“Τώρα βρήκε να χαλάσει κι αυτός ο διάολος!”, βλαστήμησε βλέποντας πως το ασανσέρ ήταν εκτός λειτουργίας. Ανέβηκε τα σκαλιά αγκομαχώντας. Απ’ τη μια οι ασφυχτικά γεμάτες σακούλες που κρατούσε στα χέρια της, απ’ την άλλη αυτά τα μαύρα ρούχα μέσα στη δαιμονισμένη ζέστη της μέρας, την είχαν καταβάλει.
Μπαίνοντας στο διαμέρισμά της, άφησε τα ψώνια μπροστά στην πόρτα της κουζίνας και πήγε στο μπάνιο να πλυθεί και να αλλάξει. Πέταξε όσα φορούσε στο καλάθι με τ’ άπλυτα κι έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπό της. “Άντε να δούμε πότε θα τελειώσει κι αυτό το μαρτύριο!”, μονολόγησε και προχώρησε μ’ αργά βήματα στην κρεβατοκάμαρα. Φόρεσε ένα κίτρινο μπλουζάκι κι ένα πράσινο σορτσάκι και πήγε στην κουζίνα να φτιάξει ένα καφέ και να τακτοποιήσει τα ψώνια.
Λίγη ώρα αργότερα, καθόταν στην καρέκλα μπροστά στη μπαλκονόπορτα της κουζίνας, μ’ ένα φλιτζάνι ελληνικού καφέ να αχνίζει δίπλα της. Μόνο ελληνικό έπινε χειμώνα – καλοκαίρι.
“Τι να έκανα βρε Ελένη μου… Ψυχοσάββατο σήμερα, να μην πάω; Να με πιάσει στο στόμα της η γειτονιά;”, μιλούσε στο τηλέφωνο κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι της. “Ε, σάμπως δεν με ξέρεις; Θύμα μια ζωή… Τι να κάνεις; Σε κανένα χρόνο θα τον βγάλουμε και θα σταματήσω και τα σούρτα φέρτα…”, ήπιε μια γουλιά απ’ τον καφέ της.
“Ο Θεός να τον συγχωρέσει, που μόνο Εκείνος ξέρει τι τράβηξα τόσα χρόνια!”, άναψε τσιγάρο και φύσηξε τον καπνό ψηλά. “Βασανισμένη… όπως το ‘πες! Αλλά μάνα είσαι κι εσύ και με νιώθεις… πάνω απ’ όλα τα παιδιά! Γιατί θαρρείς δεν τον άφησα; Για να μεγαλώσουν τα παιδιά με τον πατέρα τους. Έκανα τον εαυτό μου πίσω και… Ναι, ναι Ελένη μου! Άντε σ’ αφήνω γιατί τους περιμένω το μεσημέρι για φαγητό”. Έκλεισε το τηλέφωνο κι έσβησε με άτσαλες κινήσεις το τσιγάρο που κρατούσε. Μάζεψε τα μαλλιά της ψηλά σε σφιχτό κότσο, έπλυνε τα χέρια της κι άρχισε να ανοίγει ντουλάπια και ψυγείο για ν’ αρχίσει το μαγείρεμα.
Της άρεσε τόσο πολύ να μαγειρεύει! Αν δεν είχε προκύψει η εγκυμοσύνη της στην τελευταία τάξη του Λυκείου, μ’ αυτό θα ήθελε να ασχοληθεί. Μα την έφαγε ο έρωτας και τα “θα προσέχω” του Σίμου! Που ανάθεμά τον, δεν πρόσεχε τελικά και 30 χρόνια πριν, τέτοια εποχή, κρατούσε στα χέρια της ένα θετικό τεστ εγκυμοσύνης. Από ένα φαρμακείο τρεις γειτονιές πιο κάτω τον είχε στείλει να της το αγοράσει, μη τη δει κανένα μάτι και το μάθει ο πατέρας της! Μα να που τελικά δεν κατάφερε να του το κρατήσει κρυφό και λίγες μέρες μετά το τέλος της σχολικής χρονιάς, εμφανίστηκε στο κατώφλι τους ο Σίμος, μετά της μητρός και του πατρός του για τ’ αρραβωνιάσματα.
Ο γάμος έγινε γρήγορα, έπρεπε να προλάβουν, να μην πολυφαίνεται η φουσκωμένη κοιλίτσα της. Κι έξι μήνες αργότερα, κρατούσαν στα χέρια τους τον Θανάση, τον πρωτότοκό τους. Η Σταματία, η κόρη τους, ήρθε δύο χρόνια αργότερα. “Δυο παιδιά κοιλοπόνεσα και τους δώσαμε τα ονόματα των πεθερικών, θαρρείς κι εγώ γονείς δεν είχα!”, παραπονιόταν χαμηλόφωνα στην Ελένη, την από πάντα κολλητή της φίλη.
Ούτε χρόνο δεν ήταν μαζί με το Σίμο όταν έμεινε έγκυος, στα μέλια ήταν, δεν είχαν προλάβει να γνωρίσουν καλά ο ένας τον άλλον. Η πραγματική γνωριμία ήρθε όταν πια ξυπνούσαν και κοιμούνταν μαζί και πολύ σύντομα η Αργυρώ κατάλαβε πως εύκολα ο εφηβικός έρωτας φεύγει απ’ το παράθυρο, όταν απ’ την πόρτα μπαίνουν λογαριασμοί ηλεκτρικού, τηλεφώνου και βρώμικα σώβρακα! Κι όταν στην εξίσωση έχεις να υπολογίσεις και δυο μωρά μαλωμένα με τον ύπνο, εύκολα ο έρωτας γίνεται καπνός!
Υδραυλικός ήταν ο Σίμος. Έμαθε την τέχνη δίπλα στον πατέρα του και δούλευε στο πλευρό του. Όταν παντρεύτηκε με την Αργυρώ και τα έξοδα με το σπίτι και τα παιδιά αυξήθηκαν, αναλάμβανε όλο και περισσότερες δουλειές για να τα βγάλουν πέρα. Η μάνα της Αργυρώς από μικρή φιλάσθενη κι αδύναμη, δεν μπορούσε να κρατάει τα παιδιά για να δουλέψει κι εκείνη κι η πεθερά της εργαζόταν κανονικά στο μαγαζί του άντρα της, πού χρόνος να βοηθήσει; Έτσι έπεσε στην πλάτη της η φροντίδα των μικρών, που ζωή να ‘χουν, μα την πίστη της είχαν βγάλει της δόλιας! Αυτή να τρέξει στους γιατρούς, στα πάρκα, στα σχολεία, στις δραστηριότητες… Μα δεν παραπονιόταν. “Πάνω απ’ όλα τα παιδιά!”, έλεγε.
Και τα έβλεπε να μεγαλώνουν και ν’ ανθίζουν και σημασία δεν έδινε που ο Σίμος γυρνούσε απ’ τη δουλειά όλο και πιο αργά. Και λέξη δεν της έλεγε που συνήθως την έβρισκε αποκοιμισμένη στο παιδικό δωμάτιο, δίπλα στα μικρά τους. Έβαζε να φάει, έκανε ένα μπάνιο και κοιμόταν, να ξεκουραστεί κι αυτός. Κι ήρθε κι έγινε αυτή η απόσταση, κανονικότητα. Κι αν στις αρχές προσπαθούσε να την προσεγγίσει, να βρεθούν κι αυτοί λίγο μόνοι σα ζευγάρι, βλέποντας πως η Αργυρώ δυσανασχετούσε, εγκατέλειψε κι αυτός.
“Να μου το δεις που έχει γκόμενα!”, έλεγε η Αργυρώ, στον καθιερωμένο πρωινό καφέ με την Ελένη.
“Ε βρε Αργυρώ μου κι εσύ… Καλό να είσαι κοντά με τα παιδιά, αλλά το έχεις παρακάνει! Τρεις μήνες έχεις να κοιμηθείς στην κρεβατοκάμαρα!”, της απαντούσε η Ελένη.
“Ελένη μου, όλα απ’ τα χέρια μου περνάνε! Με ρώτησε ο κυρ Σίμος αν έχω κουράγια για…”, δυσανασχετούσε εκείνη.
“Κι αυτός για ποιον δουλεύει, βρε Αργυρώ μου; Ολόκληρη οικογένεια, τόσα έξοδα…”.
“Ναι, ναι, Ελένη μου… Σάμπως δεν ξέρω εγώ τι κάνει… Για χαζή μ’ έχεις! Τρεις φορές πήγε την προηγούμενη βδομάδα στο σπίτι της δασκάλας… εκείνης που μένει πάνω απ’ το μανάβικο, ντε! Αχ Ελένη μου… με νύχια και με δόντια το κρατάω το σπίτι! Άλλη αν ήταν, θα του είχε δώσει τα παπούτσια στο χέρι! Για τα παιδιά μένω…”, αναστέναζε κι έπινε μια γουλιά απ’ τον ελληνικό της
“Τι είναι αυτά που λες, βρε Αργυρώ μου; Σε απατά και μένεις μαζί του; Δώστου εκεί μια μούντζα και σήκω και φύγε! Νέα γυναίκα είσαι, γιατί χαντακώνεσαι; Έλα στη βιοτεχνία που δουλεύω, σαν τρελός ψάχνει νέα άτομα ο ιδιοκτήτης! Και πληρωνόμαστε και καλά! Θα δεις… θα τα βολέψεις! Και δεν πειράζει που δεν ξέρεις, εγώ θα σ’ εκπαιδεύσω!”
“Αχ Ελένη μου… δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα…”, βούρκωνε η Αργυρώ
“Γιατί δεν είναι; Ακόμη κι αν δεν θέλει να δώσει διατροφή ο κύριος Σίμος”, έλεγε ειρωνικά, “θα τα καταφέρεις μοναχή σου! Τα παιδιά ξεπετάχτηκαν, θα…”
“Δηλαδή μου λες ν’ αφήσω το σπίτι μου, τη σειρά μου και ν’ αρχίσω απ’ την αρχή με δυο παιδιά; Όχι, όχι, Ελένη μου… Είμαι μάνα κι η μάνα γίνεται θυσία για τα παιδιά της!”, έκλεινε απότομα την κουβέντα η Αργυρώ
Κι έτσι έμεινε η Αργυρώ σ’ έναν νεκρό, σχεδόν από πάντα, γάμο. Έμεινε δίπλα σε έναν άντρα που δεν αγαπούσε, που δεν νοιαζόταν, που δεν πονούσε καν. Τον άφηνε να “κάνει τη ζωή του” με τη μία και την άλλη κι εκείνη κρατούσε τα μάτια της καρφωμένα στα παιδιά και μόνο. “Μα αυτό είναι η μάνα… ταυτόσημη της θυσίας…”, έλεγε.
Και δυο χρόνια πριν, τον πήρε ο Μεγαλοδύναμος κοντά του. Ούτε πενήντα πέντε δεν ήταν, “Θεός ‘σχωρέστον!”.
“Τουλάχιστον σου άφησε μια σύνταξη. Μεγάλωσαν και τα παιδιά… κάπως θα τα κουτσοκαταφέρεις”, της έλεγε η Ελένη.
“Ας μην έκανα εγώ τα κουμάντα μου τόσα χρόνια, να ξεχρεώσουμε νωρίτερα το στεγαστικό και να βάζω και κρυφά λίγα λίγα στην άκρη κι ούτε για την κηδεία του δε θα είχαμε!”, μουρμούριζε η Αργυρώ. “Κι αυτά τα μαύρα… να κλείσουν τρία χρόνια να τα πετάξω πια! Πολύ με βαραίνουν!”, συμπλήρωνε και ξεφυσούσε.
“Ε ναι βρε Αργυρώ μου, φτάνει! Νέα γυναίκα είσαι πια!”, της χαμογελούσε η Ελένη.
Και μετρούσε τις μέρες η Αργυρώ, να περάσουν τα τρία χρόνια, μην έχει κι ο κόσμος να λέει και σιγά σιγά να κάνει και καμιά εκδρομή, κανένα ταξιδάκι, να ζήσει κι αυτή η καημένη, που τόσα χρόνια την έφαγε το σπίτι…
Απ’ τις σκέψεις της την έβγαλε το κουδούνι της πόρτας που χτυπούσε επίμονα. Έσβησε βιαστικά το φούρνο κι έτρεξε ν’ ανοίξει. Η Σταματία, η κόρη της, μπήκε φουριόζα.
– Στάσου, παιδί μου! Θα με γκρεμίσεις! φώναξε η Αργυρώ κι έκλεισε την πόρτα
– Μαμά, άσε με, γιατί είμαι να σκάσω! είπε αγανακτισμένη η Σταματία κι έπεσε στον καναπέ
– Τι έγινε; Τι έπαθες; κάθισε δίπλα της η Αργυρώ και την κοίταξε με αγωνία
– Ο Γιώργος έχει άλλη, μαμά! η Σταματία έπεσε στην αγκαλιά της μάνας της κλαίγοντας με λυγμούς
– Τι λες, παιδί μου; στρίγκλισε η Αργυρώ. Ο Γιώργος; Αποκλείεται!
– Τους είδα με τα μάτια μου! Το πρωί πήγε στο μαγαζί, τάχα να τελειώσει με κάτι εκκρεμότητες και να έρθει μετά να μας πάρει με τη μικρή να έρθουμε εδώ για φαγητό. Σκέφτηκα να πάω να αγοράσω κάτι κορνίζες που είχα δει κοντά στη δουλειά του, για να στις φέρω δώρο. Άφησα τη μικρή στην πεθερά μου και πήγα. Και μετά πέρασα απ’ το μαγαζί να τον πάρω να φύγουμε μαζί και μπαίνοντας μέσα τους είδα! το κορμί της τρανταζόταν απ’ τα κλάματα
– Ηρέμησε, παιδί μου, θα μου πάθεις τίποτα! έτρεξε στην κουζίνα και της έφερε ένα ποτήρι νερό
– Μαμά, τι θα κάνω; Πώς θα τα καταφέρω μόνη μου; η Σταματία την κοίταξε με θολωμένο βλέμμα
Η Αργυρώ στένεψε τα μάτια και στάθηκε αμίλητη για λίγα δευτερόλεπτα. Μετά πήγε και κάθισε δίπλα της.
– Μόνη σου; τη ρώτησε σαν να προσπαθούσε να καταλάβει τι εννοούσε η κόρη της μ’ αυτές τις λέξεις
– Μαμά, δεν ξαναγυρίζω εγώ εκεί! Θα χωρίσουμε! της είπε σαν να μην καταλάβαινε για ποιο πράγμα απορούσε η μητέρα της
– Σταματία, τι λες; Αν ήταν κάθε φορά που ένας άντρας ξενοκοιτούσε λίγο, να χώριζαν οι γυναίκες, όλες θα ήταν χωρισμένες! Πού θα πας μ’ ένα παιδί στο χέρι; Το παιδί έχει ευθύνες, έξοδα… τι θα κάνεις μοναχή σου; η φωνή της Αργυρώς έδειχνε έκπληκτη
– Μαμά, με απάτησε! τόνισε η Σταματία μία μία τις συλλαβές τις τελευταίας λέξης
– Ο πρώτος ή ο τελευταίος, κορίτσι μου; Κι ο πατέρας σου, Θεός ‘σχωρέστον, τι νομίζεις; Δεν της έκανε τις κουτσουκέλες του; σταυροκοπήθηκε
– Ο μπαμπάς; τα μάτια της Σταματίας άνοιξαν έκπληκτα
– Εμ τι νόμιζες; σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της
– Και γιατί έμεινες μαμά; Πώς άντεξες;
– Η ψυχούλα μου το ξέρει… κατέβασε το βλέμμα. Που έφαγα τη ζωή μου για να μεγαλώσετε σωστά με τον αδερφό σου! βούρκωσε
– Μαμά, τι λες; Γιατί δεν τον άφησες; Γιατί δεν…
– Θα τον άφηνα. Μα μόνο όταν μεγαλώνατε εσείς. Με πρόλαβε ο… Θεός! σταυροκοπήθηκε ξανά. Τώρα που παντρεύτηκε κι ο Θανάσης, θα τον χώριζα, δεν τον είχα πια καμία ανάγκη! Μα μέχρι τώρα, έπρεπε να κρατήσω το σπιτικό ενωμένο. Κατάλαβες; αναστέναξε.
– Εγώ δεν μπορώ να το αντέξω όλο αυτό! Είναι πολύ βαρύ για να το αντέξω!
– Και τι θα κάνεις; Θα φύγεις; Να τραβήξεις όλα τα ζόρια μόνη σου; Πουθενά δεν θα πας! Θ’ αφήσεις τη βολή και τη σιγουριά σου; Όχι! Εκεί θα καθίσεις! Κι αν θέλει να γυρνάει με άλλες, άστον! Εκείνες θα τον χαίρονται για λίγο, στο σπίτι όμως “θα τ’ ακουμπάει”! Κι εσύ… γυναίκα είσαι, θα κάνεις τα κουμάντα σου. Κι όταν μεγαλώσει η μικρή… της έκλεισε το μάτι πονηρά
– Μαμά, τι λες; η Σταματία φαινόταν να τα έχει εντελώς χαμένα
– Αχ κορίτσι μου… μάνα θα πει… θυσία! συνέχισε η Αργυρώ και σταυροκοπήθηκε
Κική Γιοβανοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
