Σε παρακαλώ μην μου τον πάρεις, αν και μπορείς, γιατί τον ΑΓΑΠΩ!

Η Δανάη πήρε την κιθάρα της και άρχισε να την γρατζουνάει αρχικά σιγανά. Από το στόμα της έβγαιναν κάποιες λέξεις που σε άλλους δεν θα σήμαιναν τίποτα.
…Σε παρακαλώ μην μου τον πάρεις τον μοναδικό άντρα που αγαπώ.
…Μην μου τον πάρεις επειδή μπορείς, η ομορφιά σου είναι θεϊκή, όπως το χαμόγελό σου και η φωνή σου.
…Κι εγώ δεν μπορώ να σε παραβγώ.
…Ακούει το όνομά σου και κλαίει γοερά. Είσαι μέσα στο μυαλό του, σε παρακαλώ μην μου τον πάρεις, μην μου τον πάρεις.
…Εσύ μπορείς να έχεις άλλους άνδρες, ενώ εγώ πια μόνο εκείνον αγαπώ…

Τι λόγια βγήκαν από το στόμα της, πώς να μιλήσει αλλιώς για τον πόνο της ψυχής της; Καταλάβαινε τον κίνδυνο να χάσει τον μοναδικό άντρα που αγάπησε από μία άλλη γυναίκα. Και τώρα ερχόταν η στιγμή για τις μεγάλες αποφάσεις, να συνεχίσει την ζωή της, μία ζωή που όλος ο κόσμος ζήλευε. Ναι, ήταν επιτυχημένη, το μουσικό της χάρισμα και η φωνή της την έκαναν να ξεχωρίζει από μικρή ηλικία και τα τραγούδια της βρίσκονται στην κορυφή εγχώριων και διεθνών μουσικών σκηνών.

Από την φύση της ανήσυχη, δεν την ενδιέφεραν σπουδές εκτός μουσικής, αν και είχε τα προσόντα. Η οικογενειακή επιχείρηση την περίμενε και θα είχε λύσει το οικονομικό της πρόβλημα από πολύ νωρίς. Όμως η κιθάρα και η φωνή της έγιναν τα εργαλεία της όπως ο αγρότης έχει την αξίνα του, σαν το υνί που σχίζει την γη όταν είναι η ώρα του οργώματος και το χώμα είναι σκληρό από την ανυδρία.

Η Δανάη ανέβηκε δειλά δειλά στην θεατρική σκηνή του σχολείου εκεί, γύρω στα δεκαπέντε. Ακόμη θυμάται τον εαυτό της να στέκεται μπροστά σε κόσμο, με πόσο συγκίνηση τραγούδησε το πρώτο της τραγούδι . Είχε γράψει τους στίχους και την μουσική με θέμα την επανάσταση των νέων, τις ανησυχίες τους για το μέλλον. Το χειροκρότημα που εισέπραξε το θυμάται ακόμη και όταν ανεβαίνει στην σκηνή για να τραγουδήσει σε μεγάλες πια εκδηλώσεις, φέρνει στην μνήμη της εκείνο το λεπτό κοριτσάκι με τα μαλλιά τα ατίθασα και παίρνει θάρρος.

Όποιος πιστεύει ότι οι καλλιτέχνες δεν έχουν άγχος ακόμη και στο ζενίθ της καριέρας τους, είναι γελασμένος. Από εκείνη την ηλικία των δεκαπέντε μέχρι σήμερα που έχει φτάσει σχεδόν σαράντα, η Δανάη μετρούσε εκατοντάδες επιτυχίες. Τα τραγούδια της μιλούν για επανάσταση, για τόλμη, για αγώνες. Σε μία από αυτές γνώρισε και τον έρωτα της ζωής της.

Μέχρι την ηλικία των εικοσιπέντε, είχε μόνο λίγες ερωτικές περιπέτειες. Τίποτα το σταθερό και το ουσιώδες. “Οι έρωτες δεν είναι για μένα, εγώ μόνο ρομαντική δεν είμαι”, έλεγε στους φίλους της για να το πιστέψει και η ίδια. Γιατί η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Η ψυχή της δίψαγε για έρωτα και αγάπη, αλλά δεν τόλμαγε ούτε στον εαυτό της να το εξομολογηθεί.

Όταν συνάντησε τον Παύλο, εκείνος ήταν χωμένος κάτω από τα καλώδια και τα σκηνικά. Ήταν υπεύθυνος σκηνής σε μία της παράσταση εκτάκτως, γιατί ο σταθερός της συνεργάτης ανάρρωνε από μία επέμβαση και δεν μπορούσε να της προσφέρει τις υπηρεσίες του. Την θέση του την κάλυψε ο φίλος του και έτσι έγινε η αιτία να συναντηθούν η Δανάη και ο Παύλος. Η πρώτη τους επαφή μάλιστα ήταν περιπετειώδης, γιατί η νεαρή κοπέλα είχε συνηθίσει αλλιώς και ο νεοφερμένος συνεργάτης τα έκανε όλα ανάποδα. Λίγες βαριές κουβέντες ανταλλάχτηκαν, νεύματα και υπονοούμενα, όμως και οι δυο τους σαν σωστοί επαγγελματίες άφησαν πίσω τους εγωισμούς και προχώρησαν στο έργο τους με σοβαρότητα και ακρίβεια. Το αποτέλεσμα τους δικαίωσε, η Δανάη του ζήτησε συγνώμη για την αδικαιολόγητη συμπεριφορά της: “Ελπίζω να με συγχωρέσετε, το υπερβολικό μου άγχος φταίει για όλα”. Εκείνος της έδωσε το χέρι του σαν κίνηση συμφιλίωσης. Αυτή ήταν η στιγμή που καθόρισε την αρχή μιας σχέσης ερωτικής, φιλικής, σημαδιακής για τις ζωές τους.

Δεν άργησε η μέρα που έγιναν και επίσημα ζευγάρι. Η Δανάη κοντά του έγινε πιο προσιτή, πιο θερμή στις σχέσεις της με τους άλλους ανθρώπους, πιο ζεστή, τα τραγούδια της μιλούσαν και για έρωτα, όχι όλα αλλά πολλά από αυτά ξεχώρισαν για τα λόγια τους που υμνούσαν την αγάπη. Όπου και να πήγαινε, σε όποια συναυλία βρισκόταν, ατομική ή ομαδική, το χειροκρότημα που της αναλογούσε ήταν τεράστιο. Το κοινό την λάτρευε για την αμεσότητά της.

Δεν ακολουθούσε την μόδα κατά γράμμα, είχε ένα δικό της στυλ, μακριές ή μίντι φούστες πολύχρωμες στις αποχρώσεις του μωβ και του έντονου κόκκινου, φορούσε πάντα μπότες μέχρι το γόνατο όποια εποχή κι αν ήταν. Από πάνω λευκό λινό πουκάμισο με μακριά, φουσκωτά μανίκια ενώ η ασημένια σκαλιστή ζώνη της τόνιζε την μέση. Τα καστανά της μαλλιά όπως τότε που ήταν μικρή, πάντα φυσικά, έπεφταν κυματιστά στους ώμους ενώ το μακιγιάζ της ήταν λιτό. Ένα βαθύ κόκκινο χρώμα ή ένα απαλό ροζ κάλυπταν τα χείλια της, ενώ τα μάτια ήταν ελαφρώς βαμμένα από μία μπλε ρουά σκιά σε αντίθεση με τις βλεφαρίδες που ήταν έντονα τονισμένες. Αυτή την εικόνα πρόβαλε από την πρώτη της φορά και την διατηρούσε μέχρι σήμερα. Καμία σχέση με το πώς ντύνονταν οι άλλες νέες τραγουδίστριες. Αυτό το στυλ την έκανε αγαπητή και προσιτή στο κοινό, μαζί φυσικά με την ζεστή φωνή της.

Ο Παύλος ήταν πάντα δίπλα της, την καμάρωνε, την εμψύχωνε, όμως καμία φορά υπάρχουν και οι διαρροές σε μία σχέση. Η Δανάη είχε αφήσει την ιδέα για παιδιά στην άκρη: “Ακόμη δεν είναι η ώρα μου”, έλεγε.

Ήταν αφιερωμένη ολόψυχα στην δουλειά της ή καλύτερα στην τέχνη της. Έλειπε πολύ καιρό σε περιοδείες και όταν καθιερώθηκε και στο διεθνές στερέωμα, τότε τα ταξίδια στο εξωτερικό ήταν πολύ συχνά. Κυρίως στις γιορτές των Χριστουγέννων που όλος ο κόσμος χαίρεται την θαλπωρή του στολισμένου του σπιτιού, εκείνη ήταν συνήθως μακριά.

Ο Παύλος είχε κουραστεί να την ακολουθεί και αναζητούσε την άνεση του σπιτιού του, ένα οικογενειακό δείπνο, μία αγκαλιά με την γυναίκα του δίπλα στο τζάκι. Οι γιορτές για εκείνον ήταν κάτι το ιερό από τα παιδικά του χρόνια. Είχε τόσες γλυκές αναμνήσεις και ήθελε να τις ξαναζωντανέψει και να τις ξαναζήσει με την αγαπημένη του. Όμως εκείνη έλειπε πάντα.

Ένα βράδυ του Δεκεμβρίου, λίγο πριν τις γιορτές, βγήκε στην αγορά, τι άλλο κάνει ο κόσμος τέτοιες μέρες; Ψώνια, αγοράζει δώρα για τους ανθρώπους που αγαπά. Στην βιασύνη του έπεσε πάνω σε μία κοπέλα που στην αρχή του φάνηκε άγνωστη.

-Μα καλά δεν προσέχετε καθόλου; του φώναξε η γυναίκα. Λίγο και θα έπεφτε ο καφές επάνω μου.
-Σας ζητώ συγνώμη, της απάντησε αμήχανα, ξέρετε ήμουν αφηρημένος.
-Παύλο, εσύ είσαι βρε; Δεν με θυμάσαι; Είμαι η Ράνια, από το σχολείο, πρώτο θρανίο, δίπλα στην πόρτα.

Ο Παύλος σούφρωσε τα μάτια και χαμογελώντας της απάντησε:
-Ράνια μου, εσύ; Πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω. Δεν άλλαξες καθόλου ή μάλλον ναι, προς το καλύτερο. Τι λες; Πάμε να σε κεράσω έναν καφέ εδώ πιο κάτω γιατί αυτός που κρατάς έχει γίνει πια σκέτο νερό;
-Μετά χαράς, πάμε.

Η Ράνια τελείως φυσιολογικά τον έπιασε από το μπράτσο σαν να μην είχε περάσει ούτε μία μέρα από το σχολείο. Καλά το βράδυ θα είχε τόσα νέα να διηγηθεί στις φίλες της…

Με το που μπήκαν στο καφέ, η μυρωδιά από την ζεστή σοκολάτα και τα φρεσκοψημένα κρουασάν τους γαργάλισε την μύτη. Κάθισαν στο γωνιακό τραπεζάκι δίπλα στη τζαμαρία. Φωτάκια στόλιζαν τους πάγκους ενώ η χριστουγεννιάτικη διακόσμηση έδινε έμφαση στην θαλπωρή που αναζητά ο πελάτης μετά την βόλτα του ή μετά την δουλειά του.

Με το που παράγγειλαν τους καφέδες και τα κρουασάν ο Παύλος άρχισε την κουβέντα πρώτος.
-Να μου το έλεγαν για την σημερινή έκπληξη, δεν θα το πίστευα. Μα πόσο χάρηκα που σε είδα, Ράνια μου! Πες μου παντρεύτηκες; Έχεις παιδιά; Με τι ασχολείσαι;
-Σιγά καλέ μία μία τις ερωτήσεις. Όχι δεν παντρεύτηκα, δεν έτυχε. Είχα μία σχέση που κράτησε κάποια χρόνια, αλλά δεν συμπορευτήκαμε μαζί τελικά. Αυτά είναι τυχερά, δεν είναι ο γάμος εύκολη υπόθεση. Πρέπει να βρεις τον κατάλληλο. Όσο για δουλειά, έχω ένα δικό μου μαγαζί με είδη δώρων, χειροποίητα όλα. Τα φτιάχνω εγώ, πάντα ήμουν καλλιτεχνική φύση, όχι βέβαια της μουσικής όπως εσύ, αλλά τα καταφέρνω καλά. Εσύ, τι έχεις κάνει μέχρι τώρα; τον ρώτησε πίνοντας την πρώτη γουλιά καφέ.

Ο Παύλος σήκωσε το χέρι του για να της μαζέψει από την μύτη μία σταγόνα κρέμας από τον καφέ. Η Ράνια αισθάνθηκε αμήχανα αλλά ένιωσε κάτι το περίεργο. “Μπα ιδέα μου θα είναι”, σκέφτηκε από μέσα της

-Εγώ, αν και ήμουν της μουσικής, ασχολήθηκα με τα ηλεκτρολογικά. Όχι βέβαια με τις οικιακές εργασίες αλλά πιο επαγγελματικά, είμαι ηλεκτρολόγος σε μουσικές σκηνές, σε θέατρα. Καμιά φορά γράφω και στίχους για τραγούδια έτσι για να περνάει η ώρα. Ναι, εγώ παντρεύτηκα, ερωτεύτηκα και το τόλμησα.
-Και η γυναίκα σου, πώς την λένε; Με τι ασχολείται;
-Δεν θα το πιστέψεις, είναι η Δανάη Τριανταφύλλου ή αλλιώς για σας όλους σκέτο Δανάη.
-Εννοείς την περίφημη τραγουδίστρια της ποπ; Αυτή είναι η γυναίκα σου; Απίστευτο! Τυχερέ, έχεις πλάι σου τέτοια γυναίκα; Την θαυμάζω απεριόριστα.
-Ναι, είναι καλή στην δουλειά της, απάντησε με ένα κρυφό παράπονο.

-Έλα τώρα, πες μου τι συμβαίνει. Σε ξέρω καλά από τότε που τα λέγαμε στο σχολείο, θυμάσαι; Όταν έτρωγες τα μούτρα σου με τις άλλες τις πιο προχωρημένες, στο τέλος καθόμασταν κάτω από την σκάλα και μου άνοιγες την καρδιά σου. Για λέγε.
-Τι να σου πω, την αγαπάω την Δανάη, αλλά εκείνη είναι δοσμένη στην καριέρα της. Όλο λείπει σε πρόβες, συναυλίες. Δεν λέω καλή η φήμη και η δημοσιότητα, έχω κι εγώ τις απουσίες μου από το σπίτι. Δουλεύω όσο πρέπει. Η ζωή δεν είναι μόνο δουλειά για να βγάζουμε χρήματα, πρέπει να την γευόμαστε, να κάνουμε και πράγματα που μας αρέσουν, αλλιώς δεν παλεύεται. Αφού οικονομικό πρόβλημα δεν υπάρχει, μας φτάνουν και περισσεύουν, τι στον άνεμο το θέλει όλο αυτό μου λες;

-Μα τα χρήματα δεν έχουν σημασία για αυτήν, είναι ολοφάνερο. Είναι η δίψα για δημιουργία και πίσω από αυτήν κρύβεται πολύ ωραία η παγίδα. Όσο πιο πολύ θες να φτιάξεις ένα μύθο, να δημιουργήσεις νέα πράγματα, τόσο πιο πολύ εισπράττεις χειροκρότημα, κι αυτό έχει το κόστος του. Σε παρασύρει το σύστημα, τραγουδάς για το κοινό πια όχι για πάρτη σου. Την καταλαβαίνω την γυναίκα σου γιατί πολλές φορές νιώθω κι εγώ, όταν ξεκινάω να φτιάχνω πράγματα με τα χέρια μου δεν μπορώ να σταματήσω, είναι σαν ένα τσουνάμι που πέφτει ορμητικά και δεν μπορείς να κρυφτείς. Πώς να τα βγάλει πέρα και η Δανάη με τέτοια δύναμη; Δεν μπορεί. Κατάλαβέ την.

Τα λόγια της μίλησαν μέσα στην καρδιά του, όπως τότε που πήγαιναν σχολείο. Κάποιες φορές του είχε περάσει από το μυαλό ότι η Ράνια ήταν η αδελφή ψυχή του, πως εκείνη τον ένιωθε βαθιά μέχρι το μεδούλι, ότι πριν μιλήσει, εκείνη ήταν εκεί να του σφίξει το χέρι. Όμως ποτέ δεν τόλμησε να πάει παραπέρα, ίσως γιατί δεν ήθελε να χαθεί η φιλία τους, ίσως γιατί δεν είχε έρθει η ώρα.

Από την πλευρά της η Ράνια τον ένιωθε τόσο κοντά της, πόσες φορές ήθελε να τον αγκαλιάσει σφικτά και να του δώσει ένα ζεστό φιλί στο στόμα, να ακουμπήσει το κεφάλι της στο στήθος του, αλλά δεν τόλμησε ποτέ, αυτός είχε μάτια για τις άλλες, όχι για εκείνη.

Έτσι σιωπηλά συνέχισαν την σχέση τους μέχρι που τέλειωσαν το σχολείο, μετά χωρίστηκαν οι δρόμοι τους μέχρι εκείνο το πρωινό.

Χωρίς να το καταλάβει και τελείως αυθόρμητα, η Ράνια του έπιασε το χέρι, έβαλε στην ζεστή παλάμη της την δικιά του την αντρική, την τραχιά και τον κοίταξε με ιδιαίτερη ζεστασιά στα μάτια.
-Έλα τώρα, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, δώσε της χρόνο. Δείξε της πως την αγαπάς ακόμη. Αλήθεια την αγαπάς, Παύλο; αυτή η ερώτηση βγήκε τόσο αυθόρμητα από τα χείλια της που είχαν ξεραθεί από το κρύο.

Ο Παύλος την κάρφωσε στα καστανά της μάτια σαν να της έλεγε, την αγαπώ, αλλά τώρα ήρθες κι εσύ από το πουθενά και στέκεσαι μπροστά μου και μου τα αναστάτωσες όλα.
-Ίσως να την αγαπώ ακόμη, δεν ξέρω τι να σου απαντήσω. Ειλικρινά δεν ξέρω τι με κρατάει κοντά της και δεν τα έχω βροντήξει κάτω.
– Τότε δεν έχει τελειώσει ακόμη μέσα σου το κεφάλαιο Δανάη.

“Πόσο θα ήθελα να ανοίξει ένα νέο στην ζωή σου μαζί μου¨”, σκέφτηκε από μέσα της. Τελικά έτρεφε συναισθήματα για αυτόν τον άντρα από τότε, δεν είχε το θάρρος να το παραδεχτεί εκείνη την εποχή. Αλλά τώρα; Τι να κάνει τώρα; Να μιλήσει, να τολμήσει;

Για λίγο σηκώθηκε και βγήκε έξω στον φρέσκο αέρα.
-Βγαίνω για ένα τσιγάρο και έρχομαι, μην φας όλα τα κρουασάν, εντάξει; του είπε χαριτολογώντας.

Με το που άναψε το τσιγάρο, το ρούφηξε με τόση δύναμη σαν να ήθελε να ζαλιστεί, να θολώσει το μυαλό της. Τι να της κάνει ένα τσιγάρο; Το κάπνισε στο δευτερόλεπτο και καπάκι άναψε και ένα δεύτερο. Δεκάδες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της, πίστευε ότι με τους άντρες τα είχε καταφέρει μέχρι τώρα, όμως όχι! Μια τρύπα στο νερό είχε κάνει.
Αν δεν τον ντρεπόταν θα άναβε και τρίτο τσιγάρο. Μπήκε μέσα τρίβοντας τα χέρια της από το κρύο να συνέλθουν. Ο Παύλος την παρακολουθούσε τόση ώρα, την σκάναρε από το κεφάλι μέχρι κάτω, τα μάτια της, τα ζυγωματικά της, τα υπέροχα καλοσχηματισμένα χείλια της, τον λαιμό της, το στήθος της, τα πόδια της. Όλα του έμοιαζαν τόσο τέλεια, πόσο ποθητή του ήταν τελικά! Μα καλά χαζός ήταν τότε και την άφησε να του φύγει;

Η Ράνια κάθισε, δεν πρόλαβε να πιει άλλη μία γουλιά από τον καφέ της και αισθάνθηκε τα χείλια του Παύλου πάνω στα δικά της. Ένα απαλό φιλί την περίμενε για να την ζεστάνει. Τα μάτια τους ήρθαν τόσο κοντά, οι ανάσες τους το ίδιο. Μα πόσο τρελή ήταν που τότε δεν του εξέφρασε τα συναισθήματά της.

Το φιλί τους αναστάτωσε και τους δύο, καμία αναστολή, καμία ντροπή. Μόνο χείλια ενωμένα που αρνούνταν να χωριστούν. Ο ιδρώτας γέμισε τις παλάμες τους που χάιδευαν η μία την άλλη. Ο Παύλος πρώτος τράβηξε το πρόσωπό του και αυθόρμητα ασφάλισε με τα χέρια του τα δικά της, τα έκλεισε δυνατά μην τα αφήσει να του φύγουν.
-Αυτό έπρεπε να το είχα κάνει από τότε, κάτω από την σκάλα του σχολείου. Μάλλον άργησα.
-Το αποτέλεσμα μετράει, απάντησε η Ράνια βάζοντας τα χέρια του στο στόμα της, να τα φιλήσει με τα υγρά της χείλια. Και τώρα τι θα κάνουμε; Πώς θα το διαχειριστούμε όλο αυτό; Έχεις καμία ιδέα;
-Προς το παρόν ας τελειώσουμε αυτόν τον ωραίο καφέ και μετά βλέπουμε.

Πώς να αποχωριστεί ο ένας τον άλλο; Πώς να φύγει ο καθένας για το σπίτι του; “Ποιο σπίτι; Το άδειο;”, σκέφτηκε ο Παύλος.

Δεν ήταν ο άντρας που θα ξενοκοιτούσε, που θα κυνηγούσε άλλα θηλυκά, το ίδιο και η Ράνια, δεν θα έκλεβε τον άντρα καμιάς άλλης. Εδώ όμως τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά, μα τι έπρεπε να κάνει; Να τρέξει μακριά ήθελε, αλλά πάλι σαν να είχε τα πόδια της δεμένα στην άσφαλτο. Αντάλλαξαν τηλέφωνα και χαιρετίστηκαν σαν δύο φίλοι που ξαναβρέθηκαν μετά από καιρό.

Αυτά τα Χριστούγεννα πόσο διαφορετικά ήταν για τους τρεις τους… Η Ράνια δεν μπορούσε να βγάλει τον Παύλο από το μυαλό της, εκείνη είχε ριζώσει στις σκέψεις και περισσότερο στην καρδιά του. Η Δανάη από την άλλη παράτεινε την διαμονή της στην Ευρώπη για μερικές συμπληρωματικές συναυλίες στο Βερολίνο και στην Βιέννη. Η μοναξιά του ήταν αφόρητη πια, προσπαθούσε να τιθασεύσει τα συναισθήματα, μάταια.

Την Κυριακή, πριν την σπουδαία γιορτή της γέννησης του Κυρίου, πήρε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και χτύπησε το κουδούνι της Ράνιας. Όταν του άνοιξε την πόρτα και τον είδε μπροστά της έπεσε πάνω του με αναφιλητά. Τόσες μέρες ζούσε τον εφιάλτη της, μία πάλη μέσα της είχε θεριεύσει, ανάμεσα στα θέλω της και στα πρέπει.

Από εκείνο το βράδυ οι δυο τους έγιναν οι πρωταγωνιστές σε μία τραγωδία, σαν ένα θεατρικό δρώμενο με τους ήρωες να κινδυνεύουν να χαθούν στο πρώτο φύσημα του ανέμου.

Αχ έρωτα, που δεν κάνεις διακρίσεις και τυφλώνεις τους ανθρώπους… Το ίδιο και αυτοί, με την Δανάη να απομακρύνεται από την καρδιά του Παύλου. Όμως η μοίρα άλλα προστάζει, δεν κάνουμε πάντα ό,τι θέλουμε κι αν μας έρχονται ευνοϊκά καμιά φορά δεν κρατάει για πολύ. Εκείνα τα Χριστούγεννα θα της έμεναν αξέχαστα, γιατί ήθελε να κάνει την έκπληξή της, γύρισε δύο μέρες πριν την γιορτή για να βρεθεί μαζί με τον άντρα της. Εκείνος την υποδέχτηκε με συγκρατημένη χαρά, μεγάλη διαφορά από τις άλλες φορές. Δεν της πήρε πολύ για να καταλάβει ότι κάτι άλλο συνέβαινε. Το ένστικτό της δούλεψε αυτή την φορά, τον παρατηρούσε πως της μίλαγε, αφηρημένα, καμία ζεστασιά στην φωνή, στα χάδια, στον έρωτα. Όλα του συγκρατημένα και φειδωλά. Το κατάλαβε ότι κάποια άλλη είχε πάρει την θέση της, δεν την ενδιέφερε ποια ήταν. Σε τι θα έκανε την διαφορά αν γνώριζε το πρόσωπό της; Είχε αναρωτηθεί λίγες φορές στο παρελθόν τι θα έκανε, πώς θα αντιδρούσε αν ο Παύλος την απατούσε, δεν είχε μπορέσει να απαντήσει. Τώρα είχε έρθει η ώρα.

Αυτό που έκανε από παιδί όταν ζοριζόταν, ήταν να καθίσει μόνη της για λίγο. Αυτή την φορά έμεινε στο κρεβάτι της ολόκληρο πρωινό με τα παραθυρόφυλλα κλειστά, να μην μπει ούτε η παραμικρή ηλιακτίδα. Κάτω από τα σκεπάσματα, μόνη με την πόρτα κλειστή. Ο Παύλος έλειπε ευτυχώς για δουλειά. Τώρα αν θα ήταν εκεί που της είχε πει, δηλαδή στο θέατρο για μία παράσταση, δεν μπορούσε να το εγγυηθεί. Προς το παρόν ήθελε μόνο να κοιμηθεί, να μείνει στο κρεβάτι, στα ζεστά, να κλείσει τα μάτια και όταν θα τα ξανάνοιγε θα είχε και τις απαντήσεις της. Πόσο καλά δούλευε αυτό το κόλπο, πόσο την είχε βοηθήσει στο παρελθόν…

Το σούρουπο την βρήκε μέσα στα παπλώματα, ούτε καφέ, ούτε νερό δεν είχε βάλει στα χείλια της. Σηκώθηκε με δυσκολία και αφού φρεσκαρίστηκε για λίγο, τράβηξε τις κουρτίνες να δει το φεγγάρι που είχε αρχίσει να φαίνεται αμυδρά στον μαύρο ουρανό. Ευτυχώς τα φωτάκια από το χριστουγεννιάτικο δέντρο στο πάρκο φώτισαν και την καρδιά της. Όχι, θα έμενε να παλέψει, θα άφηνε για λίγο τις συναυλίες στην άκρη για να μείνει στο σπίτι της, να σώσει τον γάμο της. Τον αγαπούσε τον Παύλο και η αλήθεια ήταν ότι τον είχε παραμελήσει. Δεν ήταν ο άντρας της γυναικάς, ίσως να ήταν μία άσχημη στιγμή, ναιμ θα πολεμούσε μέχρι τελικής πτώσης.

Πήρε την κιθάρα στα χέρια της, αχ αυτή η μουσική, τι φάρμακο! Από τα χείλια της που τρεμόπαιζαν βγήκαν οι πιο σπουδαίοι στίχοι για ένα μοναδικό τραγούδι που έγινε αργότερα μεγάλη επιτυχία. Στα δάκτυλά της έπεσαν λίγες σταγόνες από τα δάκρυά της.
…Σε παρακαλώ μην μου τον πάρεις τον μοναδικό άντρα που αγαπώ.
…Μην μου τον πάρεις επειδή μπορείς, η ομορφιά σου είναι θεϊκή, όπως το χαμόγελό σου και η φωνή σου.
…Κι εγώ δεν μπορώ να σε παραβγώ.
…Ακούει το όνομά σου και κλαίει γοερά. Είσαι μέσα στο μυαλό του, σε παρακαλώ μην μου τον πάρεις, μην μου τον πάρεις.
…Εσύ μπορείς να έχεις άλλους άνδρες, ενώ εγώ πια μόνο εκείνον αγαπώ…

Και δεν της τον πήρε, γιατί η Αγάπη της ήταν Μεγαλειώδης! Συγχωρητική! Μοναδική! Βαθιά!

Δήμητρα Καμπόλη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading