Κάπου στην Οβρυά της Πάτρας, υπάρχει ένα (εκ των δύο) δημοτικό σχολείο, στο οποίο πήγαινα κάποτε. Αν έρχεσαι από το κέντρο, πχ, και πάρεις την κεντρική οδό της περιοχής, τη Δημοκρατίας (πριν το ποτάμι της Λεύκας ονομάζεται Ακρωτηρίου), με κατεύθυνση προς την έξοδο από την Πάτρα (για την Τριταία, τα Καλάβρυτα, τον Πύργο κλπ), μεταξύ άλλων, θα περάσεις δύο σούπερ μάρκετ (το ένα απέναντι από το άλλο), φαγάδικα, καφέ, φυτώρια, ένα ΤΟΜΥ, διασταυρώσεις, φαρμακεία, την κεντρική πλατεία και την εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου, και θα βρεις μια στροφή στα δεξιά. Εκεί είναι η στενή οδός Ντεβέ, ένας μονής κατεύθυνσης δρόμος. Θα την ακολουθήσεις και σύντομα θα βρεις το σχολείο.
Είχα περάσει έξι χρόνια εκεί και ήταν από τα καλύτερα που έζησα ποτέ. Παίζαμε με τους φίλους μου, κάναμε πλάκες. Μερικές φορές, τσακωνόμασταν κιόλας, αλλά τα βρίσκαμε τελικά. Τρώγαμε σαβούρες από το κυλικείο (ντόνατ με ζάχαρη ή κρουασάν ή σάντουιτς με πατατάκια), που συνοδεύαμε με πορτοκαλάδες, ενώ οι γονείς μας μας είχαν δώσει τοστάκια ή φρούτα.
Στα μαθήματα, προσέχαμε, ή παριστάναμε ότι ακούμε τι μας έλεγαν οι δάσκαλοι και οι δασκάλες, τη στιγμή που εμείς σκεφτόμαστε το επόμενο παιχνίδι ποδοσφαίρου ή με το Game Boy ή (στην τελευταία τάξη) με κάρτες Yu-Gi-Oh! στο προαύλιο.
Όταν τελείωνε η μέρα και γυρνούσαμε σπίτι, είτε παίρναμε τηλέφωνο ο ένας τον άλλο, είτε είχαμε ήδη κανονίσει τι ώρα θα βρεθούμε στο σχολείο, για να παίξουμε –ευτυχώς, μέναμε όλοι πολύ κοντά σε αυτό, οπότε οι δικοί μας δεν γκρίνιαζαν άμα φεύγαμε. Σάββατα, γιορτές και καλοκαίρια, σχεδόν κάθε μέρα ήμαστε μαζί, και δώσ’ του παιχνίδια μέχρι τελικής πτώσεως –για διάβασμα, ούτε λόγος.
Πολλά χρόνια πέρασαν έκτοτε και χαθήκαμε με τους φίλους μου. Κάναμε ο καθένας τη δική του οικογένεια, αλλά εκείνοι ευτύχησαν, ενώ εγώ όχι. Χαθήκαμε μετά το δημοτικό, σπάσαμε σε κομμάτια, που το καθένα ταίριαξε (με το ζόρι) σε κάποιο άλλο σχολείο, γυμνάσιο και αργότερα λύκειο. Η ζωή συνεχίστηκε, και σχεδόν ξεχάσαμε ποιοι ήμαστε κάποτε, τι κάναμε, πώς περνούσαμε τις μέρες μας.
Σχεδόν ξεχάσαμε.
Αλλά ήρθε μια μέρα, η σημερινή, τριάντα τέσσερα χρόνια από την πρώτη μας γνωριμία, που βρεθήκαμε ξανά σε τούτο το σχολείο, το οποίο πλέον είχε αλλάξει αρκετά από τότε, όμως, το γνωστό άνοιγμα στο πλάι της δεύτερης θύρας του παρέμενε εκεί, αναλλοίωτο από το χρόνο και από τις προσπάθειες του εκάστοτε διευθυντή να το κλείσει –αλλά πάντα οι μαθητές και άλλα παιδιά που έρχονταν εδώ το ήθελαν ανοιχτό, κι έτσι θα έμενε. Ήταν εκεί, για να μπορέσουμε να μπούμε μια τελευταία φορά, και να θυμηθούμε τα παλιά –έστω κάποια εξ αυτών.
Οι τέσσερις φίλοι με τους οποίους έπαιζα συνήθως ποδόσφαιρο ή με το Game Boy, είχαν φέρει ήδη μια μπάλα και μόνο μία από τις κονσόλες χειρός, αλλά μας ήταν αρκετά. Ο Στέφανος ο Μαλλιάς, ο Μάριος ο Χασούρας, ο Στάθης ο Ξεδοντιάρης και ο Λάκης ο Φαφλατάς ήταν εκεί και ήδη ενεργοποιούσαν το βιντεοπαιχνίδι. Είχαν αλλάξει όλοι τους (έδειχναν πιο περιποιημένοι, αλλά και πιο μεγάλοι, όπως ήταν αναμενόμενο), αλλά τώρα ήταν τα παιδιά που είχα γνωρίσει τότε. Με είδαν, εμένα, τον Στέλιο τον Κρυψώνα, και χαμογέλασαν και μου έκαναν νόημα να έρθω κοντά τους –λες και υπήρχε περίπτωση να μην πάω.
Ήταν απόγευμα Σαββάτου, ενός κρύου Σαββάτου του Νοέμβρη. Εκείνοι κάθονταν σε ένα παγκάκι (όχι από τσιμέντο πια, αλλά από βαμμένο ξύλο) και ήταν ντυμένοι με μπουφάν και τζιν παντελόνια, ενώ εγώ με ένα κουστούμι. Δεν τους έκανε εντύπωση η εμφάνισή μου, παρά συγκινήθηκαν που με είδαν ξανά, εδώ, σε αυτό το συγκεκριμένο μέρος, ανάμεσα στα γήπεδα του μπάσκετ, του βόλεϊ, του ποδοσφαίρου και φυσικά του ίδιου του κτιρίου που φοιτήσαμε κάποτε. Σηκώθηκαν και με αγκάλιασαν, και το ίδιο έκανα κι εγώ με τον καθένα τους. Τριάντα τεσσάρων χρονών μαντράχαλοι, βάλαμε τα κλάματα.
Τότε ο Στέλιος εμφάνισε μία σακούλα από φούρνο και είδα ότι είχαν πάρει κρουασάν, ντόνατς και πορτοκαλάδες. Τα αφήσαμε στην άκρη, καθότι έλειπε ένας ακόμα από την παρέα.
Ύστερα, παίξαμε στα γρήγορα ο καθένας από μια πίστα στην κονσόλα, η οποία περνούσε από χέρι σε χέρι. Φωνάξαμε και βρίσαμε κιόλας, και πανηγυρίσαμε. Πωρωθήκαμε, κακά τα ψέματα.
Ήταν καλή αρχή για το επόμενο βήμα, για το επόμενο παιχνίδι, στο οποίο θα χρειαζόταν να τρέξουμε και να κλοτσήσουμε και ακόμα και να πέσουμε στο έδαφος, για να μπει η ρημαδομπάλα στο πλεχτό.
Έβγαλαν τα μπουφάν τους και εγώ το σακάκι μου. Ο Στάθης, ο Μάριος κι εγώ στη μια ομάδα, ο Στέφανος και ο Λάκης στην άλλη. Όπως τότε –όταν δεν παίζαμε με άλλα παιδιά, δηλαδή, γιατί σε αυτή την περίπτωση ήμαστε πάντα μαζί.
Το γήπεδο, όπως σχεδόν σε όλα τα σχολεία, δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Σαν παιδιά, δεν είχαμε πρόβλημα να τρέχουμε πάνω κάτω, δεξιά και αριστερά, λες και μας κυνηγούσαν οι μανάδες μας να φάμε άλλη μια μπουκιά από φαγητό που δεν θέλαμε να αγγίξουμε. Τώρα, όμως, τα πράγματα ήταν αρκετά πιο δύσκολα, ειδικά για τους άλλους. Είχαμε μεγαλώσει, οι αντοχές είχαν περιοριστεί. Αλλά δεν το βάλαμε κάτω: παρότι λαχανιάζαμε, τρέχαμε και τώρα.
Ο Στέφανος προσπαθούσε να παραμερίσει τα μακριά μαλλιά του (τα είχε αφήσει να μεγαλώσουν ειδικά για την περίσταση) και ο Μάριος προσπαθούσε (όχι τόσο μάταια όσο παλιά) να μη χάνει τις ευκαιρίες για γκολ. Τα δόντια του Στάθη (αν και κιτρινισμένα από τη νικοτίνη) ήταν σαφώς σε καλύτερη κατάσταση απ’ όταν τότε που ήταν πιτσιρικάς, ενώ ο Λάκης δεν είχε χάσει ούτε στο ελάχιστο την όρεξη να μιλάει όλη την ώρα. Κι όσο για εμένα, όπως συνήθιζα τότε, προσπαθούσα να «κρύβομαι», για να μπορώ να ξεφεύγω και να βάζω πιο εύκολα γκολ.
Παίξαμε κάνα δίωρο, όταν εγώ σταμάτησα πρώτος, καθώς ένας άλλος παλιός φίλος, ο τελευταίος της παρέας, από τα πιο ιδιαίτερα παιδιά που είχα γνωρίσει ποτέ μου, εμφανίστηκε και πέρασε κι αυτός μέσα στο προαύλιο. Όπως τότε, ήταν κοντοκουρεμένος, αλλά ντυμένος σαν μαθητής που είχε ετοιμαστεί για τη γυμναστική: φορούσε φόρμα πάνω κάτω, αντιανεμικό και αθλητικά παπούτσια. Κι όπως τότε, έδειχνε αμήχανος, μιας και ποτέ δεν ήταν δημοφιλής στο σχολείο (κάτι που άλλα παιδιά το εκμεταλλεύονταν, ειδικά όταν δεν ήμαστε εμείς κοντά).
Αλλά ήταν δημοφιλής για εμάς τους πέντε, και ήταν ο έκτος της παρέας. Ο Πέτρος, ο Χαρτοπαίκτης. Τον είδαμε και αμέσως πήγαμε να τον προϋπαντήσουμε. Ήταν ο μόνος που είχε μείνει στην Οβρυά –μόνο όταν πήγε στρατό έφυγε για άλλα μέρη.
Η αμηχανία του χάθηκε πολύ σύντομα. Ίσως βοήθησε που τον ρώτησα αν τύχαινε να έχει μαζί του την αγαπημένη του παλιά τράπουλα Yu-Gi-Oh! Ήξερα ότι η ερώτηση θα ήταν εντελώς τυπική, αφού ο Πέτρος, από τη στιγμή που την απέκτησε, δεν πήγαινε πουθενά χωρίς την τράπουλα με τα τέρατα, τις μαγικές κάρτες και τις κάρτες παγίδες. Δεν ήταν παιδί του ποδοσφαίρου ή του μπάσκετ ή άλλου αθλήματος, αλλά είχαμε ταιριάξει μια χαρά, αφού κι εγώ ήμουν φαν του Yu-Gi-Oh!
Επίσης, μάλλον έπαιξε ρόλο που πρότεινα να τιμήσουμε τα φαγώσιμα και τα αναψυκτικά, τις σαβούρες που είχαν αγοράσει οι άλλοι. Κανείς δεν είχε αντίρρηση, οπότε κάτσαμε, φάγαμε και ήπιαμε.
Έπειτα, οι άλλοι είπαν ότι θα έπαιζαν λίγο ακόμα ποδόσφαιρο, οπότε εγώ και ο Πέτρος μείναμε στο παγκάκι και εκείνος έβγαλε από την τσέπη του τις κάρτες. Τις ανακάτεψε και τις μοίρασε, και αρχίσαμε τη «μονομαχία».
Κάποια στιγμή, καθώς «τσακωνόμαστε» (το οποίο σημαίνει ότι απλώς φωνάζαμε ο ένας στον άλλο τι ιδιότητες είχαν οι κάρτες μας και γιατί η μία νικούσε την άλλη), τα άλλα παιδιά σταμάτησαν να τρέχουν και ήρθαν κοντά μας, να μας δουν και να αρχίσουν να λένε ποιος θα κέρδιζε, ή γιατί δεν έπρεπε να ρίξουμε την κάρτα που επιλέγαμε κλπ. Ο Λάκης ήταν αυτός που μιλούσε πιο πολύ (αν και ήξερε ελάχιστα από Yu-Gi-Oh!), ενώ ο Μάριος έδινε συνεχώς λάθος επιλογές (μάλλον επίτηδες το έκανε, γιατί ήταν καλός σε αυτό). Οι άλλοι περισσότερο παρακολουθούσαν την πορεία του αγώνα. Μία μείωνα εγώ πόντους ζωής στον Πέτρο, μία εκείνος, αλλά και οι δύο γελούσαμε και δίναμε συγχαρητήρια ο ένας στον άλλο άπαξ και κάναμε καμιά έξυπνη επιλογή.
Δίχως να το καταλάβω αμέσως, ο Στάθης έφερε το σακάκι μου και το πέρασε στους ώμους μου, ενώ ο Στέφανος του έλεγε μπράβο. Τον ευχαρίστησα κι εγώ, φυσικά, αν και δεν το χρειαζόμουν. Όμως, ήξερα ότι είναι σημαντικό για τον Στάθη.
Όταν σκοτείνιασε και το φως από τις κολόνες της ΔΕΗ δεν ήταν αρκετό, οι άλλοι άναψαν τα φλας των κινητών τους, κι αυτό ήταν το πρώτο σημάδι ότι η βραδιά έφτανε στο τέλος της. Δεν τα είχαν χρησιμοποιήσει ως τότε, παρότι ήμουν σίγουρος ότι οι γυναίκες ή και τα παιδιά τους θα τους έψαχναν.
Η σύζυγος του καθενός, και τα παιδιά του, σκέφτηκα και σοβάρεψα.
Συνεχίσαμε λίγο ακόμα την παρτίδα, αν και ήταν εμφανές ότι εγώ θα έχανα.
Κι αυτό έγινε και άφησα κάτω τις κάρτες που μου είχαν μείνει στα χέρια.
Από τους άλλους, μόνο ο Πέτρος κατάλαβε ότι είχα απορροφηθεί από κάτι άλλο. Ήξερε ότι δεν έχανα εύκολα. Για αυτό και ήταν εκείνος που πρώτος με αγκάλιασε ξανά και που έβαλε για τα καλά τα κλάματα.
Ακολούθησαν και οι άλλοι το παράδειγμά του, και ξάφνου το κρύο διαπέρασε και το δικό μου το κορμί.
Όλοι ξέραμε τι μέρα θα ξημέρωνε.
Για αυτό και είχαν μαζευτεί όλοι τους εδώ, στην Οβρυά της Πάτρας. Για να με αποχαιρετίσουν. Εμένα, την γυναίκα μου και το παιδί μας.
Αύριο ήταν η κηδεία μας. Σκοτωθήκαμε σε αυτοκινητιστικό. Ακαριαίος θάνατος και για τους τρεις μας.
Σηκώθηκα, φόρεσα κανονικά το σακάκι και προχώρησα προς την κλειστή θύρα και το άνοιγμα που θα υπήρχε για πάντα. Με περίμενε η γυναίκα μου και το κοριτσάκι μας. Μου χαμογελούσαν και ήταν σαν να φωτίστηκε όλη η πλάση.
Καθώς τις έφτανα, γύρισα και είδα τους φίλους μου από τα παλιά. Ήταν αγκαλιασμένοι, σαν να επρόκειτο να χορέψουν ή σαν παίκτες που, πριν τον αγώνα, κρατούσαν ενός λεπτού σιγή.
Τους χαιρέτισα, το ίδιο έκαναν κι εκείνοι.
Αύριο θα αποχαιρετούσαν εμένα και την οικογένειά μου. Προσωπικά, ήλπιζα να μη χαθούν μεταξύ τους, και να έρχονται ενίοτε κάπου στην Οβρυά, συγκεκριμένα εδώ, σε αυτό το σχολείο, κάποιο Σάββατο ίσως, ή μες στις γιορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα, ή το καλοκαίρι, και να παίζουν, να κάνουν πλάκες, ακόμα και να τρώνε καμιά από τις σαβούρες που τρώγαμε παλιά. Και Θεού θέλοντος, θα ήμουν κι εγώ μαζί τους, έστω και ζώντας και παίζοντας μόνο στη σκέψη τους.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις:
Η ιστορία προέρχεται από ανάθεση της Κικής Γιοβανοπούλου.
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και ακούσια.
Αξιοποιούνται πραγματικές τοποθεσίες (όπως το σχολείο) και στοιχεία (όπως τα παιχνίδια που αναφέρονται), αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

One response to “Κάπου στην Οβρυά της Πάτρας…”
[…] Κάπου στην Οβρυά της Πάτρας… Κάπου στην Παλιά Πόλη στην Πάτρα… […]