Κάπου εκεί, στα τρένα, την είχε δει για τελευταία φορά.
Έμοιαζε με οπτασία ντυμένη με λευκό φόρεμα˙ με νύφη˙ με αερικό˙ με κάτι άπιαστο, που δεν ανήκε ούτε στη νύχτα ούτε στον κόσμο των ζωντανών˙ ένα όνειρο, που τελικά είχε γίνει εφιάλτης.
Στάθηκε πάνω στη γέφυρα των Αμπελοκήπων και κοίταξε κάτω. Οι γραμμές απλώνονταν στο σκοτάδι σαν μαύρες φλέβες, περνούσαν η μία δίπλα στην άλλη, χάνονταν κάτω από τα φώτα και συνέχιζαν προς τη δυτική άκρη της πόλης. Εδώ κι εκεί, κάποια βαγόνια στέκονταν ακίνητα, σκοτεινά. Ο αέρας μύριζε υγρασία, σίδερο και παλιό λάδι. Κάπου μακριά ακούστηκε ένα μεταλλικό τρίξιμο. Ίσως να ήταν ο αέρας που περνούσε ανάμεσα από τα κάγκελα˙ ίσως κάποιο χαλασμένο κομμάτι λαμαρίνας που χτυπούσε ρυθμικά πάνω σε ένα βαγόνι. Ή ίσως πάλι να ήταν η μνήμη του, που επέμενε να του επιστρέφει τον ίδιο ήχο ξανά και ξανά.
Τότε την είδε.
Το λευκό φόρεμά της ανέμιζε μέσα στο σκοτάδι. Τα μαλλιά της ήταν κολλημένα στο πρόσωπό της˙ το σώμα της μισογερμένο στα κάγκελα.
Ο Ερμής έσφιξε τα δάχτυλά του γύρω από τα κρύα κάγκελα. Είχε περάσει ένας χρόνος˙ ένας ολόκληρος χρόνος από τότε που η Νεφέλη χάθηκε κι όμως η Θεσσαλονίκη εξακολουθούσε να του τη φέρνει μπροστά του με τρόπους σχεδόν σαδιστικούς: ένα λευκό φόρεμα σε μια βιτρίνα˙ μια γυναικεία φιγούρα που περίμενε στη στάση˙ το άρωμα της βροχής πάνω στην άσφαλτο˙ το σφύριγμα ενός τρένου μέσα στη νύχτα.
Όλα τού θύμιζαν εκείνη. Και όλα τον γύριζαν πίσω.
***
Την είχε γνωρίσει ένα μουντό μεσημέρι του Νοέμβρη, δυτικά, στο Σιδηροδρομικό Μουσείο.
Δεν ήξερε γιατί είχε πάει εκεί. Δεν ήταν από εκείνους που περνούσαν τις ελεύθερες ώρες τους σε μουσεία, ούτε τον ενδιέφερε ιδιαίτερα η ιστορία των τρένων. Ίσως να τον είχε τραβήξει η περιοχή, εκείνο το κομμάτι της πόλης όπου η Θεσσαλονίκη έμοιαζε λιγότερο στολισμένη και περισσότερο αληθινή: η Μοναστηρίου, οι γραμμές, τα παλιά βιομηχανικά ίχνη, οι αυλές με τα σίδερα.
Το μουσείο στεγαζόταν στο παλιό κτίριο της Στρατιωτικής Στάσης, ένα χαμηλό, ιστορικό κτίσμα με ξύλινα στοιχεία, συμμετρικά ανοίγματα και μια παράξενη ηρεμία. Γύρω του απλωνόταν ο υπαίθριος χώρος, περιφραγμένος, με ατμάμαξες, βαγόνια, παλιές δραιζίνες και κομμάτια σιδηροδρομικού εξοπλισμού.
Ο Ερμής είχε περπατήσει αργά ανάμεσα στα εκθέματα. Οι ράγες έκοβαν τον χώρο σε αυστηρές γραμμές, σαν παλιές διαδρομές που δεν οδηγούσαν πια πουθενά. Λίγο πιο πέρα, μπροστά σε ένα παλιό βαγόνι, στεκόταν εκείνη.
Την πρόσεξε πρώτα από τη στάση του σώματός της. Οι άλλοι επισκέπτες κοιτούσαν τα εκθέματα βιαστικά, απλώς για να φωτογραφίσουν και να φύγουν. Εκείνη, όμως, στεκόταν ακίνητη, με το ένα χέρι ακουμπισμένο στο μέταλλο του βαγονιού, σαν να προσπαθούσε να αισθανθεί κάτι κάτω από τη σκουριά και τη μπογιά.
Φορούσε σκούρο παλτό. Από κάτω, φαινόταν η άκρη από ένα λευκό φόρεμα. Ήταν τόσο παράταιρο μέσα σ’ εκείνον τον χώρο, ανάμεσα στις ατμάμαξες, στα εργαλεία, στις ράγες και στα βαγόνια, που ο Ερμής το πρόσεξε πριν ακόμα δει το πρόσωπό της. Κοντοστάθηκε. Η κοπέλα γύρισε το κεφάλι ελάχιστα, σαν να είχε νιώσει το βλέμμα του.
«Σου αρέσουν τα τρένα;» τη ρώτησε τελικά, περισσότερο για να σπάσει τη σιωπή παρά επειδή ήθελε πραγματικά να μάθει.
Εκείνη δεν απάντησε αμέσως. Χάιδεψε με τα δάχτυλα τη μεταλλική επιφάνεια του βαγονιού, εκεί όπου το χρώμα είχε θαμπώσει από τα χρόνια. «Δεν ξέρω αν μου αρέσουν» είπε. «Μου αρέσει αυτό που υπόσχονται».
«Και τι υπόσχονται;»
Γύρισε και τον κοίταξε κανονικά. Το βλέμμα της τον μαγνήτισε. «Ότι μπορείς να φύγεις», του είπε. «Ακόμα κι αν δεν το κάνεις ποτέ».
Ο Ερμής χαμογέλασε αμήχανα. «Περίεργο μέρος για τέτοιες σκέψεις».
Η κοπέλα σήκωσε τους ώμους. «Όχι και τόσο. Οι σταθμοί, τα τρένα, οι γραμμές… όλα αυτά φτιάχτηκαν για ανθρώπους που κάποτε ήθελαν να πάνε αλλού. Ακόμα κι όταν μένουν ακίνητα, αυτό θυμίζουν».
Πίσω τους, από την οδό Μοναστηρίου, έφτανε πνιχτός ο θόρυβος της πόλης: αυτοκίνητα, φρένα, κορναρίσματα, μια μηχανή που πέρασε γρήγορα. Όμως μέσα στον χώρο του μουσείου οι ήχοι έμοιαζαν να ξεθωριάζουν, να σταματούν πάνω στα βαγόνια, στις ρόδες, στα παλιά σίδερα. Ο χρόνος εκεί δεν κυλούσε με τον ίδιο τρόπο.
«Ερμής» είπε εκείνος, απλώνοντας το χέρι του.
Η κοπέλα το κοίταξε για μια στιγμή πριν ανταποδώσει. Τα δάχτυλά της ήταν κρύα. «Νεφέλη».
***
Αργότερα, πολλές φορές, ο Ερμής θα γύριζε σε εκείνη τη στιγμή: στο χέρι της πάνω στο μέταλλο˙ στο λευκό φόρεμα που φαινόταν κάτω από το παλτό˙ στη φράση της για τη φυγή. Θα αναρωτιόταν αν όλα είχαν φανεί από την αρχή και εκείνος απλώς δεν ήθελε να τα δει.
Στην αρχή τής έστελνε μηνύματα το πρωί, της αγόραζε λουλούδια χωρίς αφορμή, τη συνόδευε σπίτι όταν σχολούσε αργά από το μικρό βιβλιοπωλείο όπου δούλευε. Μετά, χωρίς να το καταλάβει ούτε ο ίδιος, άρχισε να τη φοβάται. Φοβόταν τη σιωπή της˙ τους ανθρώπους που την κοιτούσαν˙ τα απογεύματα που ήθελε να περπατά μόνη της˙ τις φορές που δεν απαντούσε αμέσως στο τηλέφωνο˙ τα μηνύματα που έγραφε και δεν του έδειχνε˙ τον τρόπο που στεκόταν μπροστά στα τρένα και έλεγε πως τα αγαπούσε, επειδή ακόμα κι όταν έμεναν ακίνητα, κρατούσαν μέσα τους την πιθανότητα της απόδρασης.
«Εσύ θέλεις να φύγεις;» τη ρώτησε μια νύχτα.
Η Νεφέλη δεν του απάντησε αμέσως. «Μερικές φορές» είπε τελικά.
Εκείνος γέλασε, αλλά το γέλιο του βγήκε ψυχρό. «Από μένα;»
Η κοπέλα γύρισε και τον κοίταξε. «Από αυτό που γίνομαι μαζί σου».
Τους τελευταίους μήνες όλα είχαν αρχίσει να χαλούν. Φθείρονταν όπως σκουριάζει το σίδερο: μέρα με τη μέρα, λέξη με τη λέξη˙ μικρή παρατήρηση˙ μικρή υποψία˙ μισή συγγνώμη˙ μικρή επιστροφή.
Ο Ερμής τής έλεγε πως την αγαπούσε. Κι ίσως την αγαπούσε στ’ αλήθεια. Μόνο που η αγάπη του είχε αρχίσει να μοιάζει με δωμάτιο χωρίς πόρτες. Εκείνη απομακρυνόταν. Κι όσο απομακρυνόταν, τόσο εκείνος έσφιγγε τον κλοιό του.
Την τελευταία νύχτα φορούσε το ίδιο λευκό φόρεμα με την πρώτη φορά. Του είχε στείλει μήνυμα λίγο μετά τα μεσάνυχτα.
Πρέπει να μιλήσουμε. Εκεί που περνούν τα τρένα.
Όταν έφτασε, την είδε πάνω στη γέφυρα. Είχε πάει πιο πέρα, προς την παλιά σκάλα, στο σημείο όπου το μέταλλο ήταν φαγωμένο από τη σκουριά και ένα κομμάτι από το πλευρικό πλέγμα έλειπε, αφήνοντας πίσω του ένα σκοτεινό άνοιγμα. Το λευκό φόρεμά της ανέμιζε γύρω από τα γόνατά της.
«Δεν μπορώ άλλο» του είχε πει.
Ο Ερμής θυμόταν τη φωνή της. Ήταν ήρεμη, σταθερή κι αυτό τον είχε εξοργίσει περισσότερο από οποιαδήποτε κραυγή. «Τι δεν μπορείς;»
«Εμάς».
Δεν της απάντησε αμέσως. Κοίταξε κάτω, τις γραμμές, τα παρκαρισμένα βαγόνια, τα σκοτεινά ανοίγματα ανάμεσα στις ράγες. Έπειτα γέλασε ειρωνικά.
«Ερμή…»
«Μη λες το όνομά μου έτσι».
Εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω. Ή μήπως μπροστά; Αυτή η λεπτομέρεια τον βασάνιζε από τότε. Στις αναμνήσεις του η σκηνή άλλαζε κάθε φορά. Άλλοτε εκείνη απομακρυνόταν από εκείνον. Άλλοτε πλησίαζε στο άνοιγμα. Άλλοτε σήκωνε το χέρι της για να τον σταματήσει. Άλλοτε εκείνος άπλωνε το δικό του για να την πιάσει. Ή μήπως να τη σπρώξει;
***
Ο Ερμής άνοιξε τα μάτια. Βρισκόταν πάλι στη γέφυρα, έναν χρόνο μετά, με τα χέρια παγωμένα και την καρδιά του να χτυπά δυνατά.
Η αστυνομία δεν είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα. Η υπόθεση της Νεφέλης είχε κλείσει γρήγορα. Δεν υπήρχαν μάρτυρες. Δεν υπήρχαν σαφή σημάδια πάλης. Υπήρχε μόνο ένας άντρας συντετριμμένος, ένας καβγάς που δεν αποδείχθηκε ποτέ και μια κοπέλα που όλοι ήξεραν πως τον τελευταίο καιρό «δεν ήταν καλά».
Έτσι το είπαν. Δεν ήταν καλά.
Λες και αρκούσε αυτή η φράση για να εξηγήσει τα πάντα. Λες και μπορούσε να χωρέσει εκεί μέσα μια ολόκληρη ζωή, μια ολόκληρη σχέση, μια θανάσιμη πτώση.
Κοίταξε κάτω. Οι γραμμές χάνονταν στο σκοτάδι, διασταυρώνονταν, απομακρύνονταν, έφευγαν προς τη δυτική άκρη της πόλης. Για μια στιγμή, του φάνηκε πως κάτι λευκό κινήθηκε ανάμεσα στις σκιές και πέταξε πιο πέρα, εκεί όπου η μνήμη του έσπρωχνε πάντα το βλέμμα του: προς τη Νέα Ιωνία.
Κατέβηκε από τη γέφυρα σχεδόν τρέχοντας. Μπήκε στο αυτοκίνητο και οδήγησε προς τα δυτικά.
Όταν έφτασε, η νύχτα είχε πυκνώσει. Το νεκροταφείο τρένων απλωνόταν μπροστά του σαν μια πόλη νεκρών μηχανών: βαγόνια μισάνοιχτα, σκουριασμένες πόρτες, παράθυρα χωρίς τζάμια, χόρτα που είχαν φυτρώσει ανάμεσα στις ρόδες. Κάποτε αυτά τα τρένα είχαν κουβαλήσει ανθρώπους, αποχαιρετισμούς, επιστροφές, βαλίτσες, υποσχέσεις. Τώρα κουβαλούσαν μόνο σιωπή. Και εκείνη.
Την είδε δίπλα σε ένα παλιό βαγόνι, λίγο πιο πέρα από τις γραμμές: το λευκό φόρεμα, τα μαλλιά, το πρόσωπο μισοκρυμμένο στη σκιά.
«Νεφέλη;» ψιθύρισε.
Η φιγούρα δεν απάντησε.
Ο Ερμής προχώρησε. Τα πόδια του έτρεμαν. Δεν ήξερε αν ήθελε να τη φτάσει ή να φύγει. Δεν ήξερε αν αυτό που έβλεπε ήταν φάντασμα, μνήμη ή η τιμωρία που άξιζε σε ανθρώπους σαν εκείνον.
Η πόρτα ενός βαγονιού άνοιξε με ένα μεταλλικό βογκητό. Μέσα, το σκοτάδι ήταν σχεδόν συμπαγές. Μπήκε. Η μυρωδιά της σκουριάς τον χτύπησε στο πρόσωπο. Τα καθίσματα ήταν σκισμένα. Στους τοίχους υπήρχαν γραμμένα ονόματα, ημερομηνίες, βρισιές, καρδιές με αρχικά που κανείς πια δεν θυμόταν.
Στο βάθος, πάνω σε ένα κάθισμα, υπήρχε κάτι λευκό: ένα κομμάτι από ύφασμα. Ο Ερμής πλησίασε αργά. Το άγγιξε με τα δάχτυλα. Ήταν παλιό, λερωμένο, αλλά το αναγνώρισε αμέσως: ανήκε στο φόρεμά της.
«Ήξερα πως θα γύριζες» ακούστηκε μια φωνή. Η φωνή της. Γύρισε απότομα. Κανείς. «Όχι από αγάπη. Από ενοχή. Η ενοχή είναι πιο πιστή από την αγάπη» συνέχισε η φωνή.
Τα μάτια του θόλωσαν. Σωριάστηκε στο παλιό κάθισμα.
Η φωνή συνέχισε. Έμοιαζε να βγαίνει από τους τοίχους. «Δεν ξέρω τι θα θυμάσαι απόψε. Οι άνθρωποι σαν εσένα θυμούνται πάντα αυτό που τους σώζει. Ξεχνούν τη λέξη που πλήγωσε, το χέρι που έσφιξε, την πόρτα που έκλεισε, τον φόβο που φόρεσαν στον άλλον μέχρι να του γίνει δέρμα».
Ο Ερμής ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Έξω ακούστηκε πάλι εκείνο το μεταλλικό τρίξιμο, πιο κοντά αυτή τη φορά.
«Δεν ξέρω αν θα με σπρώξεις απόψε ή αν θα με αφήσεις να πέσω μόνη μου. Ίσως τελικά να μην έχει μεγάλη διαφορά. Υπάρχουν άνθρωποι που σκοτώνουν χωρίς να αγγίξουν. Κι υπάρχουν χέρια που αργούν τόσο πολύ να απλωθούν, ώστε γίνονται κι αυτά μέρος της πτώσης».
Η ανάσα του κόπηκε. Όχι. Δεν έγινε έτσι. Δεν μπορούσε να είχε γίνει έτσι.
Εκείνος είχε προσπαθήσει να την πιάσει. Το θυμόταν. Θυμόταν το χέρι του να απλώνεται. Θυμόταν το ύφασμα να γλιστρά μέσα από τα δάχτυλά του. Θυμόταν την κραυγή του. Ή μήπως θυμόταν την κραυγή της;
Έκλεισε τα μάτια. Και τότε η σκηνή επέστρεψε ολόκληρη:
Η Νεφέλη δίπλα στο άνοιγμα. Εκείνος απέναντί της. Η φωνή του σπασμένη από θυμό. Το χέρι του γύρω από τον καρπό της, προσπαθώντας μάταια να την κρατήσει εκεί, για να τον ακούσει˙ για να μη φύγει˙ για να μην τον αφήσει.
«Με πονάς» του είχε πει.
Μετά όλα έγιναν γρήγορα. Εκείνη τραβήχτηκε. Εκείνος την κράτησε πιο δυνατά. Το τακούνι της βρήκε στο μεταλλικό χείλος του πλατύσκαλου. Το σώμα της γύρισε στο πλάι, το λευκό φόρεμα σκάλωσε για μια στιγμή στο σκουριασμένο σύρμα και ύστερα χάθηκε. Ο Ερμής έμεινε με το χέρι απλωμένο. Άδειο.
***
Άνοιξε τα μάτια του απότομα. Στο τζάμι του βαγονιού, είδε πίσω του μια λευκή μορφή.
«Δεν ήθελα» ψιθύρισε, χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει. «Δεν ήθελα να γίνει έτσι».
Για λίγο δεν υπήρξε τίποτα, παρά μόνο η σιωπή των τρένων και η ανάσα του που έβγαινε κοφτή.
Ύστερα, από κάπου πίσω του, ακούστηκε η φωνή της. «Το ξέρω».
Ο Ερμής δάκρυσε. Για μια στιγμή ένιωσε ανακούφιση.
Μέχρι που η φωνή συνέχισε: «Αυτό ήταν πάντα το χειρότερο».
Ένιωσε το αίμα του να παγώνει. Έμεινε ακίνητος, με τα δάχτυλα σφιγμένα πάνω στο σκισμένο κομμάτι του λευκού φορέματος, σαν να μπορούσε ακόμη να κρατήσει κάτι από εκείνη. Έξω, το μεταλλικό τρίξιμο δυνάμωσε. Σήκωσε το βλέμμα.
Πέρα από το σπασμένο παράθυρο, ανάμεσα στα χόρτα και στα παλιά σιδερικά, οι γραμμές απλώνονταν στο σκοτάδι, άλλες νεκρές, άλλες χαμένες κάτω από τη βλάστηση, άλλες συνεχίζοντας ακόμα προς κάπου που κανείς ζωντανός δεν είχε λόγο να πάει.
Ένα φως φάνηκε να πλησιάζει αργά κι έπειτα οι σκιές των βαγονιών άρχισαν να τρέμουν γύρω του. Ο Ερμής βγήκε από το παλιό βαγόνι παραπατώντας. Η νύχτα έξω είχε αλλάξει. Τα αγριολούλουδα που έπνιγαν τις ράγες έγερναν όλα προς την ίδια κατεύθυνση. Ανάμεσά τους, παπαρούνες είχαν φυτρώσει εκεί όπου πριν υπήρχαν μόνο αγκάθια και ξερόχορτα. Τα πέταλά τους έμοιαζαν με μικρές πληγές πάνω στο χώμα.
«Νεφέλη;» ψιθύρισε.
Την είδε να στέκεται λίγο πιο πέρα, πάνω στις γραμμές. Του άπλωσε το χέρι. Ο Ερμής έκανε ένα βήμα πίσω. Πίσω της, το φως πλησίαζε. Ένα τρένο ξεπρόβαλε μέσα από το σκοτάδι, μα δεν πατούσε πάνω στις ράγες. Έμοιαζε φτιαγμένο από καπνό. Τα παράθυρά του ήταν φωτισμένα από μέσα κι όμως κανείς δεν καθόταν στα καθίσματα.
Ο Ερμής άκουσε ψιθύρους, ανάσες, λυγμούς, βήματα πάνω σε ξύλινα πατώματα. Άρχισε να τρέχει ανάμεσα στα βαγόνια. Το μέταλλο γύρω του έτριζε, από το βάρος των αναμνήσεων που ανακαλούσε βίαια. Έβλεπε το χέρι του να σφίγγει τον καρπό της ξανά και ξανά. Σε κάθε βαγόνι, σε κάθε σπασμένο τζάμι, έβλεπε την ίδια σκηνή να επαναλαμβάνεται σαν χαλασμένη ταινία.
Για μια στιγμή έχασε την ισορροπία του και άπλωσε το χέρι να κρατηθεί από κάτι. Τα δάχτυλά του βυθίστηκαν στον παγωμένο αέρα. Σωριάστηκε στις ράγες. Στο πλάι του, ένα κομμένο καλώδιο σύρθηκε πάνω στο μέταλλο, σαν μαύρο φίδι. Εκείνος τινάχτηκε. Το πόδι του μπλέχτηκε στα χόρτα. Η Νεφέλη εξακολουθούσε να του απλώνει το χέρι.
«Δεν ήθελα να σε σκοτώσω» ψιθύρισε εκείνος.
Η φωνή της ακούστηκε μέσα στο κεφάλι του. «Το ξέρω».
Το τρένο σταμάτησε μπροστά τους. Οι πόρτες άνοιξαν αθόρυβα. Μέσα υπήρχε μια σειρά από άδεια καθίσματα και μια μυρωδιά παλιού ξύλου, υγρασίας και λουλουδιών που είχαν σαπίσει πριν προλάβουν να μαραθούν.
Ο Ερμής σηκώθηκε. Οι παπαρούνες άρχισαν να ρίχνουν τα πέταλά τους, ένα ένα, σαν κόκκινη βροχή πάνω στις ράγες.
Η Νεφέλη πλησίασε. Αυτή τη φορά εκείνη τον έπιασε από τον καρπό. «Έλα» του είπε.
Ο Ερμής έκλεισε τα μάτια.
Για μια στιγμή ξαναβρέθηκε στη γέφυρα. Είδε το λευκό φόρεμα πάνω από το κενό. Άκουσε τη φωνή της να του λέει «με πονάς». Ένιωσε ξανά τον καρπό της μέσα στο χέρι του, το τράβηγμα, το παραπάτημα, το ύφασμα που σκίστηκε, το βλέμμα της, λίγο πριν χαθεί. Και κατάλαβε. Δεν την είχε σπρώξει μόνο εκείνη τη νύχτα. Την έσπρωχνε κάθε μέρα, λίγο λίγο, μέχρι που δεν είχε μείνει πια πουθενά να σταθεί.
Όταν άνοιξε τα μάτια, βρισκόταν μέσα στο τρένο. Η Νεφέλη καθόταν απέναντί του. Το λευκό φόρεμα απλωνόταν στο κάθισμα. Έξω από το παράθυρο, το νεκροταφείο των τρένων κυλούσε αργά προς τα πίσω: τα βαγόνια, οι σκουριασμένες πόρτες, τα παράθυρα χωρίς τζάμια, τα αγριολούλουδα, τα κομμένα καλώδια, οι ράγες που δεν ήξεραν πια αν οδηγούσαν κάπου ή αν απλώς επαναλάμβαναν την ίδια παλιά διαδρομή.
***
Το επόμενο πρωί, ένας εργάτης βρήκε το παλτό του Ερμή κρεμασμένο σε μια σκουριασμένη πόρτα βαγονιού, στη Νέα Ιωνία. Στην τσέπη υπήρχε ένα κομμάτι από λευκό ύφασμα, ένα σκουριασμένο δαχτυλίδι και μερικά κόκκινα πέταλα παπαρούνας, παρόλο που κανείς δεν θυμόταν να υπήρχαν παπαρούνες εκεί την προηγούμενη μέρα. Τον ίδιο δεν τον βρήκαν ποτέ.
Εκείνοι που περνούσαν νύχτα από τη Νέα Ιωνία έλεγαν πως, όταν ο αέρας φυσάει μέσα από τα εγκαταλελειμμένα βαγόνια, ακούγεται από κάπου μακριά ένα τρένο˙ ένα τρένο που δε φαίνεται στις διαδρομές και δε σταματά σε κανέναν σταθμό.
Και τότε, αν κοιτάξεις αρκετά προσεκτικά, θα το δεις να περνά μπροστά σου σαν φάντασμα, κουβαλώντας τον απόηχο του παρελθόντος. Κουβαλώντας όλες τις ανάσες που χάθηκαν, όλους όσοι έφυγαν πριν προλάβουν να σωθούν, όλους όσοι αγάπησαν τόσο άρρωστα, που έκαναν την αγάπη φυλακή.
Οι παπαρούνες θα ρίξουν τα πέταλά τους. Η εποχή θα αλλάξει. Και τα φαντάσματα θα μείνουν εκεί όπου ανήκουν. Στο νεκροταφείο τους.
Ερωδίτη Παπαποστόλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

2 responses to “Κάπου στη Δυτική Θεσσαλονίκη…”
[…] Κάπου στη Δράμα… Κάπου στη Δυτική Θεσσαλονίκη… […]
[…] Κάπου στη Δυτική Θεσσαλονίκη… Κάπου στο Ρέθυμνο… […]