Δίχως αύριο, μόνο με το χθες

Ο Σίμος περίμενε με την Μαίρη τον αδερφό της έξω από το εστιατόριο που είχαν δώσει ραντεβού. Ο τελευταίος είχε γνωρίσει πρόσφατα μια κοπέλα, η οποία του άρεσε πολύ, όμως ο ίδιος ήταν πολύ κακός στα πρώτα ραντεβού κι έτσι η Μαίρη πρότεινε double date.

Ο Κώστας έφτασε στην ώρα του. Ήταν, όπως πάντα, αρκετά γοητευτικός. Ψηλός, με ξανθά μαλλιά, καστανά μάτια και ένα πουκάμισο σίγουρα ένα νούμερο μικρότερο για να τονίζει τους μύες του, κάτι που ο Σίμος θεώρησε ως υπερπροσπάθεια, αλλά δεν του έπεφτε λόγος, οπότε κράτησε την άποψή του για τον εαυτό του.

Η Αριστέα είδε από μακριά τον Κώστα και κατευθύνθηκε προς το μέρος τους. Προσπέρασε το ζευγάρι και στάθηκε δίπλα του.
“Σίμο;”
“Αριστέα;”
Ρώτησαν ταυτόχρονα με έκπληξη.

Ένα πράσινο οξύ υγρό έτρεξε στις φλέβες της Μαίρης. Η γυναίκα απέναντί της ήταν εκθαμβωτική. Μπορντό μαλλιά, που έπεφταν ολόισια στο ντεκολτέ και τους ώμους της, ρουμπινί μάτια, φακίδες και ένα κολλητό λευκό φόρεμα που αγκάλιαζε κάθε καμπύλη του κορμιού της, ακριβώς όπως έπρεπε. Το ραντεβού του αδελφού της γνώριζε τον σύντροφό της, ο οποίος την κοίταζε και τα μάτια του έλαμπαν!

“Ήμασταν…”, ξεκίνησε να απαντήσει ο Σίμος και ολοκλήρωσε η Αριστέα: “φίλοι”.
“Ναι, φίλοι”, είπε μαγκωμενα και όταν κοίταξε την Μαίρη το πρόσωπό της ήταν αισθητά πιο κόκκινο.
“Πάμε;”, πρότεινε ο Κώστας στην προσπάθειά του να αγνοήσει ό,τι συνέβαινε και διατηρώντας την πίστη του ότι το βράδυ θα καταλήξει με αυτή την γυναίκα στην αγκαλιά του.

Μπήκαν μεσα και έκατσαν σε ένα κεντρικό τραπεζι. Ο Σίμος δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Ήταν η εκδοχή της Αριστέας που τόσο ήθελε αλλά δεν είχε δει ποτέ. Πίστευε ότι μπορούσε να είναι χαλαρή, ήρεμη και γεμάτη αυτοπεποίθηση. Στο παρελθόν, που είχαν συνυπάρξει σε κοινή παρέα, ήταν πάντα τόσο control freak και αγχωμένη, που δεχόταν να συζητήσει μόνο όσα είχαν σχέση με δουλειά, κανόνες και πρόγραμμα. Όσες προσπάθειες κι αν είχε κάνει να την προσεγγίσει, είχαν πέσει στο κενό. Όχι γιατί δεν την ενδιέφερε, αλλά γιατί είχε πείσει τον εαυτό της ότι δεν θα υπάρξει κανένας περισπασμός στο δρόμο για την καριέρα της. Κι έτσι έγινε. Σήμερα, συζητούσε, ως ιδιοκτήτρια πια μεγάλης αλυσίδας ανθοπωλείου, τα πάντα με ένα ανέμελο χαμόγελο. Πόσο θα θελε να είναι αυτός στη θέση του Κώστα… Αλλά δεν ήταν!

Η Μαίρη είχε πιει αρκετά για να αντέξει αυτό το ραντεβού. Ήταν έτοιμη να ξαναγεμίσει το ποτήρι, όταν ένιωσε το στομάχι της να ανακατεύεται και τα λιγοστά που είχε φάει να ανεβαίνουν προς τα πάνω. Έπιασε το στόμα με το χέρι της. Ο Σίμος την κοίταξε και ήταν κάτασπρη.

