Plan A, plan B. Τι σημασία έχει; Μόνο η ίδια η ζωή – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

-Δεν φαντάζεστε πόσο περίμενα την σημερινή μέρα! Από την στιγμή που συνάντησα την Ντέμη, το μυαλό μου δεν σταμάτησε να γυρνάει στο παρελθόν, εκεί στα θρανία και στην αυλή. Γιατί για το μάθημα δεν θέλω να έχω καμία ανάμνηση. Πες τε μου τα νέα σας, πώς περνάτε; Τι κάνατε από τότε που χώρισαν οι δρόμοι μας; Εννοώ με τον δικό μου, γιατί από ότι μου είπε η Ντέμη εσείς βρίσκεστε τακτικά. Μπράβο σας που κρατήσατε την φιλία σας. Εγώ αντίθετα δεν έχω κρατήσει επαφές με κανέναν. (Στα τελευταία της λόγια φάνηκε μία πίκρα)

-Ξεκινάω εγώ! είπε η Ντέμη. Αν θυμάσαι καλά πέρασα στην νομική σχολή και από τότε έχω αφοσιωθεί στην δικαιοσύνη, δεν μπορώ το άδικο. Ξέρεις τώρα πώς είναι αυτά, δεν σταματάει το διάβασμα ποτέ. Εμείς και οι γιατροί.

-Εγώ, συνέχισε η Κάτια, δεν με ενδιέφεραν οι πανελλήνιες, αντίθετα μπήκα στην σχολή Καλών Τεχνών, αλλά ο έρωτας μου χτύπησε την πόρτα και παντρεύτηκα τον δάσκαλό μου στην σχολή. Έχω και ένα αγόρι, μένω στα Βόρεια προάστεια και τώρα που κατέβηκα προς τα κάτω κατάλαβα πόσο μου λείπει η θάλασσα.

-Εσύ Μαντώ; Αν θυμάμαι καλά ήσουν εξαιρετική αθλήτρια. Τι έκανες με αυτό; ρώτησε η Ελένη

-Καλά θυμάσαι, είχα στόχο τους επόμενους Ολυμπιακούς αγώνες αλλά ένα ατύχημα και ένα χειρουργείο με κράτησε μακριά για αρκετό καιρό, μετά ήρθε η απογοήτευση και τα παράτησα. Προς το παρόν δεν κάνω κάτι.

-Σίγουρα θα έχετε απορήσει με την εμφάνισή μου, το βλέπω στα μάτια σας, θέλετε να με ρωτήσετε τόσα. Αρχίζω λοιπόν. Όταν τελειώσαμε το σχολείο, το μόνο που με ενδιέφερε ήταν η εμφάνισή μου, θυμάστε την μύτη μου; Πόσο άσχημα αισθανόμουν με αυτή την μύτη! Προεξείχε τόσο και μου έδειχνε σαν ραβδί τον δρόμο, στρίψε δεξιά, στρίψε αριστερά. Και μετά τι λόγια πικρά άκουγα πίσω από την πλάτη μου, εσείς είσαστε οι μόνες που δεν λέγατε τίποτα. Για αυτό χάρηκα που συνάντησα την Ντέμη, ήθελα τόσο πολύ να ξαναβρεθούμε, να θυμηθούμε τα παλιά. Άρχισα να δουλεύω παντού αλλά αυτό το εξόγκωμα με κρατούσε πίσω σε ό,τι έκανα. Μάζεψα χρήματα και με την βοήθεια των γονιών μου πήρα την απόφαση να κάνω πλαστική. Ο γιατρός με λυπήθηκε όταν του εξιστόρησα το τι περνούσα τόσα χρόνια. Η επέμβαση πέτυχε και ιδού το αποτέλεσμα μπροστά σας. Όμως έγινε και κάτι άλλο, αυτός ο άντρας με ερωτεύτηκε και εγώ το ίδιο και σε λίγο καιρό παντρευτήκαμε και μετά την ιστορία την μαντεύετε από μόνες σας. Μένουμε εδώ, εκείνος λείπει όλη μέρα στην κλινική του κι εγώ εδώ μόνη σε ένα τεράστιο σπίτι. Με παρηγορεί η θάλασσα, αχ όταν την βλέπω πότε να αγριεύει και μετά να έρχεται η γαλήνη η καρδιά μου ηρεμεί και το μυαλό μου επίσης.

-Και πώς λέγεται αυτός ο σπουδαίος άντρας, δεν μας είπες, ρώτησαν και οι τρεις ταυτόχρονα.

-Γιάννης Βαρλάκος, αυτό είναι το όνομά του.

-Τιιιιι; Καλέ αυτός είναι διάσημος, όλη η Αθήνα μιλάει για αυτόν. Ακούω για τις επιτυχίες του στο γυμναστήριο και ομολογώ ότι θεωρούσα τα μισά ψέματα. Αλλά τώρα τις καταλαβαίνω όλες αυτές τις γυναίκες. Μπράβο σου, πέτυχες τον καλύτερο. (ήθελε να της πει ότι είναι και πολύ μεγαλύτερός της αλλά κρατήθηκε να μην την προσβάλει)

Η Μαντώ πήρε το θάρρος και είπε:
– Εκείνο το κρασί που σου φέραμε μήπως το έβαλες να παγώσει λίγο; Να πιούμε κάτι;

Η Ντέμη την σκούντησε ελαφρά στο μπράτσο:
-Μην κουράζεσαι Ελένη μου, ένας καφές μας είναι αρκετός. (το πρότεινε για να αποφύγει δυσάρεστες εξελίξεις)

Η Ελένη σηκώθηκε αμέσως και πηγαίνοντας στην κουζίνα τους είπε:
-Μην ανησυχείτε, έχω ετοιμάσει ένα μεζέ και φυσικά θα πιούμε και δροσερό κρασάκι, έχω προνοήσει.

Με το που χάθηκε για λίγο από τα μάτια τους η Ντέμη, ψιθύρισε στο αυτί της Μαντώς:
-Σιγά εσύ με το κρασί, να φας πρώτα και μετά ένα ποτηράκι μόνο, άντε δύο, εντάξει γλυκιά μου;

Η Μαντώ κούνησε το κεφάλι της συμφωνώντας:
-Μην ανησυχείς, θα προσέχω, δεν έχω καμία όρεξη να γίνω ρεζίλι σε ξένο σπίτι.

Η Κάτια βρήκε ευκαιρία να τους πει για να τον άντρα της Ελένης:
-Καλέ αυτός είναι γέρος μπροστά της, από όσο έχω ακούσει θα πρέπει να έχει περάσει τα πενήντα, πω πω την καημένη.

Οι άλλες δύο την κοίταξαν στα μάτια, η Μαντώ δεν άντεξε:
-Βρε κορίτσι μου, δεν την βλέπεις; αυτή φαίνεται χαρούμενη, κοίτα εσύ πώς είσαι! Δεν έχεις κι εσύ μεγαλύτερο άντρα; Τι να κάνουμε αφού τα αρσενικά προτιμούν τις νεότερες γυναίκες, πληρώνουμε και το αντίστοιχο τίμημα. η Κάτια σούφρωσε τα χείλια της και ήταν έτοιμη να κλάψει, πόσο δίκιο είχαν.

Σε λίγο βγήκε η Ελένη από την κουζίνα με δύο πιατέλες ορεκτικά στο χέρι, τις ακούμπησε στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι, δίπλα στα πιατάκια που υπήρχαν ήδη. Στην μέση του τραπεζιού ένα μεγάλο βάζο με τριαντάφυλλα κόκκινα συμπλήρωνε την όμορφη εικόνα.
-Α , κάθε βδομάδα ο άντρας μου μου φέρνει και από ένα μπουκέτο λουλούδια, ξέρει πόσο μου αρέσουν και τα βάζω εδώ στο βάζο να τα βλέπω και να τον θυμάμαι, έτσι μου λέει κάθε φορά.

Μετά μπήκε στην κουζίνα πάλι για να φέρει το μπουκάλι με το κρασί και τα ποτήρια. Το άνοιξε με προσοχή και το άφησε στην σαμπανιέρα με τα παγάκια για να μείνει δροσερό.
-Ελάτε κορίτσια, σηκωθείτε. Τα έχω ετοιμάσει όλα μόνη μου.

Αφού γέμισαν τα πιάτα τους κάθισαν πάλι στην θέση τους. Η αλήθεια ήταν ότι η Ελένη τα είχε φτιάξει τόσο γευστικά όλα. Και από εμφάνιση και από γεύση ήταν ό,τι καλύτερο είχαν δοκιμάσει.
-Μπράβο σου Ελένη, τα έχεις όλα τόσο τέλεια.
-Ναι, μου αρέσει η μαγειρική κυρίως, θα ήθελα να ασχοληθώ με αυτό αλλά ο Γιάννης δεν το βρίσκει καλή ιδέα, θέλει να με βρίσκει στο σπίτι όταν έρχεται.

‘Ωχ, ένα συννεφάκι μόλις φάνηκε’, σκέφτηκε η Κάτια, ‘δεν είμαι η μόνη τελικά’.
-Ας ανοίξουμε αυτό το κρασί επιτέλους, συμπλήρωσε η Μαντώ

Σε λίγο τα ποτήρια είχαν γεμίσει, μία, δύο και τρείς φορές συνεχόμενες.

Τα γέλια πήραν την σκυτάλη, όλες είχαν να θυμηθούν τόσα κωμικά γεγονότα από το σχολείο, από την καθηγήτρια των Αρχαίων που μιλούσε με χωριάτικη προφορά και δεν την καταλάβαινες, την Γαλλικού που ήταν ερωτευμένη με τον Φυσικό, τον Γυμναστή που έκανε καμάκι σε όλα τα κορίτσια, ακόμη και στην Ελένη με την μύτη.

-Τι ωραία, ξένοιαστα χρόνια που είναι τα μαθητικά, δεν συμφωνείτε κορίτσια; ρώτησε η Ντέμη

-Ναι, συμφωνώ, απάντησε η Κάτια, ενώ η Μαντώ ξαναγέμισε το ποτήρι της χωρίς να την αντιληφθούν.

-Βρε κορίτσια, αν δεν κάνατε αυτές τις επιλογές, τι θα θέλατε να γίνεται στην ζωή σας; ρώτησε η Ελένη με θάρρος. Γιατί έχω μερικές απορίες. Για παράδειγμα εσύ Ντέμη δεν γίνεται να δουλεύεις τόσο σκληρά, ασταμάτητο διάβασμα, δεν κάνει τόσο νέα γυναίκα. Πού είναι η ζωή σου, που την οδηγείς; Δεν άκουσα για κανέναν άντρα, είσαι μόνη από επιλογή ή γιατί απογοητεύτηκες στο παρελθόν και δεν θες να ακούσεις για κανένα αρσενικό;

-Ωχ, τώρα κάτι είπες, συμπλήρωσε η Μαντώ. Ντέμη και άντρες γράψε μηδέν!

-Ναι, ίσως να έχετε δίκιο. Είχα ένα φλερτ στην σχολή, τίποτα σπουδαίο όμως, μόνο το διάβασμα με γέμιζε και να γίνω μία επιφανής δικηγόρος. Μόνο αυτό με γεμίζει. Ίσως αργότερα, τι να σας πω, δεν μου έχει χτυπήσει το βιολογικό μου ρολόι ακόμη. Όσον αφορά την ερώτησή σου, τι θα ήθελα να κάνω, η απάντηση είναι μία: Δεν με ενδιαφέρει κάτι άλλο εκτός της δικηγορίας, θέλω το δίκαιο και το σωστό να κυριαρχεί στις ζωές των ανθρώπων. Αυτό!

-Ναι, αλλά εσύ το παρακάνεις. Από ό,τι αντιλήφθηκα εσύ περνάς όλη σου τον χρόνο στα δικαστήρια. Μα πώς το αντέχεις; Θα μπορούσες να κρατήσεις λίγες υποθέσεις μόνο ή να γίνεις μέλος σε γυναικείες οργανώσεις που έχουν σαν σκοπό την προστασία των γυναικών. Δεν ακούτε τι γίνεται πια; Όλο για γυναικοκτονίες μιλάει η τηλεόραση. Το πράγμα έχει φτάσει στο απροχώρητο. Πιστεύω ότι θα γινόσουν μια υπέροχη μαχήτρια υπέρ των γυναικείων δικαιωμάτων και να αφήσεις τα έδρανα των δικαστηρίων για λίγο. Για σκέψου το.

Μετά πήρε τον λόγο η Κάτια:
-Εγώ θα τελείωνα την σχολή μου και τώρα ίσως να έκανα και την πρώτη μου ατομική έκθεση, αχ πόσο με ηρεμούν τα χρώματα. Με χαλαρώνουν και με ταξιδεύουν μακριά, στην φύση, στα λουλούδια που αγαπώ.

-Και γιατί δεν ξαναπιάνεις τα πινέλα σου καλέ; ποιος σε εμποδίζει;, την ρώτησε η Ελένη. Μήπως ο εαυτός σου και το μυαλό σου; Ξέρω τι δώρο θα σου κάνω στα γενέθλιά σου, ένα ολοκαίνουριο καβαλέτο, να βάζεις τους καμβάδες σου και να ζωγραφίζεις. Αφού σου αρέσει η θάλασσα, σου παραχωρώ και το μικρό δωμάτιο στην άλλη πλευρά που έχει και αυτό θέα στον Σαρωνικό, να έρχεσαι να δημιουργείς όταν νιώθεις την ανάγκη.

-Καλή ιδέα, απάντησε η Μαντώ. Ναι, αυτό θα την βοηθούσε πολύ να έρθει στα ίσια της αντί να κοπανιέται στα γυμναστήρια όλη μέρα.

Η Κάτια τις άκουγε και έβαλε τα κλάματα. Τι θαύμα ήταν αυτό, σαν ένα φωτάκι να ξύπνησε μέσα της και να την ταρακούνησε.
-Αλήθεια, θα το κάνεις αυτό για μένα; Σε ευχαριστώ, ευχαριστώ, επανέλαβε και τα μάτια της γέμισαν με δάκρυα

-Δεν μας είπες εσύ Μαντώ τι θα έκανες; Έμαθα για την περιπέτειά σου αλλά ήρθαν στα αυτιά μου και κάτι άλλα νέα που δεν μου άρεσαν καθόλου. Με όλο το θάρρος, γιατί βρε κορίτσι μου χαραμίζεσαι στο πιοτό; Γιατί; μου λες;
Η Μαντώ την κοίταξε αποσβολωμένη. Δεν περίμενε τέτοια αντίδραση από την φίλη της.

-Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω τι να απαντήσω. Ίσως γιατί δεν έχω βρει κάτι άλλο να με γεμίζει πέρα του αθλητισμού. Στο κρασί βρίσκω την γαλήνη μου, τι να πω κι εγώ τώρα.

-Εσύ Ελένη, τι θα ήθελες να κάνεις εκτός της τέλειας νοικοκυράς που θες να μας παριστάνεις; Γιατί μην μας πεις ότι σου αρκεί να κάθεσαι όλη μέρα και να ατενίζεις το πέλαγος μυρίζοντας τα λουλούδια στο βάζο περιμένοντας ντυμένη, στολισμένη τον κύριο Πλαστικό Χειρούργο;

-Βρε Μαντώ, τι λόγια είναι αυτά; Ίσα που έχουμε ακούσει για του λόγου του. Τέτοια επίθεση πρώτη φορά στο ξένο σπίτι δεν κάνει, είπε η Ντέμη με την φωνή της δικαιοσύνης.

-Έχεις δίκιο, καλά τα λέει κορίτσια. Δεν λέω, με αγαπάει ο άντρας και με προσέχει, αλλά δεν με αφήνει να παίρνω καμία πρωτοβουλία. Μάλλον για κούκλα Μπάρμπι έψαχνε και όχι για γυναίκα με ψυχή.

-Κορίτσια, είμαστε τέσσερις δυστυχισμένες υπάρξεις, Το σίγουρο είναι ότι δεν μας αξίζει όλο αυτό. Πιστεύω ότι αυτή η συνάντησή μας δεν ήταν τυχαία, ο Θεός μας δίνει άλλη μια ευκαιρία να αναθεωρήσουμε τις ζωές μας, τι λέτε; συνέχισε η Ντέμη. Ας πιούμε το τελευταίο μας ποτήρι για απόψε στην χαρά της ζωής, στην φιλία μας και ειδικά σε σένα Ελένη που μας θύμισες την σημαίνει να χαίρεσαι το πιο απλό, και το πιο αληθινό.

Οι τέσσερίς τους αγκαλιάστηκαν σφικτά και από τότε δεν χώρισαν ποτέ.

Η Ντέμη χαλάρωσε για λίγο τους ρυθμούς της, δημιούργησε έναν σύλλογο για κακοποιημένες γυναίκες και τις υπερασπιζόταν αμισθί στα δικαστήρια όταν υπήρχε ανάγκη. Γνώρισε τον Πέτρο μετά από λίγο καιρό, εκεί στις αίθουσες, ήταν αντίδικός της αλλά ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά και από τότε πορεύονται μαζί στην ζωή.

Η Κάτια ξαναέπιασε τα πινέλα της και χώριζε τον χρόνο της μεταξύ Βάρκιζας και Φιλοθέης. Πήρε μέρος σε μία ομαδική έκθεση ζωγραφικής, τα έργα της έγιναν ανάρπαστα. Αυτό ήταν το ερέθισμα να την ξαναδεί διαφορετικά ο άντρας της και να αρχίσει να την ερωτεύεται πάλι. Η ίδια ποτέ δεν σταμάτησε να τον αγαπάει και άρχισε να του το δείχνει με διάφορους τρόπους. Πορεύονται μαζί πια, μετακόμισαν σε μία μονοκατοικία δίπλα στο σπίτι της Ελένης γιατί η θάλασσα τους πάει καλύτερα.

Η Μαντώ με κόπο απαλλάχτηκε από τον εθισμό της στο πιοτό και δειλά δειλά ξεκίνησε τις προπονήσεις στον στίβο αλλά το έπταθλο πια δεν την ικανοποιούσε. Προτίμησε τις μεγάλες αποστάσεις που απαιτούν πειθαρχία, περισυλλογή, αυτοσυγκέντρωση και στο τέλος σπριντάρισμα. Οι Ολυμπιακοί αγώνες δεν ήταν πια για αυτή αλλά αυτό δεν την απομάκρυνε από την προσπάθειά της. Πήρε μέρος σε τοπικούς αγώνες και μετά στο Πανελλήνιο όπου η Τρίτη θέση της έδωσε θάρρος να συνεχίσει.

Η Ελένη στο τέλος έφτιαξε ένα Home catering, που μπορούσε να το υποστηρίξει μόνη της και μάλιστα με επιτυχία. Όταν είχε πολλή δουλειά, είχε και άλλα τρία ζευγάρια χέρια να την βοηθήσουν, αυτά των φιλενάδων της. Η μαγειρική έγινε το κοινό σημείο που τις ένωνε και μάλιστα η επιτυχία ήταν δεδομένη. Ο πλαστικός χειρούργος άλλαξε γνώμη και την βοήθησε οικονομικά στην αρχή. Μιλούσε με καμάρι για την γυναίκα του στους φίλους του, για το πόσο τυχερός ήταν που είχε μία τέτοια ύπαρξη δίπλα του.

Τελικά στην ζωή όλα γίνονται για κάποιο λόγο που εκείνη την ώρα μας είναι άγνωστος. Το σίγουρο είναι ότι δεν πρέπει να υποχωρούμε στις δυσκολίες, ούτε να βάζουμε το κεφάλι κάτω. Πάντα υπάρχει και μία άλλη λύση, plan B, όπως το λέμε στις μέρες μας, κι αν είναι και C Ή D, τι πειράζει; Μέχρι να φύγουμε από αυτόν τον κόσμο ας καταλάβουμε ότι η ζωή δεν είναι μόνο δουλειά, όσο κι αν μας θέλουν υπόδουλους. Υπάρχουν μικρά πράγματα που μας χαροποιούν, μία βόλτα, ένα τραγούδι, μία εκδρομή, ένας έρωτας. Μην βάζουμε τον φόβο να μας κυριεύει, δεν είμαστε μόνοι.

Δήμητρα Καμπόλη

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading