Η άνοιξη είχε παραχωρήσει την θέση της στο καλοκαίρι και η ζέστη της Αθήνας έκανε τα απογεύματα πιο βαριά, αλλά και πιο αργά. Ο Αλέξανδρος καθισμένος στο γραφείο του νοσοκομείου, κοίταξε το ρολόι του. Ήταν σχεδόν οκτώ το βράδυ. Παλιότερα τέτοια ώρα θα ξεκινούσε να διαβάζει τα πρακτικά των επόμενων χειρουργείων, βυθισμένος στην γνώριμη απομόνωσή του. Όμως, τώρα το μυαλό του, ήταν και στην Σοφία, η οποία είχε αναχωρήσει πριν από δυο μέρες για ένα συνέδριο συντήρησης στην Φλωρεντία.
Αυτή η απόσταση ήταν μια νέα δοκιμασία για εκείνον. Όχι επειδή φοβόταν ότι θα τον ξεχάσει, αλλά επειδή έπρεπε να αντιμετωπίσει την παλιά του ανάγκη για να ελέγχει τα πάντα. Όταν η Σοφία ήταν μακριά, δεν μπορούσε να ξέρει τι έκανε κάθε στιγμή και αυτό το κενό πληροφορίας άλλοτε θα του προκαλούσε πανικό. Σήμερα όμως ένιωθε μια παράξενη γαλήνη. Η απουσία της δεν τον απειλούσε. Ήταν απλώς μια υπενθύμιση ότι η Σοφία είχε τον δικό της αυτόνομο κόσμο και αυτό την έκανε ακόμη πιο πολύτιμη στα μάτια του.
Το τηλέφωνό του δονήθηκε πάνω στο γραφείο. Ήταν ένα μήνυμα από εκείνη: «Μόλις τελείωσε η ομιλία για τις τοιχογραφίες της Αναγέννησης. Η πόλη είναι μαγική το βράδυ, αλλά μου λείπει η ησυχία μας. Πώς πήγε η μέρα σου;», ο Αλέξανδρος χαμογέλασε. Δεν απάντησε αμέσως. Άφησε το μήνυμα μέσα του, απολαμβάνοντας το γεγονός ότι κάποιος, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά τον σκεφτόταν χωρίς να απαιτεί τίποτα.
«Η μέρα ήταν δύσκολη, αλλά σταθερή» της έγραψε. «Σε περιμένω. Χωρίς βιασύνη. Απόλαυσε την πόλη».
Όταν η Σοφία επέστρεψε, έφερε μαζί της τον αέρα της Τοσκάνης, μια μυρωδιά από παλιά χαρτιά, φρέσκο καφέ και εκείνη την αστείρευτη ενέργεια που πάντα τον αποσυντόνιζε.
Συναντήθηκαν στο δικό του διαμέρισμα. Ο Αλέξανδρος είχε αφήσει την πόρτα ξεκλείδωτη, μια μικρή αλλά συμβολική κίνηση ότι ο χώρος του δεν ήταν πια απόρθητο οχυρό. Εκείνη μπήκε κρατώντας μια μικρή τσάντα και ένα βιβλίο με σκίτσα.
– Σου έφερα κάτι, του είπε και του έδωσε ένα μικρό ξύλινο κουτάκι.
Το άνοιξε. Μέσα υπήρχε ένα μικρό, μεταλλικό στηθοσκόπιο του 20ου αιώνα, προσεκτικά καθαρισμένο και συντηρημένο.
– Το βρήκα σε ένα παλαιοπωλείο κοντά στο Πόντε Βέκιο, του εξήγησε η Σοφία, παρατηρώντας την έκφρασή του. Μου θύμισε εσένα. Είναι ένα εργαλείο ακριβείας, αλλά έχει πάνω του την ιστορία των ανθρώπων που άκουσε.
Εκείνος το κράτησε στα χέρια του, νιώθοντας το βάρος του μετάλλου. Γύρισε το βλέμμα του σε εκείνη και χωρίς να πει λέξη την τράβηξε κοντά του. Η αγκαλιά του δεν είχε πια την αμηχανία των πρώτων μηνών. Ήταν η αγκαλιά ενός ανθρώπου που είχε μάθει να δέχεται και να προσφέρει χωρίς όρους.
– Σ’ ευχαριστώ, ψιθύρισε στα μαλλιά της. Όχι μόνο για το δώρο…
Οι εβδομάδες πέρασαν και η σχέση τους απέκτησε μια βαθύτερη, πιο γήινη ωριμότητα. Ο Αλέξανδρος άρχισε να κάνει μικρές υποχωρήσεις στην ρουτίνα του. Δεν ήταν πια ο γιατρός που ζούσε μόνο με το ρολόι. Μερικές φορές, άφηνε την δουλειά του λίγο νωρίτερα για να περπατήσουν μαζί στον Φιλοπάππου ή απλώς κάθονταν στο μπαλκόνι της Σοφίας, κοιτάζοντας τα φώτα της πόλης να ανάβουν ένα προς ένα.
Η ανασφάλεια ότι «δεν ήταν αρκετός» δεν είχε εξαφανιστεί πλήρως, ήταν κομμάτι του χαρακτήρα του, αλλά πλέον δεν άφηνε να τον κυριεύει. Είχε καταλάβει ότι η Σοφία δεν έψαχνε τον τέλειο σύντροφο, αλλά έναν αληθινό άνθρωπο που να μπορεί να σταθεί δίπλα της χωρίς να την πνίγει.
Ένα Σάββατο βράδυ, καθώς κάθονταν στο σαλόνι της ανάμεσα σε καμβάδες, ο Αλέξανδρος πήρε μια βαθιά ανάσα.
– Σκεφτόμουν κάτι…, είπε κοιτάζοντας έναν μισοτελειωμένο πίνακα που απεικόνιζε ένα τοπίο υπαίθρου.
– Για πες, του απάντησε χωρίς να σταματήσει να δουλεύει με το πινέλο της.
– Υπάρχει ένα μικρό σπίτι στο χωριό της μητέρας μου, στην ορεινή Αρκαδία. Είναι εγκαταλελειμμένο χρόνια. Χρειάζεται πολλή δουλειά. Συντήρηση, επισκευές… σταμάτησε για μια στιγμή και την κοίταξε
– Σκεφτόμουν ότι ίσως θα μπορούσαμε να το δούμε μαζί. Όχι για να μείνουμε μόνιμα, αλλά για να έχουμε έναν δικό μας χώρο μακριά από όλα. Όποτε θέλουμε.
Η Σοφία άφησε το πινέλο της. Γύρισε και τον κοίταξε και στα μάτια της άστραψε εκείνη η ρομαντική σπίθα που τον είχε κάνει να την ερωτευτεί.
– Ένα σπίτι που χρειάζεται συντήρηση; ρώτησε με πλατύ χαμόγελο. Αυτό ακούγεται σαν την τέλεια δουλειά για εμένα!
– Και για μένα, συμπλήρωσε ο Αλέξανδρος, νιώθοντας την καρδιά του να χτυπάει με έναν ρυθμό απόλυτα ελεύθερο και ήρεμο. Γιατί εκεί δεν θα είμαι ο Δρ. Αποστόλου, θα είμαι απλώς ο Αλέξανδρος και θα είμαι μαζί σου.
Το σπίτι στην ορεινή Αρκαδία στεκόταν στην άκρη ενός απότομου λόφου, περιτριγυρισμένο από αιωνόβιες καστανιές και μια άγρια, ατίθαση βλάστηση που έμοιαζε να θέλει να το καταπιεί. Όταν ξεκλείδωσε την βαριά ξύλινη πόρτα, η μυρωδιά της κλεισούρας, του παλιού ξύλου και της πέτρας ανακάτεψε τον αέρα. Για εκείνον, αυτό το κτίσμα ήταν ένα αρχείο αναμνήσεων.
– Χρειάζεται δουλειά, είπε σταυρώνοντας τα χέρια του στο στήθος. Το βλέμμα του άρχισε αμέσως να σκανάρει τον χώρο με την γνώριμη, αναλυτική του ακρίβεια. Η σκεπή θέλει ενίσχυση, τα πατώματα τρίψιμο και τα παράθυρα μόνωση. Ίσως ήταν υπερβολή να έρθουμε εδώ. Είναι ένα έργο που απαιτεί χρόνο κι εγώ…
– Κι εσύ έχεις πάντα ένα χειρουργείο να σε περιμένει, συμπλήρωσε η Σοφία με μια φωνή απαλή.
Περπάτησε αργά μέχρι το κέντρο του δωματίου, άφησε την τσάντα της στο πάτωμα και άγγιξε έναν πέτρινο τοίχο.
– Κοίταξε αυτήν την πέτρα! Είναι ντόπιος ασβεστόλιθος. Έχει αντέξει πάνω από εκατό χρόνια. Δεν χρειάζεται να το διορθώσεις όλο σε ένα σαββατοκύριακο. Δεν είμαστε εδώ για να κάνουμε εγχείρηση ανοικτής καρδιάς. Ήρθαμε για να του επιτρέψουμε να αναπνεύσει ξανά.
Ο Αλέξανδρος την κοίταξε. Φορούσε ένα απλό τζιν κι ένα φαρδύ πουκάμισο, με τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά με ένα μολύβι. Δεν υπήρχε ίχνος ανησυχίας πάνω της. Ενώ εκείνος έβλεπε προβλήματα που απαιτούσαν άμεσες λύσεις και απόλυτο έλεγχο, αυτή έβλεπε την φυσική φθορά του χρόνου ως κάτι που άξιζε να το σεβαστείς πριν το αγγίξεις.
Η αντίθεση ανάμεσά τους ήταν ακόμη εκεί, ζωντανή και ξεκάθαρη. Εκείνος, ο άνθρωπος της δομής, της λογικής και των αυστηρών ορίων. Εκείνη, η γυναίκα της αποδοχής, του συναισθήματος και της ελευθερίας. Όμως αντί αυτή η αντίθεση να δημιουργεί χάσμα, είχε αρχίσει να λειτουργεί σαν ένα αόρατο νήμα που τους έδενε πιο σφιχτά, ακριβώς γιατί κανένας από τους δύο δεν προσπαθούσε να τραβήξει τον άλλον προς την δική του πλευρά.
– Θα ξεκινήσω από τα παράθυρα, είπε ο Αλέξανδρος, βγάζοντας από την τσέπη του ένα μέτρο. Πρέπει να πάρουμε ακριβείς διαστάσεις.
– Κι εγώ θα καθαρίσω το τζάκι, χαμογέλασε η Σοφία. Κάπου είδα μερικά ξερά κλαδιά στην αυλή. Το βράδυ θα έχει κρύο εδώ πάνω.
Η πρώτη εβδομάδα της κοινής τους προσπάθειας στην Αρκαδία έφερε στην επιφάνεια τις παλιές συνήθειες του Αλέξανδρου. Η ανάγκη του για έλεγχο δεν ήταν κάτι που μπορούσε να σβήσει με μια απόφαση. Ήταν το νευρικό του σύστημα, η άμυνά του απέναντι σε έναν κόσμο που του φαινόταν υπερβολικά χαοτικός.
Καθώς δούλευαν στο σπίτι ένιωθε συχνά την επιθυμία να κατευθύνει την Σοφία.
– Μην το τρίβεις έτσι το ξύλο, θα το χαράξεις, της είπε ένα απόγευμα, όταν εκείνη καθόταν στο πάτωμα και καθάριζε μια παλιά καρέκλα. Υπάρχει συγκεκριμένη φορά στις ίνες. Πρέπει να ακολουθείς την γραμμή.
Η Σοφία σταμάτησε το χέρι της. Κοίταξε την καρέκλα και μετά σήκωσε το βλέμμα της σε εκείνον. Το βλέμμα της δεν είχε θυμό, αλλά μια ακλόνητη σταθερότητα.
– Αλέξανδρε, είπε ήρεμα. Ξέρω πώς να συντηρώ ένα ξύλο. Το κάνω για βιοπορισμό τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Καταλαβαίνω ότι θέλεις να γίνονται όλα με έναν τέλειο τρόπο, αλλά αυτή είναι η δική μου καρέκλα για σήμερα. Άσε με να κάνω τα δικά μου λάθη, αν είναι να κάνω λάθη.
Ο Αλέξανδρος ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος. Η παλιά του ανασφάλεια, ο φόβος ότι αν δεν ελέγχει το περιβάλλον του, όλα θα καταρρεύσουν, τον έκανε να αντιδράσει σπασμωδικά.
– Δεν θέλω να σου επιβληθώ, είπε με την φωνή του να χαμηλώνει. Απλώς… αν δεν γίνει σωστά, θα χρειαστεί να το ξανακάνουμε. Και δεν έχουμε χρόνο. Την Δευτέρα επιστρέφω στο χειρουργείο. Έχω τρία περιστατικά.
Η Σοφία άφησε το γυαλόχαρτο στο πάτωμα και σηκώθηκε. Περπάτησε προς το μέρος του και στάθηκε μπροστά του. Ήταν πιο κοντή, αλλά η παρουσία της είχε μια γήινη βαρύτητα που τον έκανε πάντα να νιώθει ότι εκείνη ήταν το πραγματικό στήριγμα.
– Αλέξανδρε, κοίταξέ με, του είπε, ακουμπώντας τα χέρια της στους ώμους του. Δεν είμαστε στο νοσοκομείο. Αν η καρέκλα βγει λίγο στραβή ή αν το ξύλο έχει μια χαρακιά, κανείς δεν θα πάθει τίποτα. Η σχέση μας δεν κρέμεται από το αν είμαστε τέλειοι. Κρέμεται από το αν επιτρέπουμε ο ένας στον άλλον να αναπνέει.
Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια, εκεί όπου κρυβόταν όλη η κούραση και η αγωνία του.
– Με αγαπάς; τον ρώτησε ξαφνικά, με μια απλότητα που τον ξάφνιασε.
– Σοφία ξέρεις ότι…
– Όχι, πες το. Θέλω να το ακούσω.
– Σε αγαπώ, της είπε, και η φωνή του έσπασε ελαφρά. Τόσο πολύ που μερικές φορές με τρομάζει. Φοβάμαι μήπως σε χάσω. Φοβάμαι μήπως κουραστείς από την σιωπή μου, από τις ώρες που είμαι απών, από την ανάγκη μου να έχω τα πάντα σε τάξη.
– Δεν πρόκειται να κουραστώ, του απάντησε γλυκά. Αλλά για να με κρατήσεις, πρέπει να μου αφήνεις τα χέρια ελεύθερα. Αν με σφίγγεις πολύ, θα πονέσουμε και οι δύο. Άσε με να σε αγαπώ με τον δικό μου τρόπο. Και άσε με να σε μαλακώσω λίγο. Σου κάνει καλό.
Η παραδοχή της ευαλωτότητάς του ήταν το κλειδί που ξεκλείδωσε κάτι βαθιά κρυμμένο μέσα στον Αλέξανδρο. Τις επόμενες μέρες, άρχισε να παρατηρεί την Σοφία με διαφορετικό μάτι. Δεν την έβλεπε πια σαν μια «μεταβλητή» που έπρεπε να ενταχθεί στο πρόγραμμά του, αλλά σαν μια πηγή φωτός που άλλαζε το χρώμα της δικής του καθημερινότητας.
Την έβλεπε να κάθεται στην αυλή κάτω από την καστανιά, να σχεδιάζει στο μπλοκ της με τις κινήσεις του χεριού της να είναι ελεύθερες, σχεδόν χορευτικές. Δεν τον ρωτούσε τι ώρα θα τελειώσει με τις δικές του τις εργασίες, ούτε παραπονιόταν αν εκείνος χανόταν για ώρες προσπαθώντας να διορθώσει μια παλιά υδρορροή. Υπήρχε ανάμεσά τους μια σιωπηλή συμφωνία: ο καθένας είχε τον χρόνο του και τον χώρο του και όταν συναντιόνταν στο τέλος της μέρας, η ένωση τους ήταν ουσιαστική, χωρίς το βάρος των προσδοκιών.
Ένα βράδυ, η θερμοκρασία έπεσε απότομα. Ο Αλέξανδρος άναψε το τζάκι και κάθισαν στο πάτωμα, πάνω σε μια παλιά φλοκάτη που είχαν βρει καθαρή στο σεντούκι. Η Σοφία είχε φέρει δυο ποτήρια κρασί.
– Ξέρεις τι σκεφτόμουν σήμερα; αποκρίθηκε ο Αλέξανδρος, κοιτάζοντας τις φλόγες να χορεύουν πάνω στις πέτρες.
– Για πες μου, απάντησε εκείνη ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο του.
– Σκεφτόμουν την πρώτη φορά που σε είδα στην πολυκατοικία. Μου φάνηκες σαν κάποια που ζει σε έναν άλλον πλανήτη. Έναν πλανήτη χωρίς πρόγραμμα, χωρίς φόβο, χωρίς άγχος, χωρίς θάνατο. Σε ζήλεψα, Σοφία. Ζήλεψα την ηρεμία σου.
– Δεν είναι ηρεμία, είναι αποδοχή. Ο θάνατος και η φθορά είναι κομμάτι της δουλειάς μου, όπως και της δικής σου. Αλλά εγώ έμαθα να μην παλεύω μαζί τους. Έμαθα να τους δίνω χώρο. Όταν αποδέχεσαι ότι δεν μπορείς να ελέγξεις τα πάντα, τότε μόνο είσαι πραγματικά ελεύθερος. Εσύ παλεύεις κάθε μέρα για να κρατήσεις τους ανθρώπους στην ζωή, συνέχισε. Είναι μια σπουδαία μάχη. Αλλά όταν βγαίνεις από το χειρουργείο, πρέπει να αφήνεις τα όπλα σου στην πόρτα. Εδώ μαζί μου δεν χρειάζεται να είσαι ο ήρωας. Μπορείς να είσαι απλώς ο εαυτός σου.
Δεν απάντησε αμέσως. Άφησε το ποτήρι στο πάτωμα και την αγκάλιασε. Ανάμεσά τους υπήρχε μόνο η αίσθηση της ζεστασιάς, η μυρωδιά από τον καπνό τζακιού και η βαθιά βεβαιότητα ότι αυτή η γυναίκα τον άλλαζε. Τον μαλάκωνε, του αφαιρούσε το σκληρό βερνίκι της λογικής και τον άφηνε να δει τα δικά του αληθινά χρώματα.
Οι μήνες που ακολούθησαν την επιστροφή τους στην Αθήνα, έδειξαν ότι το μάθημα της Αρκαδίας είχε ριζώσει βαθιά. Ο Αλέξανδρος επέστρεψε στις εφημερίες του με την ίδια αφοσίωση, αλλά με μια νέα, εσωτερική ηρεμία. Οι συνάδελφοί του παρατήρησαν την αλλαγή. Το πρόσωπό του δεν ήταν πια τόσο σφιγμένο και η φωνή του προς τους ειδικευόμενους είχε χάσει εκείνη την απότομη, επικριτική χροιά.
Η σχέση του με την Σοφία είχε βρει τον δικό της μοναδικό ρυθμό. Δεν ζούσαν μαζί με την παραδοσιακή, ασφυκτική έννοια. Ο καθένας διατηρούσε το διαμέρισμά του. Αυτή η μικρή απόσταση των δυο ορόφων ήταν η δικλείδα ασφαλείας τους. Ήταν η απόδειξη ότι η συνύπαρξή τους ήταν μια καθημερινή επιλογή, όχι μια ανάγκη εξάρτησης. Ήταν ένας έρωτας που δεν είχε ανάγκη από όρους και υποσχέσεις αιώνιας πίστης, είχε ανάγκη από εμπιστοσύνη.
Ήταν ένα απόγευμα του Μαΐου ακριβώς δύο χρόνια μετά την πρώτη τους συνάντηση. Ο ήλιος έγερνε πίσω από τα βουνά της Αρκαδίας. Ο Αλέξανδρος και η Σοφία κάθονταν στην πέτρινη αυλή, στο παγκάκι που είχαν φτιάξει μαζί από τα ξύλα μιας παλιάς καστανιάς.
– Σοφία…, είπε σιγά χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει.
– Ναι, Αλέξανδρε.
– Θυμάσαι που μου είχες ότι φοβάμαι μήπως με χαράξει η ίδια μου η ζωή.
– Το θυμάμαι…
– Είχες δίκιο, συνέχισε και γύρισε να την κοιτάξει στα μάτια. Φοβόμουν. Αλλά τώρα κοιτάζω αυτές τις χαρακιές και βλέπω ότι είναι οι πιο όμορφες γραμμές πάνω μου. Είναι οι γραμμές που άφησες εσύ όταν αφαίρεσες το βερνίκι.
– Δεν σε άλλαξα εγώ Αλέξανδρε, είπε βουρκωμένη. Εσύ επέτρεψες στον εαυτό σου να αλλάξει. Εγώ απλώς κράτησα το φως για να δεις τον δρόμο.
– Και είναι ένας πολύ όμορφος δρόμος.
Την τράβηξε κοντά του και την φίλησε. Ήταν ένα φιλί γεμάτο από γεύση κρασιού και από αγάπη που είχε δοκιμαστεί, είχε περάσει από ανασφάλειες και φόβους αλλά είχε βγει στην άλλη πλευρά πιο δυνατή, πιο ελεύθερη και πιο βαθιά από ποτέ.
Καθώς το σκοτάδι έπεφτε, οι δυο τους έμειναν εκεί… Δυο άνθρωποι αυτόνομοι, δυο κόσμοι ξεχωριστοί, που είχαν μάθει να περιστρέφονται γύρω από το ίδιο κέντρο χωρίς ποτέ να συγκρούονται. Και μέσα σε εκείνη την απόλυτη ελευθερία βρήκαν την μεγαλύτερη και πιο αληθινή δέσμευση.
Νατάσα Ξαγοράρη
Τέλος
