Μυρίζει γιασεμί

«Μια λέξη σου περιμένω να συνεχίσω να ελπίζω». Αυτό έγραψε ο Μάνος στο τέλος και με έναν αναστεναγμό έκλεισε τον φάκελο.

Άλλο ένα γράμμα που θα έφευγε για Ελλάδα. Κάθε φορά έλεγε ότι θα είναι το τελευταίο.

Είχαν περάσει πέντε χρόνια που είχε πάει εργάτης στην Γερμανία και είχε αφήσει πίσω την αγαπημένη του. Ο Μάνος δεν είχε σταματήσει να της γράφει, αλλά δεν είχε λάβει πίσω καμία απάντηση.

Τα γράμματα αυτά δεν τα είδε ποτέ η Ελένη. Τα έπαιρνε ο πατέρας της και τα πετούσε. Δεν υπήρχε περίπτωση να δεχτεί να πάρει η κόρη του αυτόν για άντρα της. Ένα σωρό γαμπροί της προκοπής υπήρχαν στο χωριό, αυτός δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Είχε φύγει μετανάστης να μαζέψει λεφτά και θα γυρνούσε να την πάρει μαζί του στα ξένα. Γιατί να αποχωριστεί την μονάκριβή του ενώ θα μπορούσε να την έχει κοντά του; Γιατί να την δώσει σε κάποιον που δεν μπορούσε να της προσφέρει μια καλή ζωή; Δουλειά του πατέρα ήταν να εξασφαλίσει το μέλλον της κόρης του.

Μια την είχε. Για να γεννηθεί εκείνη κόντεψε να χάσει την γυναίκα του. Δύσκολος τοκετός, ακόμα ηχούσαν στα αυτιά του οι κραυγές της. Πόσος πόνος και ώρες ατέλειωτης αγωνίας… Τελικά έζησαν και οι δυο. Και τις αγαπούσε πολύ. Έτσι έλεγε. Και ήταν δική του ευθύνη να αποφασίσει για την ζωή τους. Έτσι πίστευε. Άλλη λύση δεν υπήρχε, μόνο να εξαφανίσει κάθε στοιχείο αυτού του ανόητου έρωτα και να ελπίζει πως κάποια στιγμή θα χαθεί άδοξα στον χρόνο.

«Ακόμα κλαίει», έλεγε η Μαρία, λες και δεν άκουγε ο άντρας της την κόρη τους που είχε πλαντάξει στο κλάμα κλεισμένη στο δωμάτιό της.

«Θα της περάσει», απαντούσε κάθε φορά. «Πού θα πάει, θα της περάσει», σκεφτόταν και έκλεινε τα αυτιά του στον πόνο που αυτός της είχε προκαλέσει.

Σηκωνόταν χαράματα να πάει στην δουλειά. Τα χέρια του άσπρα δεν τα είχε δει. Έδινε το αίμα του να θρέψει την οικογένειά του. Δύσκολες εποχές, ζόρικα τα πράματα. Δεν είχε εγκαταλείψει όμως το χωριό να τρέχει στα εξωτερικά να ψάχνει ευκαιρίες. Εκεί που ζούσε, εκεί πάλευε. Να μείνει ενωμένη η οικογένεια. Να αναθρέψει και να μορφώσει την κόρη του. Να την κοιτά η κοινωνία και να την καμαρώνει.

Τον καλύτερο σύζυγο θα έπαιρνε στο πλάι της. Έναν σπουδαγμένο, διαβαστερό, να είναι κυρία δίπλα του. Όχι να πλένει πιάτα στην Γερμανία. Τι σόι μέλλον ήταν αυτό; Και η αγάπη πάει και έρχεται. Άλλωστε πόσα χρόνια κρατά;

«Κυρ Ηλία! Γράμμα!»

Τώρα κόντευαν τα δέκα χρόνια. Και ήρθε πάλι γράμμα από Γερμανία. Και πάλι το πέταξε στα σκουπίδια. Και ακόμα άκουγε την κόρη του να κλαίει. Και ακόμα δεν είχε βρει τον ιδανικό γαμπρό και του είχε μείνει στο ράφι η μονάκριβή του. Και η γυναίκα του ξανά διαμαρτυρόταν γιατί έβλεπε αυτόν τον έρωτα να σιγοκαίει ακόμη, όσο κι αν προσπαθούσε ο άντρας της να τον σβήσει.

Πίστευε και εκείνη στον έρωτα. Ήθελε και εκείνη να παντρευτεί από αγάπη. Με προξενιό πήρε τον άντρα της. Καλός, χρυσός, ποτέ δεν σήκωσε χέρι πάνω της. Αλλά τα λόγια του ήταν σκληρά και πονούσαν πιο πολύ. Η γνώμη του ήταν νόμος στο σπιτικό τους. Αυτός αποφάσιζε για όλα, ακόμα και ποιον θα αγαπά η καρδιά της κόρης τους.

«Βγες, κόρη μου, να σε δει ο ήλιος», την παρακαλούσε η μάνα της.

Άλλος ένας κρύος χειμώνας είχε φύγει, άλλη μια μυρωδάτη άνοιξη είχε έρθει. Το μπαούλο κόντευε να γεμίσει από τα γράμματα. Τόσα χρόνια τα έκρυβε η Μαρία κάτω από τα προικιά, με την ελπίδα πως όταν πεθάνουν θα τα βρει η κόρη τους και θα μάθει την αλήθεια. Τώρα το γιασεμί είχε ανθίσει ξανά στην αυλή τους και τα βράδια θα μεθούσαν ξανά από το άρωμά του.

«Αυτό το πείσμα σου», μουρμούρισε η Μαρία μια νύχτα που βγήκαν να ρεμβάσουν στην αυλή. Μόλις είχε αποκοιμηθεί η κόρη τους. Βουβό ήταν πια το κλάμα της σαν να θυμόταν μια παλιά αγάπη που χάθηκε.

«Ξέρω τι κάνω», είπε ο άντρας της και γέμισε μέχρι πάνω το ποτήρι του. Κοίταξε το φεγγάρι που σκέπαζε το χωριό και απόλαυσε την ησυχία.

«Τι κάνεις τόσα χρόνια; Τι κατάφερες;», ήπιε μονορούφι το κρασί της να πάρει δύναμη να μιλήσει κι άλλο. Ο πόνος καθοδηγούσε κάθε της λέξη. Δεν άντεχε άλλο να βλέπει το κορίτσι της να λιώνει μέσα στην δυστυχία. «Εγώ το γέννησα, εγώ το πόνεσα. Εσύ όμως την πονάς ακόμη!»

«Τολμάς να ρωτάς τι έκανα; Κοίτα τα χέρια μου να δεις!»

«Την καρδιά σου κοιτάζω! Σκληρή σαν πέτρα. Καταδίκασες το παιδί μας στην μοναξιά. Ποτέ κανείς δεν ήταν καλός για άντρας της. Ρώτησες όμως ποτέ τον εαυτό σου αν εσύ ήσουν καλός για πατέρας της;»

«Μαρία! Ποτέ δεν έχω σηκώσει χέρι πάνω σου. Μη με προκαλείς!»

«Δεν μας έχεις πονέσει ήδη με όσα έκανες;»

«Μαρία! Μάζεψε τα λόγια σου! Ό,τι έκανα το έκανα για εσάς! Μια ζωή παλεύω για την οικογένειά μας με τα δύο μου χέρια! Για να είστε ευτυχισμένες!»

«Βλέπεις εσύ χαρά; Ακούς εσύ γέλια; Κοίτα με!»

Ο Ηλίας κοίταξε τα δάκρυα που τρέχανε από τα μάτια της γυναίκας του και δεν μίλησε. Είχε φουσκώσει το στήθος από τον εγωισμό και δεν μπορούσε να ανασάνει. Ένα αεράκι φύσηξε απαλά και του έφερε την μυρωδιά του γιασεμιού. Ρούφηξε το άρωμά του και θυμήθηκε τότε που κάτω από αυτό το γιασεμί είχε σταθεί ο Μάνος την ημέρα που πήγε να ζητήσει το χέρι της κόρης του. Εκείνη του έκοψε ένα λευκό ανθάκι και του το έβαλε στο χέρι. Γύρισε με χαμόγελο να δει τον πατέρα της να βγαίνει από το σπίτι να του πει τα καλά νέα. Μα το χαμόγελο χάθηκε από τα χείλη της όταν είδε την αγριεμένη όψη στο πρόσωπό του. Και από τότε η κόρη του δεν χαμογέλασε ποτέ ξανά.

«Συγγνώμη», μουρμούρισε πάνω από το προσκέφαλο της κόρης του εκείνο το βράδυ και χάιδεψε το μάγουλό της που ήταν ακόμα μουσκεμένο.

Η Μαρία που τον πήρε στο κατόπι γιατί είχε δει ότι πήγαινε στο δωμάτιο της Ελένης, τον άκουσε να της ζητά συγγνώμη. Πήρε χαρά πως μαλάκωσε επιτέλους η καρδιά του. Το επόμενο πρωί όμως έπεσε ξανά θλίψη στο σπίτι τους. Εκείνο το βράδυ που της ζήτησε συγχώρεση, πέθανε στον ύπνο του. Πρόλαβε να φύγει μετανοημένος. Η Μαρία όμως αρρώστησε από τις τύψεις γιατί νόμιζε πως αυτή τον σκότωσε με τα λόγια της. Όσο δίκιο και να είχε, ήξερε πόσο μπορούν τα λόγια να πονέσουν. Και έπεσε στο κρεβάτι και δεν μίλησε ξανά μέχρι που πέθανε και αυτή.

Στο μνημόσυνο των γονιών της, όταν συμπληρώθηκε ο πρώτος χρόνος, η Ελένη ένιωθε το ίδιο μόνη όπως τόσα χρόνια. Ο θάνατός τους δεν το άλλαξε αυτό. Μαυροντυμένη, με το κεφάλι σκυφτό δεχόταν τις μακαρίες των χωριανών. Μέχρι που ξαφνικά άκουσε μια φωνή που είχε χρόνια να ακούσει. Σήκωσε το κεφάλι και είδε τον Μάνο να της δίνει το χέρι του και εκείνη το έσφιξε απαλά κοιτώντας τον στα μάτια. Και τότε η μοναξιά που τόσο την είχε συνηθίσει, άρχισε να κλωτσά στην καρδιά της.

Η Ελένη γύρισε σπίτι μετά την εκκλησία και τον βρήκε να την περιμένει κάτω από το γιασεμί, εκεί που χρόνια πριν είχε σταθεί να την ζητήσει. Είχε στην παλάμη του ένα ανθάκι μαραμένο και το κοίταζε. Τον πλησίασε αργά και η ψυχή της τρεμόπαιζε από την αγωνία. Όταν την είδε πως έφτασε, γύρισε και της χαμογέλασε διστακτικά.

«Γύρισα. Δεν θα ξαναφύγω. Ήθελα να σου δώσω αυτό», έβαλε το ανθάκι μέσα στην παλάμη της.

Η Ελένη έμεινε να κοιτά το λουλουδάκι που χρόνια πριν εκείνη του είχε δώσει. Τον έβλεπε να απομακρύνεται και δεν έβγαινε η φωνή να τον σταματήσει.

«Γιατί δεν μου έγραψες;», έβαλε τα κλάματα και νόμιζε ότι δεν την άκουσε.

«Σου έγραφα!», γύρισε ξαφνικά και της φώναξε όσο εκείνη έμπαινε στο σπίτι, μα το μετάνιωσε αμέσως. Τι το ήθελε να πάει να την βρει; Αν είχε παντρευτεί άλλον; Αν ήταν ευτυχισμένη;

«Όχι! Δεν μου έγραψες ποτέ!», έκλεισε απότομα την πόρτα πίσω της. Τι ήθελε τόσα χρόνια μετά; Γιατί να πει τέτοιο ψέμα;

Ώρες μετά, η Ελένη είχε κάνει ανάστατο το σπίτι και ακόμα δεν είχε βρει τίποτα. Τελευταίο άφησε το μπαούλο με τα προικιά της, αυτό που θα άνοιγε στον γάμο της. Εκεί κάτω από τα υφαντά, θαμμένη ήταν όλη η αλήθεια. Κατάλαβε πως ο πατέρας της έπαιρνε τα γράμματα του Μάνου και τα πετούσε. Και πως η μάνα της τα έπαιρνε και τα έκρυβε μέχρι να έρθει η ώρα να τα βρει. Και τώρα πια δεν μπορούσε κανείς να την σταματήσει.

Η Ελένη βγήκε έξω από το σπίτι κρατώντας στην αγκαλιά της όσο πιο πολλά γράμματα μπορούσε. Είδε τον Μάνο να κάθεται ακόμα στην αυλή και να την περιμένει.

«Δεν έφυγες;», τον ρώτησε και πήγε πιο κοντά του. Κοίταξε τα μαύρα του μαλλιά που κοντεύαν πια να ασπρίσουν και τα μάτια του που την κοιτούσαν ακόμα όπως τότε.

«Παντρεύτηκες;», την ρώτησε εκείνος και ακούστηκε η αγωνία στην φωνή του.

«Όχι. Ποτέ. Σε περίμενα. Εσύ;»

«Όχι, αγάπη μου. Μόνο δικός σου είμαι», την έκλεισε ευτυχισμένος στην αγκαλιά του.

Εκείνο το ζεστό μεσημέρι, έκατσαν στην αυλή που μοσχοβολούσε γιασεμί και διάβασαν μαζί τα γράμματα που είχαν μείνει κρυμμένα όλα αυτά τα χρόνια. Λίγους μήνες μετά, πήγαν σε ένα ξωμονάστηρο, οι δύο τους και ο παπάς και ορκίστηκαν μπροστά στον Θεό πως η αγάπη τους ήταν αιώνια. Έζησαν μαζί την υπόλοιπη ζωή τους, ενωμένοι και αγαπημένοι. Το γιασεμί στην αυλή θέριεψε λες και πια ποτιζόταν από την αγάπη τους και τους έκανε συντροφιά με το άρωμά του τα βράδια που ρέμβαζαν στην αυλή. Εκεί που παλιά καθόταν η μάνα και ο πατέρας της και αναρωτιόταν τι θα έλεγαν τώρα που τους έβλεπαν από ψηλά. Ίσως έφτανε ως εκεί το άρωμα του γιασεμιού και γαλήνευαν επιτέλους οι ψυχές τους.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτή👇👇👇

 

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading