Μπα στο καλό μου, τι παιχνίδια είναι αυτά; Μάλλον θα φταίει ο δυνατός αέρας, σκέφτηκε με το μυαλό της να τρέχει γρήγορα.
Στο λεπτό ξάπλωσε πάνω από τα σκεπάσματα με τα ρούχα της.
Κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, λίγο πριν τις πέντε, εκεί που είναι οι στιγμές μεταξύ ύπνου και ξύπνιου και το υποσυνείδητο είναι περισσότερο ενεργοποιημένο, σαν να άκουγε το όνομά της σαν σε κασέτα επαναλαμβανόμενο… έλα ξανά, έλα ξανά Αρετήηηη. Ξύπνησε έντρομη, σκούπισε τον ιδρώτα του προσώπου της με την παλάμη της, τράβηξε την κουρτίνα του παραθύρου της κι εκεί τον είδε. Δεν ήταν άνθρωπος, δεν ήταν ζώο. Ούτε μπόρεσε να προσδιορίσει τι ήταν. Στήθηκε σαν άγαλμα μπροστά στο τζάμι και κοίταζε την θάλασσα.
Το πρωί την βρήκε στην ίδια θέση. Τα χείλια της είχαν ξεραθεί, τα πόδια της έμοιαζαν βαριά σαν τσιμέντο.
Κατά τις οκτώ επιτέλους κουνήθηκε και πήγε προς την καφετιέρα, η μυρωδιά του καφέ ήταν η σωτηρία της, το ίδιο και η γεύση του. Μετά κίνησε για το μπάνιο, το κρύο νερό θα της ξύπναγε τις αισθήσεις. Είχε τόσα πολλά να κάνει. Να μελετήσει το μετεωρολογικό δελτίο, να καταγράψει τις ώρες τις συννεφιάς. Δεν έπρεπε να επαναληφθεί η ίδια αποτυχημένη βραδιά.
Την ώρα που έκανε το μπάνιο της, το νερό σταμάτησε να τρέχει, τι ατυχία. Έκλεισε και άνοιξε αμέσως την βάνα και το νερό βγήκε κόκκινο σαν ματωμένο.
Έβγαλε μία στριγκλιά και βγήκε έξω τρέχοντας, ούτε την πετσέτα της δεν πρόλαβε να ρίξει πάνω της. Μπήκε στο δωμάτιό της και έκλεισε την πόρτα ερμητικά. Μόλις αντιλήφθηκε την γύμνια της, ντύθηκε, βγήκε έξω και πήγε πάλι στο μπάνιο. Άνοιξε την βάνα και το νερό ίσα που έτρεχε, στο λεπτό ξανασταμάτησε για να αρχίσει σε λίγο να τρέχει κανονικά. Μα τι στο καλό, τι έγινε; Μάλλον θα ήταν η διαδρομή του νερού από τα χωράφια προς το σπίτι προβληματική.
Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη και τα μάτια της την τρόμαξαν, είχε καιρό να τα δει έτσι.
Έπειτα γέμισε μία κούπα καφέ και κίνησε για τον φάρο ξανά. Ο καιρός άστατος, ο ήλιος κρυβόταν συνέχεια και έμοιαζε ότι σε λίγο θα άρχιζε να βρέχει. Η θάλασσα είχε αλλάξει τόσα χρώματα, αν ήταν ζωγράφος θα ήταν ευτυχισμένη, το τοπίο ιδανικό για ζωγραφική.
Με το που μπήκε στον φάρο η πόρτα κόλλησε, σαν να την έσπρωχνε κάποιος και την εμπόδιζε να μπει. Της έδωσε μία δυνατή σπρωξιά και μπήκε μέσα δυνατά, παραλίγο να της χυθεί κι ο καφές. Αυτό που την ενδιέφερε ήταν οι φακοί των τηλεσκοπίων της, γιατί χθες της ήταν αδύνατον να δουλέψει. Έβλεπε πεντακάθαρα με τον μεγάλο φακό, το ίδιο και με τον μικρότερο, καμία θολή εικόνα δεν την εμπόδιζε. Μα τι στο καλό να συνέβη χθες; Δεν πειράζει, σήμερα θα είναι καλύτερα. Αφού όλα πήγαιναν ρολόι, γύρισε προς το σπίτι .
Στον δρόμο σαν να της φάνηκε ότι είδε το αυτοκίνητο του Λευτέρη, εκείνος την περίμενε απ’ έξω.
-Καλημέρα κοπελιά, ήρθα να δω αν όλα πάνε ρολόι. Πώς πήγε η χθεσινή σου πρώτη βραδιά;
-Καλημέρα και σε σένα, σχετικά καλά, ελπίζω σήμερα να δουλέψω πιο ήσυχα. Σε ευχαριστώ που ήρθες, θα σου έλεγα να περάσεις μέσα αλλά είμαι άυπνη και θέλω να ξεκουραστώ για λίγο.
-Όλα καλά, μην ανησυχείς έχουμε χρόνο για καφέ, εγώ έτσι πέρασα, άντε καλή ξεκούραση.
Η Αρετή μπήκε μέσα, έκλεισε την πόρτα και πήγε στο κρεβάτι της αμέσως, ούτε φαγητό σκέφτηκε να φτιάξει, μόνο να κοιμηθεί ήθελε. Το μυαλό της όμως δεν την άφηνε, ένα σωρό λογισμοί την κυρίευαν. Έφερνε στο μυαλό της την Λενιώ και τον Γιάννο, τι να ήταν αυτό που του πυροδότησε την ζήλια; Αυτό που ένιωθε εκείνη από το λίγο που έμενε, ήταν ότι ο φάρος είχε μία παράξενη δύναμη στο μυαλό της, δύσκολα θα ξέφευγε από αυτή. Σαν να μην είχε πια την καθαρή κρίση που την διέκρινε πάντα.
Περίμενε με ανυπομονησία να δύσει ο ήλιος για να βρεθεί αγκαλιά με τα τηλεσκόπιά της, να χαθεί στον ουράνιο θόλο. Η στιγμή αυτή δεν άργησε, σε λίγες ώρες καθόταν στα σκαμπό της και κοίταξε τα αστέρια με γυμνό μάτι. Το φεγγάρι είχε αρχίσει να γεμίζει και το φως του έπεφτε πάνω στο σκούρο μπλε της θάλασσας. Ευτυχώς δεν φύσαγε πολύ εκείνο το βράδυ. Τυχερή είμαι, είπε από μέσα της. Πήρε μία βαθιά ανάσα και τράβηξε την καλύπτρα του μεγάλου φακού. Πάλι έβλεπε θολά, πάλι σαν μια σκιά να παρέμβαινε μεταξύ του ματιού της και του ουρανού, σαν να μην την ήθελε στα πόδια της. Μα τι μου συμβαίνει; Αφού το πρωί όλα κυλούσαν ρολόι. Μία συρτή φωνή ακούστηκε στο σκοτάδι και σκιές φάνηκαν στα παράθυρα.
Αδύνατον, δεν μπορεί να είναι στοιχειωμένος ο φάρος. Μα αφού δεν υπάρχουν φαντάσματα, έτσι δεν είναι κορίτσι μου;, μονολογούσε από μέσα της.
Έριξε μια ματιά έξω και διέκρινε πάλι ένα δυνατό, εκτυφλωτικό φως να έρχεται από τα σκαλιά. Δεν διέκρινε όμως από πού ερχόταν. Έκανε μία προσπάθεια να καλέσει στο κινητό τον Λευτέρη, αδύνατον, το σήμα νεκρό. Μάζεψε πάλι τα πράγματά της, ήταν έτοιμη να φύγει, όταν έφτασε στην πόρτα άκουσε πάλι αυτήν την μακρόσυρτη φωνή: γιατί μου φεύγειςςςςςςς;
Πάει μου έστριψε, αυτό ήταν που σκέφτηκε εκείνη την στιγμή, σαν να της ήρθε μια ζάλη και στάθηκε όρθια σαν άγαλμα πάνω στο σκαλί. Το φως την ζάλιζε τόσο, να κάνει μία να πέσει κάτω στα βράχια. Το φως της αυτοσυντήρησης την έφερε στα λογικά της. Κατέβηκε αμέσως και κίνησε για το σπίτι. Σίγουρα κάτι συμβαίνει εδώ και θα το ανακαλύψω.
Το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να κοιμηθεί, να πάρει δυνάμεις και την αυριανή θα πέρναγε στην επίθεση.
Αυτό που της έδινε ώθηση το πρωί, ήταν η μυρωδιά του καφέ. Έφτιαξε την μεγάλη κανάτα, άνοιξε τα παράθυρα να μπει η πρωινή δροσιά της θάλασσας. Να ξυπνήσει, να ανοίξουν τα μάτια της. Έβαλε τα πράγματα κάτω, φαντάσματα δεν υπάρχουν. Τέλος! Όμως τι; Από τότε που ήρθε εδώ γίνονται τόσα. Πήρε τηλέφωνο τον πατέρα της να το συζητήσει μαζί του. Εκείνος, έκπληκτος για την τόση πρωινή κλήση της κόρης του, τρόμαξε, μήπως της είχε συμβεί κάτι. Πριν αρχίσει η Αρετή την αφήγησή της, εκείνος της είπε για έναν αλήτη που τον ψάχνει όλη η Ελληνική αστυνομία.
-Πρόσεχε εκεί κάτω κόρη μου, κυκλοφορεί ένας τύπος, χωμένος μές την παρανομία μέχρι το κόκκαλο. Ναρκωτικά, λαθρεμπόριο και ό,τι άλλο φαντάζεσαι. Το όνομά του είναι Λευτέρης Κριτσιωτάκης.
Τι όνομα ήταν αυτό που άκουσαν τα αυτιά της; Αυτό είναι, αυτός ευθύνεται για όλα αυτά!
Η Αρετή βγήκε έξω από το σπίτι για να τον ενημερώσει για την περιπέτειά της, γιατί κατάλαβε ότι μέσα κάτι παίζει. Σε λίγα λεπτά ακούστηκε η φωνή του πατέρα της: μέχρι να έρθω κάτω να σε βρω, κάλεσε αυτό του νούμερο, είναι ο διοικητής του τμήματος εκεί, είναι φίλος μου, πες του τα όλα, θα σε καθοδηγήσει. Κι εσύ κάνε το πρόγραμμά σου, μην κινήσεις υποψίες. Είναι αδίστακτοι όλοι αυτοί εκεί κάτω.
Μπήκε μέσα, κάθισε στην πολυθρόνα της και ανακουφισμένη ήπιε το τρίτο φλιτζάνι καφέ απολαμβάνοντας την θέα, ο ήλιος είχε αρχίσει να σηκώνεται δειλά δειλά. Τα χρώματα που άλλαζε η θάλασσα το πρωί με τις ακτίνες του ήλιου να παιχνιδίζουν πάνω της, την ηρεμούσαν αφάνταστα.
Το ρολόι έδειξε εννέα το πρωί, ώρα είναι να καλέσω τον φίλο του πατέρα μου. Πάλι βγήκε έξω να του μιλήσει. Εκείνος είχε ήδη ενημερωθεί από τον φίλο του και την συμβούλεψε να μην πάρει καμία πρωτοβουλία γιατί κινδύνευε η ζωή της.
Ανακουφισμένη ξαναμπήκε στο σπίτι να ξεκινήσει την μέρα της. Στον φάρο δεν πάτησε καθόλου, δεν αισθανόταν και πολύ ασφαλής εκεί. Με την άκρη του ματιού της είδε το αυτοκίνητο του Λευτέρη να ανεβαίνει τον δρόμο, γιατί; Σίγουρα ήταν εδώ και με παρακολουθούσε. Αλλιώς δεν εξηγείται. Τον κάλεσε στο κινητό, να του μιλήσει, να τον ψαρέψει. Η κλίση σας είναι σε αναμονή….
-Καλημέρα, εδώ Λευτέρης. Ένα μόνο έχω να σου πω, να το μεταφέρεις και στους άλλους. Αύριο θα έχει λήξει το πρόβλημά που λέγεται Αρετή. Την έχω κάνει να αναρωτιέται ακόμη και την ίδια της την ύπαρξη. Λίγο υπομονή ακόμη, και μέχρι το τέλος της βδομάδας θα έχουμε απαλλαγεί από δαύτην. Εγώ το πράμα το έχω φυλαγμένο στον φάρο, όταν έρθει η ώρα να τους πεις να έχουν το μετρητό όλο. Εκπτώσεις ο Λευτέρης δεν κάνει, ξηγηθήκαμε; Σε κλείνω τώρα, να περιμένετε νέα μου. Μπα, με καλεί η λεγάμενη. Σας αφήνω.
Ο Λεύτερης με απορία κάλεσε πίσω την κοπέλα. Εκείνη σαν να μην συμβαίνει τίποτα τον καλημέρισε και τον προσκάλεσε για καφέ. Εκείνος διακριτικά αρνήθηκε: Άστο για αύριο, τώρα πάω Χανιά, έχω κι εγώ τις δουλειές μου. Ραντεβού αύριο την ίδια ώρα.
Η Αρετή με ξεκάθαρο μυαλό άρχισε να παρατηρεί το σπίτι καλύτερα. Αυτό που ανακάλυψε την σόκαρε πραγματικά. Παντού υπήρχαν κοριοί και κρυφές κάμερες. Τις απενεργοποίησε αμέσως και μετά πήγε στον φάρο. Με κόπο άνοιξε την πόρτα, κίνησε προς τα εργαλεία της. Οι φακοί δούλευαν κανονικά. Αμέσως κατάλαβε ότι ο Λευτέρης ήταν εκείνος που τους χάλαγε και τους έφτιαχνε ξανά νωρίς το πρωί. Για αυτό δεν την ήθελε στα λογικά της για να κάνει τις βρωμοδουλειές του. Ποιος ξέρει τι να κρύβει στον φάρο.
Με τις κάμερες απενεργοποιημένες άρχισε να ψάχνει. Η αλήθεια ήταν ότι δεν βρήκε τίποτα, αλλά ήταν σίγουρη ότι κάτι έπαιζε εκεί. Θα τον άφηνε να κάνει τα σχέδιά του και απόψε, ο φίλος του πατέρα της την είχε ειδοποιήσει ότι η αστυνομία θα περικύκλωνε την περιοχή το βράδυ. Εκείνη έπρεπε να παίξει τον ρόλο της και μόνο αυτό. Τίποτα άλλο.
Ο Λευτέρης ήταν σίγουρος ότι η αποψινή βραδιά θα ήταν και το κλείσιμο της αυλαίας. Επιτέλους θα την έβλεπε πάνω στα βράχια την άτιμη. Η Αρετή, όπως κάθε βράδυ, κάθισε στη θέση της, άνοιξε τα παράθυρα, έστρεψε το μεγάλο τηλεσκόπιο στον ουρανό. Το φεγγάρι ήθελε μία νύχτα ακόμη για να γεμίσει. Ήταν τόσο μαγευτικό. Αυτήν την φορά ό,τι και να της συνέβαινε, δεν θα έφευγε. Ο φακός λειτουργούσε μια χαρά, όμως από το βάθος ακούστηκε πάλι η φωνή: Αρετή… σε περιμένω στα βράχια… έλαααα.
Εκείνη σηκώθηκε και με αργά βήματα βγήκε έξω, το βραδινό αεράκι της χάιδεψε το πρόσωπο, το σχεδόν γεμάτο φεγγάρι ήταν οδηγός της. Κίνησε προς τον γκρεμό, στάθηκε στο πάνω σκαλί και μα τον θεό αν ήταν η χθεσινή βραδιά θα είχε πέσει. Σαν να αισθάνθηκε ένα χέρι να την σπρώχνει και εκείνη την στιγμή ακούστηκαν οι φωνές των αστυνόμων. Η έφοδος είχε πετύχει. Ο Λευτέρης έκπληκτος είχε βρεθεί στα χέρια της αστυνομίας. Από την θάλασσα το λιμενικό έκανε κι αυτό την δουλειά του αθόρυβα και σε λίγο κάποιοι από τους συνεργάτες του Λευτέρη είχαν βρέθηκαν περικυκλωμένοι. Η επιτυχία της αστυνομίας ήταν δεδομένη. Σε λίγες μέρες όλο το κύκλωμα είχε εξαρθρωθεί κι αυτό οφειλόταν στην Αρετή.
Ίσα που πρόλαβε να ανεβάσει φωτογραφίες από την μαγευτική δεύτερη πανσέληνο του Μαΐου και να αναλύσει τον λόγο που ονομάζεται έτσι. Δεν είναι τόσο το χρώμα, μην μπερδεύεστε αν και αυτό αλλάζει ανάλογα με την θερμοκρασία και το μέρος από όπου φαίνεται το φεγγάρι. Πάντα μετράμε δώδεκα πανσελήνους, όμως κάθε δύο ή τρία χρόνια έχουμε μία παραπάνω και αυτή ονομάζεται ΜΠΛΕ ΦΕΓΓΑΡΙ (BLUE MOON).
Και συνέχισε την ανάλυσή της. Όταν κάτι συμβαίνει γύρω στην πανσέληνο και είναι σπάνιο τότε λέμε… Once in the blue moon, δηλαδή κάποτε αυτό έγινε στο μπλε φεγγάρι.
Λίγο πριν κλείσει το άρθρο της, σήκωσε τα μάτια της μέσα στα σκοτάδια, με το φως του φεγγαριού να γεμίζει το δωμάτιο εκεί στον φάρο και σαν να είδε δύο σκιές ή μάλλον τρείς. Ο Γιάννος σκυμμένος πάνω από το άψυχο σώμα της Λενιώς και ο βαρκάρης δίπλα να θρηνεί γοερά. Αδύνατον, δεν υπάρχουν φαντάσματα, οι νεκροί δεν κυκλοφορούν, μένουν στη θέση τους, στον άλλον κόσμο. Εξάλλου όλη αυτή η ιστορία του φαροφύλακα που έσφαξε την γυναίκα του ήταν ένα ψέμα του Λευτέρη. Ή μήπως όχι; Ό,τι και να είναι θα το αντιμετωπίσω με θάρρος. Δεν θα με σταματήσει κανείς και τίποτα στο έργο μου. Τελικά ό,τι σπάνιο συμβαίνει στην δεύτερη πανσέληνο, είναι γιατί το φεγγάρι είναι ΜΠΛΕ!
Δήμητρα Καμπόλη
Τέλος