“Είσαι καλά;”, την ρώτησε με πραγματικό ενδιαφέρον, αν και η Μαίρη το εξέλαβε ως μια τυπική ερώτηση. “Θέλεις να φύγουμε;”. Τον κοίταξε στα μάτια. Σκέφτηκε μήπως ήταν υπερβολική και τελικά όντως πρόκειται για δύο παλιούς φίλους. Δεν πρόλαβε να βγάλει το χέρι από το στόμα και να του απάντησει που ένιωσε πάλι μια ανακατοσούρα. Πετάχτηκε όρθια και πήγε στην τουαλέτα. Ο Σίμος σηκώθηκε αμέσως και την ακολούθησε. Μπορεί να ξύπνησαν τόσες αναμνήσεις και ‘αν’ του παρελθόντος με την εμφάνιση της Αριστέας, αλλά δεν ήταν τόσο αναίσθητος να αφήσει την γυναίκα που είναι 5 χρόνια μαζί μόνη της σε μια τέτοια στιγμή.

“Φαίνεται πολύ καλή κοπέλα η αδερφή σου”
“Είναι. Αν και θα έπρεπε να προσέχει λίγο περισσότερο με το κρασί”
Η συζήτηση μεταξύ του Κώστα και της Αριστέας δεν ξεπέρασε τα τυπικά και ήταν και οι δύο αρκετά μαγκωμένοι.

Η Μαίρη με τον Σίμο επέστρεψαν μετά από ένα τέταρτο, με την Μαίρη να έχει βρει ελάχιστα το χρώμα της και τον Σίμο με ένα μπερδεμένο βλέμμα. (Να μείνουν ή να φύγουν;)
“Πώς είσαι;”, τη ρώτησε ο Κώστας
“Καλά. Θέλω να φύγω”, απάντησε κοφτά κοιτώντας την Αριστέα
“Μήπως να πληρώσουμε τότε;”, πρότεινε η Αριστέα και κοίταξε και τους τρεις
“Ναι”, απάντησε ο Κώστας και έβγαλε το πορτοφόλι του. Πλήρωσε για όλους και σηκώθηκε πρώτος.
“Θα πάω εγώ την Μαίρη σπίτι. Να την φροντίσει η μαμά. Ξέρεις πόσο δύσκολα περνάει την παλινδρόμηση… Αριστέα, με συγχωρείς… Καταλαβαίνεις…”
“Μην το ξαναπείς, όλα καλά”

Η Μαίρη είχε ζαλιστεί αρκετά και είχε αρχίσει πάλι να χλωμιάζει, οπότε δεν κατάλαβε ακριβώς τι αποφασίστηκε ούτε ότι έφυγε με τον αδερφό της.

“Να πηγαίνω κι εγώ. Κάπου εδώ το ραντεβού μου τελείωσε”
“Μένεις ακόμα στη Γλυφάδα;”, ρώτησε ο Σίμος προσπαθώντας να την κρατήσει λίγο ακόμα κοντά του
“Ναι, άλλαξα πολλά, όχι όμως σπίτι. Εσυ; Μα τι ρωτάω, θα έχεις μετακομίσει στην Μαίρη. Πού μένετε τώρα;”, είπε με μια ανάσα
“Δεν μένουμε μαζί”
Η Αριστέα τον κοίταξε με σηκωμένα τα φρύδια.

“Είμαστε μαζί, αλλά ο καθένας μένει στο σπίτι του ακόμα. Δεν είμαστε έτοιμοι για το επόμενο βήμα… Αν και σκεφτόμασταν τον αρραβώνα”
Η τελευταία φράση καλύφθηκε από το θόρυβο ενός δυνατού γέλιου μέσα στο μαγαζί, αλλά η Αριστέα το άκουσε πεντακάθαρα. Σκέφτηκε ότι ήταν λογικό να έχει προχωρήσει τη ζωή του. Πώς ήταν δυνατόν να την περιμένει; Ειδικά όταν τον είχε κοντά της και τον απομάκρυνε, για να χτιστεί την καριέρα της. Ναι, πέτυχε όσα είχε θέσει ως στόχους και παραπάνω, αλλά έχασε τον μοναδικό άνθρωπο που είχε δει την αληθινή Αριστέα, όχι το brand ‘Αριστεα Κοψονίδου’, εκείνη που μάγευε τον φακό και φορούσε το προσωπείο της χαρούμενης και δυναμικής γυναίκας, αλλά εκείνη που είχε βαθύτερα συναισθήματα, έκλαιγε πολύ και γελούσε πηγαία.

Ωστόσο έμεινε σε μια λέξη: “Σκεφτόσασταν;”.
Ο Σίμος έβαλε τα χέρια στις τσέπες και κοίταξε αλλού. Δεν τον πίεσε περισσότερο.

“Λοιπόν, χάρηκα που σε ξαναείδα. Καληνύχτα”, του είπε και βγήκε από το μαγαζί. Περίμενε στο πεζοδρόμιο για ταξί, όταν ένιωσε μια παρουσία δίπλα της
“Είσαι στον δρόμο μου. Θέλεις να σε πάω;”, τη ρώτησε ο Σίμος
Η Αριστέα άνοιξε το στόμα της να πει κάτι. Το έκλεισε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Περπάτησαν μαζί μέχρι το πάρκινγκ. Μπήκαν στο αυτοκίνητο. Δεν χρειάστηκε να του πει προς τα πού θα πάει. Ο Σίμος θυμόταν ακριβώς πού μένει.

Στην διαδρομή δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Κοιτούσαν και οι δύο σταθερά μπροστά. Μετά από μισή ώρα έφτασαν έξω από το σπίτι της Αριστέας.
“Εμ, σε ευχαριστώ”, είπε και τον κοίταξε στα μάτια. Περιέργως, ένιωθε ότι την κοιτούσε με τον ίδιο τρόπο, όπως τότε. Δύο μαύρες λίμνες έτοιμες να της δώσουν τα πάντα. “Δεν είναι σωστό, σήκω και πήγαινε σπίτι σου” , ακούστηκε μια φωνή μέσα στο κεφάλι της. Του χαμογέλασε μηχανικά, τον καληνύχτισε, άνοιξε τη πόρτα και μπήκε στην πολυκατοικία της.

Δεν γύρισε να τον κοιταξει, όμως εκείνος την περίμενε μέχρι να μπει μέσα, να φτάσει στο διαμέρισμά της και να ανοίξει το φως. Μόνο τότε έβαλε ξανά μπρος τη μηχανή και έφυγε.
Διέσχισε όλο τον παραλιακό παράδρομο, μέχρι που βγήκε στη Λεωφόρο Ποσειδώνος.

Στο πρώτο κόκκινο φανάρι έσφιξε τα δάχτυλά του τόσο δυνατά στο τιμόνι που άσπρισαν οι αρθρώσεις του. Κοίταξε από τον κεντρικό καθρέφτη. Ο δρόμος ήταν άδειος. Πήρε την πιο ριψοκίνδυνη απόφαση της ζωής του. Έκανε επιτόπου αναστροφή και για 400 μέτρα οδηγησε αντίθετα στο ρεύμα, μέχρι που βρήκε πάλι τον παράδρομο. Αύριο θα είχε σίγουρα μια ειδοποίηση από την τροχαία, αλλά ήταν το τελευταίο πράγμα που τον ένοιαζε.

Σταμάτησε μπροστά στην πολυκατοικία της Αριστέας. Το φως ήταν κλειστό στο διαμέρισμά της. Βγήκε από το αυτοκίνητό του και φτάνοντας στην εξώπορτα, μια παρέα εφήβων έβγαινε από το κτήριο. Κράτησε την πόρτα και μπήκε.

Ανέβηκε στο διαμέρισμά της και χτύπησε την πόρτα. Δεύτερη φορά. Ήταν έτοιμος να τα παρατήσει, όταν του άνοιξε. Φορούσε ακόμα το λευκό της φόρεμα, αλλά ήταν άβαφη και ξυπόλητη.
“Σίμο; Τι συνέ-“
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρότασή της. Την ανάσα της κατάπιε το φιλί του. Είχε πιάσει και με τα δύο χέρια το πρόσωπό της και είχε σκύψει για να την φιλήσει. Στην αρχή φοβήθηκε ότι θα τον σπρώξει, γιατί δεν υπήρχε κάποια αντίδραση από πλευράς της. Μετά από κάποια δευτερόλεπτα, όμως, τον αγκάλιασε σφιχτά. Ανέβηκε στις μύτες και ανταπέδωσε το φιλί.

Η πόρτα έκλεισε με μια σπρωξιά και ρούχα έπεφταν το ένα πίσω από το άλλο ακανόνιστα στο πάτωμα. Βρέθηκαν στο κρεβάτι της Αριστέας γυμνοί και παθιασμένοι ο ένας για τον άλλον.

Όσο κι αν είχε προσπαθήσει ο Σίμος να προχωρήσει τη ζωή του, πάντα εκείνη ήθελε. Και η Αριστέα δεν είχε αφήσει άλλον άντρα να την αγγίξει από τότε που γνώρισε τον Σίμο, κι ας ήταν τότε πλατωνική η σχέση τους…

Αύριο θα είχαν να αναμετρηθούν με τις συνέπειες των πράξεών τους. Απόψε, όμως, είχαν αποφασίσει να απολαύσουν κάθε λεπτό που τους δινόταν για να είναι μαζί.

Εξάλλου, το αύριο θα είναι πάντα εκεί.

Αγγελική Ανδριοπούλου

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading