Ο οδηγός του μαύρου τζιπ πήρε την στροφή πιο ανοιχτά από το κανονικό για να αποφύγει μια αλεπού. Μέσα στα σκοτάδια ήταν δύσκολο να κινηθεί κανείς, πόσο μάλλον να διακρίνει ένα ζώο, όχι όμως για τον Λευτέρη που γνώριζε την περιοχή καλύτερα και από το σπίτι του.
Στο αυτοκίνητο δεν ήταν μόνος, δίπλα του καθόταν μία γυναίκα που άκουγε στο όνομα Αρετή. Είχε κατέβει από την Αθήνα με προορισμό αυτό το δύσβατο μέρος του νομού Χανίων και συγκεκριμένα στα ανατολικά της Σούδας, στο ακρωτήριο Δρέπανο, εκεί που υπάρχει ο φημισμένος παλιός φάρος με το ομώνυμο όνομα. Ο Φάρος του Δρέπανου.
Ο Λευτέρης θα προτιμούσε να την είχε πείσει να κάνει μια διανυκτέρευση στο Κόκκινο χωριό. Έτσι θα είχε την ευκαιρία να στείλει τα μηνύματά του στους συνεργούς του στα απέναντι μέρη. Τι δουλειά είχε τώρα αυτή η γυναίκα μέσα στα πόδια του; Δεν του έφταναν οι αστυνόμοι που τον είχαν βάλει στο μάτι και του έκαναν τόσους ελέγχους; Πάντα όμως την έβγαζε καθαρή γιατί είχε κρυφούς συνεργούς ακόμη και μέσα στο ίδιο το αστυνομικό σώμα.
-Αστρονόμος; Τι περίεργη δουλειά είναι αυτή; Και πώς το αποφάσισες να ‘ρθεις στα μέρη μας; Εδώ είναι απόμακρα και επικίνδυνα για μια γυναίκα. Είσαι σίγουρη ότι θα αντέξεις τόσο καιρό μόνη; την ρώτησε με ύφος αδιάφορο αλλά ταυτόχρονα περίεργο.
-Αστρονόμος, βέβαια! Τι να γινόμουν, δικηγόρος; Βαρετό. Αν και θα είχα στρωμένη δουλειά από τον πατέρα μου. Το μέρος αυτό είναι όλο προκλήσεις για μένα. Είναι απόμακρο και το ιδανικότερο για να μελετήσει κανείς τις φάσεις του φεγγαριού. Για αυτό βιάζομαι, να προλάβω την επόμενη πανσέληνο που θα γίνει στις τριάντα μία. Είναι ένας περίεργος μήνας ο φετινός Μάιος. Το φαινόμενο επαναλαμβάνεται δύο φορές μέσα σε τριάντα μέρες και μάλιστα για να μαθαίνεις το φεγγάρι αυτό το ονομάζουν ‘’Το μπλε φεγγάρι’’ (Blue Moon).
-Γιατί έχει και άλλα χρώματα μωρέ; Εγώ το θωρώ πάντα ίδιο.
“Έχει και χιούμορ τούτος ο τύπος”, σκέφτηκε από μέσα της. “Πλάκα έχει”.
– Ναι, έχει πολλές ονομασίες, ανάλογα με την εποχή παίρνει και το χαρακτηριστικό του όνομα. Αργούμε να φτάσουμε; Είμαι τόσο κουρασμένη από το ταξίδι και αύριο πρέπει να ξυπνήσω από τα χαράματα.
-Σε πέντε λεπτά θα έχουμε φτάσει στο πέτρινο σπιτάκι. Είσαι τυχερή που βρίσκεται κι αυτό γιατί τα παλιά χρόνια δεν υπήρχε. Οι φαροφύλακες έμεναν αναγκαστικά με τις οικογένειές τους μέσα στον φάρο. Φαντάσου τόσα άτομα στρυμωγμένα μέσα σε ένα τόσο δα μέρος. Αλλά από τότε που έγινε εκείνη η τραγωδία αποφάσισαν να το χτίσουν για να κάνουν την ζωή των φαροφυλάκων πιο εύκολη. (η αλήθεια είναι ότι δεν είχε συμβεί καμία τραγωδία, απλά για πρακτικούς λόγους χτίστηκε το σπιτάκι ή μήπως όχι;)
-Τραγωδία… τι συνέβη δηλαδή; ρώτησε με απορία η Αρετή.
-Να, πριν εκατό περίπου χρόνια, ακόμη ο φάρος ήταν σε ενεργεία, ο φαροφύλακας ζορίστηκε πολύ, χειμώνα, καλοκαίρι, ζέστη, υγρασία τον χειμώνα, αέρηδες. Ξέρεις πόσο πολύ φυσάει εδώ πέρα; Σαν εκείνους τους ανεμοστρόβιλους που βλέπουμε στα έργα. Αυτός λοιπόν ο άντρας ήταν νιόπαντρος με μία πολύ νεότερή του γυναίκα, η οποία ήταν πανέμορφη. Σωστή καλλονή. Την πήρε και την έφερε εδώ στις ερημιές. Η γυναίκα φυσικά το δέχτηκε γιατί τον αγάπησε, δεν του έφερε καμία αντίρρηση. Ο καιρός περνούσε και η γυναίκα δεν έμενε έγκυος. Αυτό τον παραξένεψε τον Γιάννο, έτσι τον έλεγαν τον φύλακα. Και άρχισαν οι ζήλιες.
“Γιατί δεν μου κάνεις κανένα παιδί;” την ρώταγε ξανά και ξανά. “Μα αυτό είναι θέλημα Θεού Γιάννο μου, δεν περνάει από το χέρι μου”. Του απάνταγε η γυναίκα κοιτώντας τον μέσα στα μάτια γιατί τον αγαπούσε αλλά και τον φοβόταν ταυτόχρονα, μην τον θυμώσει ή μη τον λυπήσει παραπάνω. Ανάμεικτα συναισθήματα. Ερχόταν και ένας βαρκάρης που τους έφερνε προμήθειες γιατί εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε σωστός δρόμος, όπως τώρα, και μόνο δια θαλάσσης γινόταν η τροφοδοσία μία φορά στις τόσες.
-Α, πολύ ενδιαφέρον το ακούω. Και μετά; Τι έγινε μετά;
-Μετά τα πράγματα πήραν άσχημη τροπή. Ο Γιάννος, από την υπερβολική του ζήλια, του καρφώθηκε στο μυαλό ότι ο βαρκάρης και η γυναίκα του είχαν σχέσεις και άρχισαν οι σκηνές ζηλοτυπίας. Η ζωή της γυναίκας έγινε αφόρητη. Ο ιστορία λέει ότι όταν η Λενιώ, αυτό ήταν το όνομά της, του ανακοίνωσε ότι επιτέλους περίμενε παιδί ,εκείνος φυσικά χάρηκε πολύ. Όμως ένα βράδυ του Μαΐου να σε λίγες μέρες είναι και η επέτειος του γεγονότος, και είχε και πανσέληνο, πώς την είπες; το Μπλε φεγγάρι; Εκείνος φαντάστηκε με το άρρωστό του το μυαλό ότι το παιδί δεν ήταν δικό του. Ότι ήταν του βαρκάρη. Άκου τώρα τι σκέφτηκε! Έτσι πήρε την μάχαιρα και την έσφαξε την δόλια την γυναίκα στον ύπνο της. Χαλάστηκε και αυτή και το παιδί.
Ο άντρας τρελάθηκε τελείως, ξέχασε και να ειδοποιήσει τα καράβια που πέρναγαν το βράδυ για την επικινδυνότητα του μέρους. Παραλίγο να είχαμε και άλλες τραγωδίες δηλαδή. Μετά από μέρες ήρθε και η σειρά του βαρκάρη. Αυτός σαν από ένστικτο έφτασε στον φάρο, έδεσε την βάρκα του σε έναν βράχο και ανέβηκε τα μικρά πέτρινα σκαλιά γεμάτος αγωνία για να δει τι συμβαίνει. Όταν μπήκε μέσα, αυτό που αντίκρυσε ήταν τρομακτικό. Ο Γιάννος καθόταν διπλωμένος δίπλα στην σφαγμένη γυναίκα και μοιρολογούσε. “Άτιμε, τι της έκανες μωρέ;”, φώναξε ο βαρκάρης προς το μέρος του φύλακα. “Εσύ είσαι ο άτιμος, όχι εγώ, εσύ φταις για όλα!”. Αυτομάτως σηκώθηκε και ρίχτηκε προς το στήθος του αντιπάλου του. Του έχωσε μία μαχαιριά στην καρδιά και τον έριξε κάτω. Ήταν μια κίνηση εκδίκησης και απελπισίας μαζί. Ο Γιάννος δεν έχασε καιρό. Τον σήκωσε στους ώμους και τον έριξε στην θάλασσα με μανία. Μετά έριξε την γυναίκα, αφού την αγκάλιασε σφικτά δίνοντάς της ένα φιλί στο μέτωπο, και ύστερα έπεσε και ο ίδιος πάνω στα βράχια επίτηδες για να πονέσει, να ματώσει το κορμί πριν το πάρει το κύμα. Από τότε, λέει η ιστορία, ότι ο φάρος είναι στοιχειωμένος. Πολλές είναι οι μαρτυρίες από τους επόμενους φαροφύλακες. Για αυτό χτίστηκε και το σπιτάκι, να είναι πιο άνετοι όλοι τους, φυσικά πιο ασφαλείς και να μην υπάρχει κάτι να τους θυμίζει το τραγικό γεγονός.
Με το που τελείωσε την αφήγηση είχαν φτάσει στον προορισμό τους. Το αυτοκίνητο σταμάτησε ακριβώς έξω από την πόρτα, η νεαρή κοπέλα, αν και ταλαιπωρημένη από το ταξίδι, βγήκε και έτρεξε προς την σιδερένια πόρτα. Την άνοιξε με κομμένη την ανάσα, στάθηκε στην κύρια είσοδο βάζοντας το παλιό σκουριασμένο κλειδί στην κλειδαριά, την έσπρωξε απαλά και μόλις την άνοιξε άφησε μία βαθιά ανάσα να βγει από τα μέσα της. Ο Λευτέρης την ακολουθούσε με τα χέρια γεμάτα με τις βαλίτσες.
Η Αρετή κίνησε προς το αμάξι για να κουβαλήσει η ίδια τον εξοπλισμό της. Ήθελε να τον προστατέψει από τα ατσούμπαλα χέρια του Λευτέρη, κάνοντας την μεταφορά η ίδια για αποφυγή ατυχήματος. Αφού όλα τα πράγματα είχαν μπει στο σπίτι ήρθε η ώρα να τον καληνυχτίσει και να τον ευχαριστήσει για τον κόπο του.
-Να τακτοποιηθώ και μετά σε περιμένω για καφέ, του είπε η Αρετή δείχνοντάς του διακριτικά την πόρτα. Τώρα θα με συγχωρέσεις. αλλά είμαι πολύ κουρασμένη. Σε ευχαριστώ για όλα. Καληνύχτα.
Ο Λευτέρης φυσικά την καληνύχτισε με την σειρά του και πριν φύγει της είπε:
– Πρόσεχε τα φαντάσματα, εντάξει; Έχουν ακουστεί πολλά για τον φάρο. Μην βρεθείς κι εσύ σε κανένα γκρεμό από τον φόβο σου.
-Α, λες για εκείνη την τραγωδία. Εγώ δεν πιστεύω σε τέτοια. Ό,τι έγινε έγινε. Άντε τώρα καληνύχτα.
Η Αρετή κάθισε στην ψάθινη καρέκλα που βρισκόταν δίπλα στο παράθυρο κοιτώντας στο βάθος την σκούρα θάλασσα. Ευτυχώς η βραδιά ήταν γλυκιά και αισθάνθηκε τυχερή για την επιλογή της, γιατί θα μπορούσε να κάνει τις έρευνες της όσο καιρό ήθελε. Είχε προβλέψει να στείλει μια κυρία από το χωριό να της συμμαζέψει το σπίτι και να το γεμίσει με εφόδια. Σε λίγη ώρα βρισκόταν στο κρεβάτι της κάτω από το πάπλωμα. Ο ύπνος δεν άργησε να έρθει.
Το επόμενο πρωινό βρήκε τον Λευτέρη όρθιο από πολύ νωρίς. Ήταν στα τηλέφωνα με τα κολλητάρια του και μιλούσαν φυσικά για την ξένη γυναίκα που είχε εισβάλει στα ‘’ χωράφια τους.
-Μην σας νοιάζει έχω το σχέδιό μου, θα στην κάνω εγώ να τρέχει με χίλια από τον φόβο της την κυρία ατρόμητη. Απλά να ειδοποιήσετε τους απέναντι ότι για λίγο καιρό δεν θα έχουμε επικοινωνία και πέρα δώθε μέχρι νεοτέρας, εντάξει; Έχω κάνει τα κουμάντα μου ήδη. Από σήμερα το βράδυ η μικρή θα πρέπει να αρχίσει να ιδρώνει ασταμάτητα.
Η Αρετή ξύπνησε λίγο πιο αργά από το κανονικό, έφτιαξε τον καφέ της και άνοιξε τις τσάντες με τα όργανα της δουλειάς της. Αφού τα τακτοποίησε όπως έπρεπε, κίνησε για τον φάρο, να τον δει από κοντά, να κάνει την έρευνά της για το πού θα τα στήσει: το μεγάλο τηλεσκόπιο, το μικρό, την ψηλή καρέκλα, την φωτογραφική μηχανή, το λαπ τοπ, την πολυθρόνα της και ό,τι άλλο θα της χρειαζόταν.
Με το που μπήκε μέσα, η μυρωδιά από την υγρασία και την αλμύρα της θάλασσας της γέμισε τα ρουθούνια. Πόσο της άρεσε η αίσθηση της θάλασσας, πόσο της άρεσε να την νιώθει τόσο κοντά… Ανέβηκε στο πάνω μέρος του φάρου ανεβαίνοντας τα πέτρινα σκαλιά. Η σκόνη ήταν τόσο παχιά, σαν να της φάνηκε ότι είδε μερικές πατημασιές, αντρικές. Μα είναι δυνατόν; Αφού το μέρος δεν κατοικείται, πώς συμβαίνει να υπάρχουν σημάδια το πάτωμα; Ίσως να μπήκε κι εδώ η κυρία που καθάρισε και να άφησε τα σημάδια της, ποιος ξέρει.
Με το που έφτασε στην κορυφή, ένα δέος την συνεπήρε. Πόσες φορές θα είχαν σταθεί σε αυτό το σημείο οι φαροφύλακες, πόσα βλέμματα καρφωμένα στο βάθος, πόσοι αναστεναγμοί, πόσοι καημοί. Κι αυτός ο έρημος ο Γιάννος, σε τι απόγνωση θα πρέπει να είχε βρεθεί για να φτάσει στο σημείο να γίνει φονιάς. Αχ η ζήλια, σε τι μπορεί να σε οδηγήσει…
Κατεβαίνοντας πάλι στο κάτω πάτωμα, τον φαντάστηκε να κρατάει την Λενιώ σφικτά λες και θα του έφευγε, ματωμένος, πικραμένος και ένα ρίγος συγκίνησης την διαπέρασε. Έλα, Αρετή σύνελθε, είπε από μέσα της, ώρα για δουλειά.
Κάθισε στο σκαλί, κοίταξε το μέρος μονομιάς και έκλεισε τα μάτια. Πάντα έτσι έκανε όταν ήθελε να κάνει τις τακτοποιήσεις της. Μέχρι να σηκωθεί ο ήλιος στα ψηλά του. είχε μεταφέρει τον εξοπλισμό της στον φάρο, είχε τοποθετήσει τα τηλεσκόπια στο σωστό σημείο, την πολυθρόνα της, όλα. Έκλεισε την πόρτα και γύρισε στο σπιτάκι. Η κούρασή της ήταν τόση που την πήρε πάλι ο ύπνος μέχρι το απόγευμα.
Ο Λευτέρης, από την άλλη μεριά, κίνησε να την βρει, να δει αν είχε τακτοποιηθεί. Μην διακρίνοντας καμία κίνηση, έβαλε το πρόσωπό του στο τζάμι και την είδε να κοιμάται. Βρήκε έτσι την ευκαιρία να τοποθετήσει στα γρήγορα τις μικροσκοπικές κάμερες στον φάρο. Το βρώμικο μυαλό του δούλεψε αρκετά. Έβαλε τα γάντια του και πείραξε λίγο τους φακούς από τα τηλεσκόπια, είχε ρωτήσει τον φωτογράφο στην πόλη για τι έπρεπε να κάνει. Στο σπιτάκι είχε ήδη βάλει κι άλλες κρυφές κάμερες, όπως και διακριτικά είχε κρύψει τα μικρόφωνα. Μα πώς τα είχε σκεφτεί όλα αυτά… Σε λίγες μέρες θα επέστρεφε βράδυ όμως, για να συνεχίσει το έργο του. Έφυγε όσο μπορούσε πιο γρήγορα γιατί φοβόταν μην ξυπνήσει η κοπέλα και τον αντιληφθεί.
Λίγο πριν δύσει ο ήλιος, η Αρετή ξύπνησε απότομα. Σαν να άκουσε μία μακρινή, συρτή φωνή να την καλεί: Αρετήηηηη. Μετά σιωπή. Ο αέρας είχε αλλάξει απότομα εκείνο το βράδυ. Με το που σηκώθηκε άνοιξε το κινητό της για να δει τις προβλέψεις του καιρού για το βράδυ. Αυτό το έκανε νωρίς το πρωί αλλά λόγω της κούρασής της το ξέχασε. Κράτησε τις σημειώσεις της στο ημερολόγιο, έφτιαξε καφέ και κίνησε για τον φάρο. Με το που άνοιξε την πόρτα πάλι η φωνή ήχησε στα αυτιά της: Αρετήηηηη, σε περιμένωω.
Άντε καλέ, ο αέρας φυσάει και μου φαίνεται ότι ακούω φωνές, σκέφτηκε.
Ανοίγοντας την πόρτα του φάρου, της φάνηκε ότι είδε μια σκιά στο παράθυρο. Μα τι δυνατοί άνεμοι είναι αυτοί, για να δούμε αν θα διακρίνω τίποτα στον ουρανό απόψε. Η πρόγνωση του καιρού έδειξε βροχή και κεραυνούς αργά το βράδυ, ίσα που προλαβαίνω.
Στήθηκε μπροστά στο μεγάλο τηλεσκόπιο, έβγαλε το προστατευτικό καπάκι και με προσήλωση το έστρεψε ψηλά. Με το που τοποθέτησε το μάτι της στον φακό, ζαλίστηκε λίγο. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της, και πάλι ξανακοίταξε μέσα από τον φακό. Το ίδιο θολά, σαν να της φάνηκε εκείνη την στιγμή ότι είδε και μια σκιά μπροστά της.
Ο δυνατός άνεμος φυσούσε μέσα από τις χαραμάδες των παραθύρων δημιουργώντας την αίσθηση ότι αλεπούδες είχαν περικυκλώσει τον φάρο. Το τοπίο φαινόταν θολό και τα αστέρια είχαν κρυφτεί τελείως πίσω από τα μαύρα σύννεφα. Η Αρετή φοβήθηκε για λίγο και αποφάσισε να γυρίσει σπίτι για να ξεκουραστεί. Μάλλον δεν είναι καλή η σημερινή μου προσπάθεια, σκέφτηκε. Έκλεισε τους φακούς και κίνησε για το μικρό κτίριο.
Στην διαδρομή σαν να της φάνηκε ότι είδε κοντά στην ακτή φώτα. Αυτομάτως κίνησε για τα βράχια για να δει τι συμβαίνει. Κανείς δεν ήταν εκεί, κι όμως ήταν σίγουρη ότι είδε φώτα.
Μπαίνοντας στο σπίτι η ίδια συρτή φωνή ήχησε στα αυτιά της: Γιατί έφυγες τόσο νωρίιςςςς.
Δήμητρα Καμπόλη
Συνεχίζεται…

One response to “Το Μπλε Φεγγάρι – Μέρος 1ο”
[…] Προηγούμενο […]