε διαπραχθεί το έγκλημα.

Ένα κρεβάτι, κομοδίνο με λαμπατέρ, μια τηλεόραση. Ντουλάπα. Μια γυναικεία τσάντα σε μια καρέκλα. Παπούτσια κάτω από το κρεβάτι. Και δύο πτώματα πάνω του. Δύο ακίνητα γυναικεία κορμιά, γυμνά, το ένα να αγκαλιάζει το άλλο. Σαν ερωμένες. Η μία ήταν γύρω στα σαράντα και η άλλη πρέπει να είχε περάσει τα εξήντα. Αίμα λέκιαζε τα σκεπάσματα δίπλα στην νεώτερη. Είχαν και οι δύο από μία μακριά χαρακιά στο σώμα τους: η μεγάλη στο αιδοίο και η μικρότερη στην κοιλιά.
«Λεσβίες;» ρώτησε ο Ες-Ες.
«Ίσως». Χρησιμοποιώντας γάντια και αφού τα παιδιά της Σήμανσης έδωσαν το οκέι, εξέτασα τις πληγές τους. «Δεν αλληλοσκοτώθηκαν. Ούτε σκότωσε κάποια από τις δύο την άλλη και μετά αυτοκτόνησε». Έδειξα τα χέρια τους. Υπήρχαν σημάδια από δεσμά.

Ο Ες-Ες συμφώνησε. Τα τραύματα ήταν θανατηφόρα μεν, αλλά η στάση του κορμιού δεν ταίριαζε. Κανείς δεν ξαπλώνει γαλήνια ενώ αιμορραγεί ακατάσχετα από μια πληγή που πονάει πολύ. Εκτός αν έχει πάρει κάποια αναισθητική ουσία, αλλά αυτό δε συμβαίνει συχνά σε παρόμοιες περιπτώσεις.
«Ό,τι και να έγινε εδώ», είπα, «ήταν προσωπικό». Κοίταξα τον Ες-Ες.
Ένευσε. «Το μαχαίρι είναι όπλο κοντινής απόστασης. Ο δολοφόνος θέλει να έχει ακριβώς μπροστά του το θύμα».
«Σίγουρα είναι προσωπικό», είπε κάποιος πίσω μας. Ήταν ο ιατροδικαστής, ο οποίος φαινόταν από χιλιόμετρα πως δεν του άρεσε που τον είχαν ξυπνήσει νυχτιάτικα. «Οι γυναίκες αυτές γνωρίζονταν μεταξύ τους. Η μεγάλη είναι η κυρία Αθανασία Σ. και η νεώτερη η κυρία Αλεξάνδρα Β., σύζυγος του ανιψιού της κυρίας Σ.».
Γνωρίζονταν. Άρα, πιθανότατα κάποιος κοντινός τους τις σκότωσε.

Ο Ες-Ες ρώτησε: «Είχαν ερωτική σχέση αυτές οι δύο;»
«Δε βρήκαμε κάποιο στοιχείο σεξουαλικής επαφής. Αν είχαν ερωτικό δεσμό, τότε σήμερα δεν έκαναν σ3ξ».
«Είναι παντρεμένες, όμως», είπα. «Φοράνε βέρα».
«Σωστά», είπε ο ιατροδικαστής. «Η κυρία Σ. με τον Γιάννη Ρ. και η κυρία Β. με τον Περικλή Σ.». Έκλεισε το σημειωματάριό του.

Φώναξα έναν αστυφύλακα. «Έχουν ενημερωθεί οι σύζυγοι;»
«Προσπαθήσαμε, αλλά δεν τους βρήκαμε, υπαστυνόμε».
Ο Ες-Ες είπε: «Οπότε είναι ύποπτοι».
«Έτσι κι αλλιώς θα ήταν ύποπτοι».

Στο υπόλοιπο διαμέρισμα δεν υπήρχε κάποιο άλλο στοιχείο που να μας βοηθούσε με την έρευνα, όχι άμεσα δηλαδή. Ζητήσαμε από δύο αρχιφύλακες να κάνουν μερικές ερωτήσεις στη γειτονιά, μπας και βγάλουμε κάποια άκρη.

Την επόμενη μέρα μάθαμε κάτι ακόμα από τον ιατροδικαστή. Η Β. ήταν έγκυος.
«Γι’ αυτό τη μαχαίρωσε στην κοιλιά», είπε ο Ες-Ες. «Στοιχηματίζω πως τις σκότωσε ο Σ.. Έμαθε πως η γυναίκα του τα ’χε με τον Ρ., ο οποίος και τη γκάστρωσε».
Δεν τον κατηγορούσα, είχε κάποιο δίκιο. Τέτοια μπλεξίματα τα βλέπαμε κάθε τόσο. «Και για ποιο λόγο να σκότωσε την θεία του;» ρώτησα. «Αυτή τι έφταιγε;»
«Μπορεί να γνώριζε για τη σχέση του άντρα της με την Β.».
«Αμφίβολο». Κούνησα το κεφάλι. «Πρέπει να βρούμε τους συζύγους. Μόνο έτσι θα μάθουμε».

Οι αρχιφύλακες το μόνο που μας έφεραν σαν αξιόλογη πληροφορία ήταν πως το ζευγάρι Περικλής-Αλεξάνδρα, ενώ στην αρχή ζούσαν ευτυχισμένοι, τον τελευταίο καιρό είχαν αρκετούς τσακωμούς. Μια ηλικιωμένη γειτόνισσα είπε πως ο σύζυγος ζήλευε την γυναίκα του και πίστευε πως είχε γκόμενο.
Εν τω μεταξύ, είχαμε δώσει εντολή και σε άλλους δύο αστυνομικούς να ρωτήσουν στη γειτονιά του άλλου ζευγαριού. Κι εκεί, πάνω κάτω, τα ίδια: ο σύζυγος ήταν αυτός που ζήλευε.

Εγώ και ο Ες-Ες πιάσαμε τους συγγενείς, αλλά δεν είχαν ιδέα τι συνέβαινε. Έβλεπαν ότι υπήρχε κάποια ένταση, όμως μέχρι εκεί.

Μετά από δύο μέρες ήρθε στο τμήμα ο Γιάννης Ρ. Ήταν σε κακά χάλια. Έκανε ένα σωρό ερωτήσεις και έκλαιγε. Το κοστούμι του, αν και ακριβό, έμοιαζε ταλαιπωρημένο. Ήταν γύρω στα εξήντα πέντε.
«Δεν καταλαβαίνω», είπε κάποια στιγμή, κοιτώντας με. «Γιατί αυτές τις δύο; Τι έφταιγε η Αθανασία μου; Και η Αλεξάνδρα; Είναι… ήταν και οι δύο τόσο καλές. Δεν πείραξαν κανέναν».
Κοίταξα τον Ες-Ες. Είχε κι αυτός το ίδιο βλέμμα.

Είπα: «Κύριε Γιάννη, πώς ήταν η σχέση σας με τη σύζυγό σας;»
«Καλή», απάντησε. «Είχαμε τις διαφωνίες μας, φυσικά, αλλά βλέπαμε τα παιδιά μας να προοδεύουν… Είχαμε και… τα ταξίδια μας. Βγάζω αρκετά λεφτά, βλέπετε, από την οικογενειακή επιχείρηση που μου άφησε ο μακαρίτης ο πατέρας μου».
Τα ξέραμε αυτά. Όπως και το ότι το άλλο ζευγάρι ήταν άτεκνο και ζούσε με νύχια και με δόντια. Δούλευαν και οι δύο, αλλά και πάλι δυσκολεύονταν. Γενικά.

Ο Ες-Ες ρώτησε αν υπήρχε κανείς που θα ήθελε να βλάψει την γυναίκα του Ρ. ή και τον ίδιο.
Όχι.
«Για τον κύριο Περικλή και την κυρία Αλεξάνδρα τι μπορείτε να μας πείτε;»
Αναστέναξε. «Καλοί άνθρωποι. Εργατικοί. Η Αλεξάνδρα χαρούμενος άνθρωπος, ο Περικλής χωρατατζής. Πάντα με τον καλό λόγο στο στόμα, για όλους. Ιδανικοί συγγενείς, θα έλεγα. Ήταν καλοί άνθρωποι».
«Ήταν;» ρώτησε ο Ες-Ες.
Ο Ρ. τον κοίταξε δήθεν παραξενεμένος. «Συγνώμη;»
«Είπατε, “ήταν καλοί άνθρωποι”», είπα εγώ.
«Ναι. Και;»
«Εμείς βρήκαμε νεκρές μόνο τις δύο γυναίκες», είπε ο Ες-Ες και πλησίασε –τόση ώρα στεκόταν πίσω από τον Ρ. Στάθηκε δίπλα του κι έσφιγγε και ξέσφιγγε τις γροθιές του. «Βρήκαμε νεκρές τη σύζυγό σας και την κυρία Β.».
«Και;»
«Κύριε Γιάννη», είπα, γέροντας προς το μέρος του. «Πού είναι ο κύριος Σ.;»
«Και πού θέλετε να ξέρω εγώ;»
«Γιατί υπονοήσατε πως είναι και ο Περικλής Σ. νεκρός. Χωρίς να σας πει κανείς τίποτα».
«Άρα», πετάχτηκε με αγριάδα ο Ες-Ες, «εσύ είσαι ο δράστης. Σκότωσες τις γυναίκες και τον Σ.».
«Όχι, εγώ δεν…»
«Μην κάνετε χειρότερη τη θέση σας, κύριε Ρ.» του είπα.

Την έκανε, αλλά τελικά έσπασε. Βρήκαμε μετά από μισή ώρα το ευνουχισμένο και δεμένο χειροπόδαρα πτώμα του Περικλή σε ένα χαντάκι έξω από την Αθήνα. Ο νεκρός είχε ερωτική σχέση με την θεία του κι εκείνη του έδινε λεφτά. Λεφτά του Ρ., ένεκα που η Αθανασία Σ. δεν εργαζόταν. Όλοι οι θάνατοι ήταν στιγματισμένοι για να κραυγάσει ο Ρ. αυτό που τον έτρωγε. Η παλιά, πανίσχυρη ζήλια, ο πιο κακός σύμβουλος που υπάρχει.
«Ανιψιός και θεία» σχολίασε ο Ες-Ες, ρουθουνίζοντας, καθώς κάπνιζε, με τα μίντια να περιμένουν λίγο πιο πέρα από την κεντρική πόρτα του δικαστηρίου. «Δεν μπορώ να πω ότι ο Ρ. δεν είχε κανένα λόγο για να τσαντιστεί».

Ούτε εγώ μπορούσα να διαφωνήσω με αυτή τη δήλωση του συναδέλφου μου. «Αλλά και πάλι» τόνισα «θα έπρεπε να βρει άλλη λύση. Να πάει σε κάνα δικηγόρο για το διαζύγιο… να φροντίσει να μείνει εκτός ο ανιψιός του από τη διαθήκη του. Απλές και νόμιμες λύσεις».
«Σωστό, σωστό. Αλλά τότε δεν θα ηρεμούσε. Άσε που αν όλοι τους σκέφτονταν και έπρατταν έτσι, νόμιμα, εμείς δεν θα είχαμε δουλειά».
Τον κοίταξα. Δε χαμογελούσε. Ήλπιζα να χωρατεύει, έστω και αν αυτό ήταν το δικό του μαύρο χιούμορ.

Οι κάμερες και οι δημοσιογράφοι αναστατώθηκαν μετά από λίγα λεπτά, καθώς ο δολοφόνος έβγαινε από το δικαστήριο, με χειροπέδες και με συναδέλφους να τον κρατάνε από τα μπράτσα. Φορούσε διαφορετικό κουστούμι σήμερα, το οποίο ήταν σαφώς σε καλύτερη κατάσταση από εκείνο με το οποίο μας είχε έρθει στο τμήμα, και είχε σκυμμένο το κεφάλι.
«Χαίρομαι που κάνω αυτή τη δουλειά», ήταν το σχόλιο του Ες-Ες, ενώ μαθαίναμε ότι ο Ρ. είχε κριθεί προφυλακιστέος.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις:
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικές καταστάσεις ή πρόσωπα είναι συμπτωματική και ακούσια.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading