Σάββατο πρωί και η Μελίνα είχε ξυπνήσει νωρίς, αν και δεν είχε σχολείο. Κάθε Σάββατο ξυπνούσε νωρίς και όχι αναγκαστικά, αλλά επειδή αυτό ήθελε. Κάθε Σάββατο πήγαινε στην αγορά με τον πατέρα της. Αρχικά πήγαιναν στη λαϊκή αγορά, που γινόταν τέρμα Κολοκοτρώνης και μετά κινούνταν στην Ηφαίστου με τα μικρομάγαζα που πωλούσαν πράγματα κάθε λογής, με τα σιδεράδικα και με το καμίνι. Έπειτα κινούνταν στην Καραϊσκάκη με τα κρεοπωλεία, το μπακάλικο και το μαγαζί που αγόραζαν χαρτικά. Για το τέλος άφηναν το σούπερ μάρκετ που βρισκόταν έναν δρόμο πιο κάτω.
Μόλις τελείωναν τα ψώνια τα άφηναν στο σπίτι και πήγαιναν για καφέ στο δασάκι της πόλης. Ανέβαιναν τα σκαλιά της Τριτάκη. Δεξιά αριστερά τα σκαλιά στόλιζαν μεγάλες τενεκεδένιες πολύχρωμες γλάστρες, που φιλοξενούσαν κυρίως γεράνια, βάγιες και κάθε λογής αρωματικά φυτά. Όλα αυτά έκαναν τον κάθε διαβάτη να νιώθει ότι περπατά σε νησί. Τα σπίτια όλα παλιά, με ασβεστωμένες μικρές αυλές και τραπεζάκια στολισμένα με πολύχρωμους μουσαμάδες και ψάθινες καρέκλες. Οι σκάλες αυτές ήταν πολυκαιρισμένες και γλιστερές.
Στο τέρμα των σκαλιών συναντούσαν το νότιο τείχος του κάστρου της πόλης, το οποίο περπατούσαν παραπλεύρως μέχρι να συναντήσουν τον κεντρικό δρόμο που οδηγούσε στο καφέ που πήγαιναν. Έπιναν ήσυχα ο πατέρας τον καφέ του και η Μελίνα την πορτοκαλάδα της μιλώντας κυρίως για τα όνειρά της. Εκείνο το Σάββατο μίλησαν για το όνειρό της να σπουδάσει στην Αθήνα, να φύγει από την Πάτρα. Από το μέρος αυτό, Πατρινοί και επισκέπτες απολάμβαναν τη θέα της πόλης από άκρη σε άκρη, από την εκκλησία του Αγίου Ανδρέα ως το κολυμβητήριο και όλα έμοιαζαν υπέροχα, καθώς η θάλασσα και το γαλάζιο της σφιχταγκάλιαζαν κάθε τι που φαινόταν από εκεί πάνω.
Μετά από τον καφέ ακολουθούσαν άλλη διαδρομή για την επιστροφή τους στο σπίτι μέσα από το Δασύλλιο. Περνούσαν τα μικρά μονοπάτια και απολάμβαναν τους ήχους του δάσους. Σε αυτό το δασάκι η Μελίνα, παιδί ακόμα, είδε για πρώτη φορά το κουκούλι του μεταξοσκώληκα, μικρό παιδί ήταν όταν για πρώτη φορά άρπαξε “το σχοινί του Ταρζάν”, όπως το αποκαλούσαν και άφησε το σώμα της να αιωρείται ανάμεσα στα ψηλά δέντρα.
Μόλις έβγαιναν από το δάσος βρίσκονταν στο Βαλτερό με τα χαμηλά φτωχόσπιτα, τη γραφική πλατεία και το δημοτικό σχολείο της περιοχής. Η περιοχή ήταν πολύ ζωντανή. Φωνές παιδιών αντηχούσαν από παντού, γέλια και παιχνίδια, αλλά και μυρωδιές από τα φαγητά που ετοιμάζονταν.
Τις Κυριακές ακολουθούσαν άλλη διαδρομή. Το πρωί πήγαιναν οικογενειακά σε ένα μικρό καφενεδάκι στην πλατεία Αγίου Γεωργίου. Μια πλατεία κόσμημα παραπλεύρως του Ρωμαϊκού Ωδείου της πόλης.
Πόσο άρεσε στη Μελίνα η διαδρομή μέσα από το στενό μπροστά από την παλιά εκκλησία των Εισοδίων… Από αυτό το στενό δεν πέρναγε ποτέ μόνη της, κυρίως όταν έπεφτε ο ήλιος. Απεριποίητο στενό με πυκνά δέντρα να στάζουν τα κολλώδη φύλλα τους στο έδαφος. Τα περισσότερα σπίτια εκεί ήσαντε εγκαταλελειμμένα.. Το σημείο αυτό βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, αλλά διέθετε μια απόκοσμη ησυχία.
Τα παιδιά δεν έπαιζαν εκεί. Έλεγαν μεταξύ τους για το στοιχειωμένο σοκάκι με τα παλιά ερειπωμένα σπίτια και την Πατρινέλα, που το βράδυ παρακολουθούσε από το κάστρο να αρπάξει παιδιά. Θρύλοι που ακούγονταν και που τα παιδιά τούς φαντασίωναν σαν πραγματικότητα.
Όσον αφορά στην Πατρινέλα, η μεσαιωνική εκδοχή μιλούσε για ένα υπερφυσικό ον, που δεν ήταν άνθρωπος αλλά μια πέτρινη προτομή ενσωματωμένη στα τείχη του κάστρου. Τον καιρό εκείνο θεωρούσαν ότι είχε προστατευτικό ή προφητικό ρόλο για την πόλη και ειδοποιούσε για επικείμενους κινδύνους τους κατοίκους της Πάτρας με δάκρυα η παράξενους ήχους. Στα νεότερα χρόνια όμως η Πατρινέλα θεωρήθηκε ότι ήταν μάγισσα, που εξαφάνιζε παιδιά και οι γονείς συχνά φρόντιζαν τα παιδιά τους να μαθαίνουν αυτή την εκδοχή.
Αργότερα η Μελίνα έμαθε ότι στο στενό με τα ερειπωμένα σπίτια έμενε μια οικογένεια, η οποία είχε βιώσει ένα τρομακτικό έγκλημα, που είχε συνταράξει την κοινωνία της Πάτρας και όλης της χώρας τη δεκαετία του 1960 και κάπως έτσι γεννήθηκε ο θρύλος του στοιχειώματος σε συνάρτηση με την εγκατάλειψη των παλιών σπιτιών.
Στο καφενεδάκι της πλατείας Αγίου Γεωργίου, η οικογένεια απολάμβανε τον ήλιο και τα μέλη της διάβαζαν τις Κυριακάτικες εφημερίδες. Το μεσημεράκι πλέον ανηφόριζαν τη Γερμανού με τα παλιά σπίτια, που δημιουργούσαν με τις κολόνες τους τις χαρακτηριστικές στοές της Πάτρας και έτρωγαν σε κάποια ταβέρνα της περιοχής. Σαν καλοκαίριαζε ακολουθούσε παγωτό μηχανής σε γνωστό τότε μαγαζί της πόλης στην οδό Κορίνθου.
Η Μελίνα πραγματοποίησε το όνειρό της και σπούδασε στην Αθήνα. Μετά τις σπουδές της παρέμεινε εκεί για χρόνια, αλλά αν και στην αρχή έβλεπε την Αθήνα με δέος, στην πορεία ολοένα και περισσότερο αποζητούσε της Πάτρα της, όπως έλεγε. Φορές φορές σκεφτόταν ότι ήθελε να γυρίσει πίσω. Της έλειπαν τα μέρη που μεγάλωσε, οι παιδικοί της φίλοι και η ηρεμία των Σαββατοκύριακων. Κουράστηκε για καθετί να χρησιμοποιεί αυτοκίνητο, την κούρασε η μεγαλούπολη και έτσι ζήτησε και κατάφερε να πάρει μετάθεση με τη δουλειά της για τα πατρογονικά της. Ήθελε να επανεγκατασταθεί στο πατρικό της, που πλέον ήταν άδειο, καθώς οι γονείς της είχαν πεθάνει και τα αδέρφια της ζούσαν σε άλλες περιοχές. Το μυαλό της ήταν εγκλωβισμένο στα Σαββατοκύριακα. Σα να μην είχε άλλη μνήμη.
Σάββατο πρωί ήταν όταν κατέβηκε στη λαϊκή αγορά μαζί με τον γιο της. Η λαϊκή της φάνηκε ίδια. Την ίδια μέρα κινήθηκε στα ίδια μέρη, όπως έκανε με τον πατέρα της. Κινήθηκε με τον γιο της προς την Ηφαίστου. Ο δρόμος είχε πλέον πεζοδρομηθεί και τα μικρομάγαζα του τότε πλέον δεν υπήρχαν. Τα σιδεράδικα, το καμίνι, τα μαγαζιά που πουλούσαν κοφίνια και γανωματένια σκεύη είχαν εξαφανιστεί και τη θέση τους είχαν δώσει σε καφέ και εστιατόρια.
Η Καραϊσκάκη της φάνηκε παρηκμασμένη με κάποια μαγαζιά βέβαια αλλά χωρίς τη ζωντάνια του παρελθόντος. Λογικό βέβαια, γιατί το εμπορικό κέντρο είχε κινηθεί στους πιο κάτω δρόμους προς το παλιό λιμάνι.
Συνεχίζοντας την πορεία προς το Δασύλλιο, περνώντας δίπλα από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, είδε και εκεί ότι είχαν αναμορφωθεί τα σκαλιά και είχε στρωθεί με πλάκες το τελευταίο κομμάτι της Δερβενακίων. Φτάνοντας στις σκάλες της Τριτάκη, επίσης είδε ότι και αυτές οι σκάλες είχαν αναπλαστεί, αλλά δεξιά αριστερά δεν υπήρχαν πλέον οι γλάστρες με τα λουλούδια και επικρατούσε σιγή σαν τα σπίτια να ήταν ακατοίκητα.
Όταν αντίκρισε το τείχος του κάστρου, αντιλήφθηκε ότι και εκεί είχαν γίνει έργα που είχαν αναδείξει την επιβλητικότητα του σημείου. Το καφέ στο δασάκι δεν ήταν ίδιο, αλλά η απίστευτη θέα παρέμενε εκεί.
Στην επιστροφή μέσω του δάσους, διαπίστωσε ότι είχε υπάρξει φροντίδα σε μονοπάτια του δάσους, αλλά δεν κατάφερε να εντοπίσει το σχοινί που κρεμιόταν ως παιδί. Σε όλη τη διαδρομή ένιωθε ότι έβλεπε τα πάντα μέσα από τα μάτια του γιου της και ανά διαστήματα γυρνούσε και τον κοιτούσε και διέκρινε το ζεστό του χαμόγελο.
Όταν έφτασαν στο Βαλτερό, του έδειξε την πλατεία που έπαιζε και αυτή κάποιες φορές, όταν ήταν μικρή. Η γειτονιά αυτή είχε αλλάξει. Τα σπίτια ήταν πιο περιποιημένα και κάποια σημεία είχαν πεζοδρομηθεί. Το σχολείο έστεκε εκεί αναλλοίωτο και η μνήμη της έφυγε πίσω στον χρόνο, τότε που μικρό παιδάκι χάζευε από το προαύλιο το δασάκι που απλωνόταν από πάνω.
Εκείνο το βράδυ ξάπλωσε εξουθενωμένη αλλά πολύ χαρούμενη.
Η Κυριακή ξημέρωσε. Ετοιμάστηκε με κέφι και ξεκίνησαν με τον γιο της για τον πρωινό καφέ τους. Για κάποιο λόγο που δεν κατάλαβε, εκείνος μπήκε στο αυτοκίνητο.
“Μα δε θα πάμε με τα πόδια;” ρώτησε απορημένη, αλλά απάντηση δεν πήρε.
Ο γιος της μιλώντας στο κινητό με φίλο του είπε ότι θα πήγαινε για καφέ στα Βραχνέικα. Η ιδέα δεν της άρεσε, αλλά δεν είπε τίποτα. “Τα Βραχνέικα, όμορφα και γραφικά, αλλά θα προτιμούσα το κέντρο” σκέφτηκε.
Τελικά έφτασαν στο γραφικό προάστιο λίγο πιο έξω από την πόλη. Αφού περπάτησαν λίγο παραλιακά, απόλαυσαν τον καφέ και το φαγητό τους δίπλα στο κύμα.
Νωρίς το απόγευμα ξεκίνησαν για το σπίτι, αλλά ο γιος της αντί να κινηθεί κατευθείαν προς το σπίτι, λοξοδρόμησε λίγο και ανέβηκε τη Γερμανού.
“Πόσο άλλαξε!” αναφώνησε. Δεν είδε τις ταβέρνες που πήγαινε μικρή, αλλά η αίσθηση ήταν η ίδια. Η Πάτρα μιας άλλης εποχής με τα περιποιημένα διατηρητέα δίπατα σπίτια.
“Σταμάτα λίγο να περπατήσουμε” του είπε. Μα εκείνος έκανε ότι δεν την άκουσε και το μόνο που είπε ήταν: “Από Κορίνθου δεν πάω. Δεν υπάρχει εκεί πια το παγωτατζιδικο”.
Όταν πάρκαρε έξω από το σπίτι, εκείνη του έπιασε σφιχτά το χέρι και τον κοίταξε κατάματα. Καμιά αντίδραση. Αυτό τη θύμωσε.
Εκείνος γρήγορα κινήθηκε στην πόρτα, την άνοιξε και γρήγορα την έκλεισε χωρίς να περιμένει τη μάνα του να μπει.
Ούτε που κατάλαβε η Μελίνα πώς βρέθηκε στο εσωτερικό του σπιτιού. Ο γιος της κρατούσε μια καμέλια που την ακούμπησε μπροστά σε μια φωτογραφία, που απεικόνιζε την ίδια νέα να ποζάρει χαρούμενα στις σκάλες του Αγίου Νικολάου.
“Μα τι συμβαίνει;” σκέφτηκε.
“Μάνα, πήγα στα μέρη που πάντα μου περιέγραφες με τόση αγάπη. Ε σήμερα λοξοδρόμησα λίγο, αλλά η Πάτρα μας, μάνα, συνεχίζει να είναι μια πανέμορφη αρχόντισσα” μονολόγησε κοιτώντας τη φωτογραφία.
Η Μελίνα αρχικά δεν καταλάβαινε τίποτα. Ξαφνικά όμως σαν σε όνειρο είδε μπροστά της ένα σμπαραλιασμένο αυτοκίνητο, διασώστες να μεταφέρουν με φορείο τον γιο της και την ίδια ξαπλωμένη στο οδόστρωμα.
Θυμήθηκε…
Ποτέ δεν κατάφερε να επιστρέψει μόνιμα στην Πάτρα. Ένα ατύχημα της έκοψε το νήμα της ζωής.
Η αγάπη της Μελίνας για την πόλη των παιδικών και πρώτων νεανικών της χρόνων τη στοίχειωσε και την έφερνε μια φορά τον χρόνο στον επίγειο κόσμο και ξαναζούσε τα Σαββατοκύριακά της μέσω του παιδιού της.
Έφηβος ήταν όταν ορφάνεψε από μάνα. Έφηβος ήταν όταν στο μνήμα της υποσχέθηκε ότι κάθε χρόνο το Σαββατοκύριακο γύρω από την ημέρα του τροχαίου θα ακολουθούσε τα μονοπάτια που τόσες φορές του είχε περιγράψει.
Το παιδί έμεινε στην Πάτρα με τον πατέρα του. Μεγάλωσε, αλλά την υπόσχεση δεν την αθέτησε. Μια φορά κάθε χρόνο, το Σαββατοκύριακο κοντά στην ημερομηνία του μοιραίου τροχαίου, ακολουθούσε τη διαδρομή εκείνης.
Το τέλος της ημέρας τον βρήκε δακρυσμένο για όλες τις μητρικές αγκαλιές που έχασε. Δεν ήξερε ότι η σκέψη της ήταν πάντα κοντά του, ότι νοερά πάντα τον σφιχταγκάλιαζε και ότι μόνο αυτό το συγκεκριμένο Σαββατοκύριακο τη σκέψη της απορροφούσε η βόλτα στην πόλη.
Καθώς ο γιος της ξάπλωσε, εκείνη τον πήρε αγκαλιά και εκείνος ένιωσε μια θέρμη ξαφνική. Τότε η Μελίνα θυμήθηκε τις αμέτρητες αγκαλιές που του έκανε, ακόμα και όταν εκείνος δεν τις αντιλαμβανόταν.
Μόλις αποκοιμήθηκε ο γιος της, εκείνη πήγε στην μπαλκονόπορτα και κοίταξε την πανοραμική θέα της πόλης με τα εκατοντάδες φώτα από τα κτίρια και κλείνοντας τα μάτια είπε:
“σε 365 μέρες θα ξανάρθω Πάτρα μου!”…
Φωτεινή Νικολοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

2 responses to “Κάπου στην Παλιά Πόλη στην Πάτρα…”
[…] Κάπου στην Παλιά Πόλη στην Πάτρα… Κάπου στη Δράμα… […]
[…] Κάπου στην Παλιά Πόλη στην Πάτρα… Με ένα φουστάνι […]