– Ρε αδερφέ, τι θα γίνει; Δεν τολμάμε να σου πούμε κουβέντα πια! Τα νεύρα σου στο Θεό! ο Νίκος έδειχνε εκνευρισμένος, μα ήταν φανερό πως προσπαθούσε να συγκρατηθεί
Ο Στέλιος βρισκόταν καθισμένος σε μια καρέκλα στην κουζίνα και έτριβε νευρικά το μέτωπό του.
– Με κλάματα έφυγε η Σάσα! Τι φωνές ήταν αυτές που της έβαλες στα καλά καθούμενα; Εντάξει, άργησε να έρθει, τι να κάνουμε τώρα; Και σου εξήγησε! Είχε τον μικρό άρρωστο!
– Συνέχεια αργεί, Νίκο! προσπάθησε να δικαιολογηθεί
– Ναι, δίκιο έχεις, συνέχεια αργεί, αλλά μένει πάντα μέχρι αργά! Και όποτε την χρειαστούμε είναι απίκο! Και την καθαρίστρια που είχε αρρωστήσει τον προηγούμενο μήνα, την αντικατέστησε και στα δωμάτια και δε ζήτησε φράγκο!
– Της έδωσα παραπάνω! διαμαρτυρήθηκε ο Στέλιος
– Το ξέρω, αλλά λέω πως δεν τα ζήτησε η ίδια! Και γενικά είναι εντάξει σε όλα της! Τι φωνές ήταν αυτές που της έβαλες τώρα; Να δούμε τι σκατά θα σερβίρουμε το μεσημέρι που δεν έχει τίποτα έτοιμο! χτύπησε ο Νίκος το χέρι του στον πάγκο
– Πάρε την Ελένη να έρθει για σήμερα και βλέπουμε..
– Ρε την πήρα την Ελένη κι έρχεται, αλλά να σου πω κάτι; Δεν είναι μόνιμη λύση η Ελένη! Και πού θα ψάξουμε να βρούμε τώρα καινούρια για την κουζίνα;
– Θα πάρω τη Σάσα μετά. Άσε με να ηρεμήσω τώρα! άναψε ένα τσιγάρο ο Στέλιος
– Θα την πάρεις. Και συγνώμη θα ζητήσεις. Και θα γυρίσει η Σάσα. Το ξέρω. Το θέμα είναι… με την πάρτη σου τι θα γίνει;
Ο Στέλιος σήκωσε απότομα το βλέμμα του πάνω στον αδερφό του.
– Μη με κοιτάς! Κάνω ότι δεν καταλαβαίνω, αλλά δέκα μέρες τώρα κοντεύεις να σαλτάρεις! Δεν το κρύβεις τόσο καλά όσο νομίζεις! Και στην τελική, αν τη γουστάρεις τόσο, πήγαινε φέρ’ την πίσω να τελειώνουμε! Κι όσο για τον άλλον… εντάξει, ξέρω πόσο μέχρι το λαιμό χωμένος είναι, αλλά κι εμείς δεν είμαστε τίποτα χτεσινοί. Αν μας ενοχλήσει, θα τον τακτοποιήσουμε!
Ο Νίκος βγήκε απ’ την κουζίνα, αφήνοντας τον Στέλιο μόνο. Πήρε το κινητό του στα χέρια του, ξαναμπήκε στην εφαρμογή -αυτή που είχε περάσει κρυφά στο καρτοκινητό που της είχε δώσει- και κοίταξε την κόκκινη κουκίδα. Μεγέθυνε με τα δάχτυλά του την οθόνη, σημείωσε νοερά στο μυαλό του τη διεύθυνση και έβγαλε το κεφάλι του απ’ την πόρτα της κουζίνας.
– Φεύγω. Δεν ξέρω πότε θα γυρίσω. είπε μόνο κι έκλεισε την πόρτα
Είχε πάρει να σουρουπώνει κι η μέρα ήταν κρύα. Ο δρόμος δεν είχε πολλή κίνηση, κυρίως νταλίκες στη δεξιά λωρίδα. Ο Στέλιος έβγαλε αριστερό φλας και με το πόδι κολλημένο στο γκάζι, άρχισε να καταπίνει τα χιλιόμετρα, ξεπερνώντας κατά πολύ το όριο ταχύτητας.
Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν μπήκε στην Αθήνα. Σταμάτησε σε μία ράμπα κι άνοιξε το κινητό του ελέγχοντας ξανά στην εφαρμογή την κόκκινη κουκίδα. Δεν απείχε πολύ.
Συνέχισε για λίγο ακόμη και σύντομα σταμάτησε μπροστά σε μια παλιά πολυκατοικία. Πάρκαρε ακριβώς απέναντι και κοίταξε τα ονόματα στο θυροτηλέφωνο. Δεν είδε πουθενά γραμμένο το δικό της.
Ένας τύπος έβγαινε απ’ την πολυκατοικία.
– Φίλε, πες μου σε ποιον όροφο μένει η Βίκη Σταματίου. του είπε απότομα
Ο άντρας τον κοίταξε, το βλέμμα του ήταν θολό, μάλλον είχε κάνει χρήση. Ο Στέλιος έβγαλε το κινητό του απ’ την τσέπη του και του έδειξε μια φωτογραφία.
– Αυτή μένει εδώ. Σε ποιο διαμέρισμα;
– Δεν ξέρω κυρ μπάτσε μου… είπε μπερδεύοντας τα λόγια του
– Σε ποιον όροφο; του έβαλε ένα χαρτονόμισμα στην παλάμη
Εκείνος το κοίταξε και ξανακοίταξε τον Στέλιο.
– Στο υπόγειο πρέπει να είναι, με την Λίζα. απομακρύνθηκε σχεδόν τρέχοντας
Ο Στέλιος κράτησε την πόρτα της πολυκατοικίας ανοιχτή με το πόδι του και μπήκε αμέσως μέσα. Κοίταξε μπροστά του. Μια σκάλα που ανέβαινε και μια μικρή σκάλα που κατέβαινε κι οδηγούσε σε μια φθαρμένη σκουροπράσινη πόρτα. Δεν άναψε το φως. Κατέβηκε με δυο δρασκελιές τα σκαλιά και χτύπησε δυνατά την πόρτα. Δεν άκουσε τίποτα να κινείται μέσα και χτύπησε ξανά, αυτή τη φορά πιο δυνατά.
– Βίκη, άνοιξε! Ο Στέλιος είμαι! φώναξε
Δευτερόλεπτα μετά η πόρτα άνοιξε μπροστά του κι η Βίκη τον κοίταξε έκπληκτη. Του φάνηκε χλωμή κι αδυνατισμένη.
– Πώς…; έκανε ένα βήμα πίσω, κάνοντάς του χώρο να μπει στο σπίτι
Ο Στέλιος μπήκε κι έσπρωξε την πόρτα πίσω του. Κοίταξε γύρω του. Ο χώρος ήταν αποπνικτικός, η υγρασία στους τοίχους ήταν έντονη. Ένας παλιός διθέσιος καναπές, δυο μαύρες πλαστικές καρέκλες κι ένα μικρό αυτοσχέδιο τραπεζάκι στη μέση.
– Μάζεψε τα πράγματά σου. Φεύγουμε. της είπε και η βαριά φωνή του αντήχησε στον σχεδόν άδειο από έπιπλα χώρο
– Να πάμε πού; Χτες ξεκίνησα δουλειά και…
– Βίκη! Τώρα!
Εκείνη δεν είπε λέξη, πήγε στο διπλανό δωμάτιο και δυο λεπτά μετά, βγήκε κρατώντας στο χέρι την μαύρη τσάντα πλάτης της. Την ακούμπησε μπροστά στα πόδια του και κάθισε σε μια πλαστική καρέκλα.
– Τι στρογγυλοκάθισες; Φεύγουμε, είπα! είπε αυτή τη φορά πιο δυνατά
– Να γράψω ένα σημείωμα στη Λίζα! Δεν μπορώ να…
– Έχω παρκάρει εδώ απέναντι. Μην αργείς! πήρε την τσάντα της στα χέρια του και βγήκε απ’ το σπίτι
Κάθισε στη θέση του οδηγού κι άναψε τσιγάρο. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που ένιωθε τόσο μπερδεμένος. Δεν ήξερε τι του συνέβαινε. Γιατί είχε κολλήσει τόσο μ’ αυτή τη μικρή; Γιατί ενώ όλα μέσα του ούρλιαζαν να μείνει μακριά, αυτός επέμενε να την κρατήσει κοντά του; Δεν ήξερε γιατί πήγε εκεί. Πού θα πήγαιναν μετά. Τι θα είχε να της προσφέρει…
Δεν ήξερε ο Στέλιος τι θα πει οικογένεια. Μια γιαγιά τους μεγάλωσε, με τον αδερφό του, όταν χώρισαν οι γονείς τους κι αποφάσισαν πως θέλουν να ζήσουν τη ζωή τους απ’ την αρχή, χωρίς βάρη. Όταν τους πέταξαν σ’ εκείνη την παλιά μονοκατοικία κι άφησαν τη γιαγιά να “βγάλει το φίδι απ’ την τρύπα με τα μούλικα”, όπως είχαν πει κι οι δυο. Και δεν τους ξαναείδε ποτέ. Ήταν δεν θα ήταν πέντε χρονών τότε. Ο Νίκος έκλεινε τα εννιά κι ως “μεγάλος αδερφός”, τον πρόσεχε και τον προστάτευε, γιατί, πόσα να κάνει κι η γιαγιά μοναχή της; Μια σύνταξη είχε όλη κι όλη κι εκείνο το παλιόσπιτο, κληρονομιά απ’ τη δική της μάνα.
Δεν ήταν εύκολο να μείνουν μακριά από κακοτοπιές. Έμπλεξαν από νωρίς με τον υπόκοσμο, με έναν περίεργο τρόπο όμως, κατάφεραν να μη μπουν με το κεφάλι στο βούρκο. Ναι, έφτιαξαν αυτό το μαγαζί, που είχε βιτρίνα το φαγάδικο, αλλά επί της ουσίας συντηρούνταν, δίνοντας δωμάτια με την ώρα σε νταλικέρηδες που ήθελαν να ξεχαρμανιάσουν πηδώντας πουtάves, πριν γυρίσουν στις γυναίκες και στα “τίμια” σπιτικά τους. Δίνοντας δωμάτια σε άντρες που έβγαζαν τα μάτια τους με άλλους άντρες στα μουλωχτά, πριν επιστρέψουν στις καθώς πρέπει ζωές τους. Έμειναν όμως μακριά από ουσίες που σκορπούσαν θάνατο κι ουδέποτε εκμεταλλεύτηκαν ή πίεσαν γυναίκες για να τους φέρουν χρήμα. Ίσως και γι’ αυτό δεν είχαν και λεφτά. Όμως κανέναν απ’ τους δυο δεν έδειχνε να νοιάζει αυτό. Σαν να είχαν άηχα συμφωνήσει πως μέχρι εκεί μπορούν να χωθούν στη βρώμα.
Και τώρα εδώ… μετά από κραιπάλες και γυναίκες, είχε έρθει αυτό το μικρό με τα στενά μαύρα μάτια να τον κάνει να τη δει αλλιώς. Να ξυπνήσει κάτι μέσα του που δεν ήξερε καν ότι υπήρχε. Και όσο κι αν θύμωνε με τον εαυτό του που στα πενήντα του σχεδόν χρόνια, μια κοπέλα ούτε είκοσι χρονών, τον είχε κάνει να μην αναγνωρίζει τον εαυτό του, μια φωνή μέσα του του έλεγε “Κάν’ το! Ίσως αυτή να είναι η μοναδική ευκαιρία σου να γίνεις άνθρωπος!”.
Δεν ήξερε τελικά αν αυτός είχε γίνει ομπρέλα γι’ αυτή τη μικρή. Ίσως εκείνη, άθελά της, είχε γίνει η δική του ομπρέλα, σε μια ζωή γεμάτη καταιγίδες.
Σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Η Βίκη μόλις είχε βγει κι ένας άντρας με μια γυναίκα την είχαν σχεδόν στριμώξει στη γωνία. Βγήκε τρέχοντας απ’ το αυτοκίνητο, μα μέχρι να φτάσει εκεί, η Βίκη βρισκόταν πεσμένη στο βρώμικο πεζοδρόμιο, με ένα μαχαίρι καρφωμένο βαθιά στην κοιλιά της. Η γυναίκα όρθια μπροστά της ούρλιαζε κι ο άντρας έκανε να φύγει.
– Φώναξε ασθενοφόρο! ούρλιαξε στην κοπέλα που βρισκόταν σε κατάσταση σοκ κι άρπαξε απ’ τον ώμο τον άντρα, πετώντας τον κάτω
Ήταν εκείνος! Εκείνος ο τύπος που είχε μπει στο μαγαζί του λίγες μέρες πριν ψάχνοντάς την. Εκείνος που του είχε πει πως “ψάχνει την πουtάva του, που του την έσκασε, παίρνοντάς του την είσπραξη”.
– Γιατί ρε πούsth; ούρλιαζε όσο τον γρονθοκοπούσε με δύναμη στο πρόσωπο και το σώμα
“Βοήθεια!”, “Δεν αναπνέει!”, “Έναν γιατρό!”, σαν ηχώ ακούγονταν μέσα στο κεφάλι του οι λέξεις που κάποιοι φώναζαν πίσω του. Μα αυτός εκεί, να χτυπάει με μανία τον άντρα, ακόμη κι όταν έπαψε πια να κουνιέται μέσα στα χέρια του.
***
Οκτώ χρόνια φυλακή για φόvo εν βρασμώ ψυχής, έφαγε ο Στέλιος. Εξέτισε τα εξίμιση λόγω καλής διαγωγής.
Το πρώτο πράγμα που έκανε όταν βγήκε, ήταν να πάει στο νεκροταφείο και να σταθεί πάνω απ’ το μνήμα της. Ήταν βρώμικο και παρατημένο. Κανείς δεν είχε πάει ν’ αφήσει ένα λουλούδι ή να καθαρίσει το κρύο μάρμαρο. “Βασιλική Σταματίου – ετών 20”, έγραφε μόνο στην πλάκα.
Στάθηκε μπροστά της κι άναψε τσιγάρο. Άρχισε να ψιχαλίζει και σύντομα η βροχή έγινε έντονη και δυνατή. Το νερό ξέπλενε το μάρμαρο κι έπεφτε με ορμή πάνω στο Στέλιο, που με το τσιγάρο σβηστό πια στα χείλη του, έμενε να βρέχεται και να κοιτά ακίνητος, το σημείο που ξεκουραζόταν πια η “ομπρέλα” του…
Κική Γιοβανοπούλου
Τέλος
