Νυχτόβια πλάσματα – Μέρος 3: Το “μετά”

Προηγούμενο

Η Ρόζα επέστρεψε στο τραπέζι της προσπαθώντας να δείχνει όσο πιο φυσιολογική γινόταν. Κάθισε στη θέση της, πήρε το μοχίτο που την περίμενε και ήπιε μια μεγάλη γουλιά.
Η μουσική συνέχιζε να παίζει δυνατά, η ταράτσα ήταν γεμάτη κόσμο και οι φίλες της συζητούσαν ενθουσιασμένες, όμως το μυαλό της βρισκόταν αλλού.

«Πού χάθηκες;», τη ρώτησε η Μαρία.
«Στο μπάνιο πήγα!»
«Για μισή ώρα;»
Η Γιώτα την κοίταξε πονηρά.
«Κάτι έγινε!»
«Δεν έγινε τίποτα…»
«Ρόζα…»
Η Ρόζα χαμογέλασε αμήχανα.

«Απλώς έπεσα πάνω σε κάποιον…»
«Αααα!»
«Μην αρχίζεις!»
«Πώς τον λένε;»
Η Ρόζα δίστασε για ένα δευτερόλεπτο. «Ήφαιστο!»

Οι δύο φίλες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
«Καλά ξεκινήσαμε…»
«Μη σας ακούσω…»
«Είναι ωραίος;»

Η Ρόζα πήγε να απαντήσει, όμως το βλέμμα της έφυγε ασυναίσθητα προς την άλλη πλευρά της ταράτσας. Και τον είδε…

Στεκόταν μόνος κοντά στο κάγκελο. Ψηλός. Σκοτεινός και με το βλέμμα χαμένο κάπου ανάμεσα στον κόσμο και στα φώτα της πόλης. Λες και δεν ανήκε πραγματικά εκεί.

Την ίδια στιγμή σήκωσε το κεφάλι του. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και για μια στιγμή η μουσική γύρω της έμοιαζε να χαμηλώνει.

Η Γιώτα ακολούθησε το βλέμμα της. «Αυτός είναι;»

Η Ρόζα δεν απάντησε. Το χαμόγελο των φίλων της ήταν αρκετό.
«Ωραίος είναι!»
«Σταματήστε!»
«Εμείς τίποτα δεν είπαμε!»
«Ακριβώς!»
Οι τρεις τους ξέσπασαν σε γέλια.

Στην άλλη άκρη της ταράτσας, ο Ήφαιστος προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του να επιστρέψει στη δουλειά του. Δεν είχε κανέναν λόγο να ασχολείται με μια άγνωστη. Δεν είχε κανέναν λόγο να παρατηρεί το τραπέζι της. Κι όμως το έκανε!

Κάθε τόσο τα μάτια του γύριζαν προς το μέρος της και κάθε φορά τη συναντούσαν να γελά με τις φίλες της. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, κάτι μέσα του ηρεμούσε και αυτό τον προβλημάτιζε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί.

Πριν προλάβει να αλλάξει γνώμη, πήρε μια βαθιά ανάσα και κατευθύνθηκε προς το τραπέζι τους.

«Καλησπέρα!»
Η Ρόζα σήκωσε το βλέμμα της.
«Καλησπέρα!»
«Εξακολουθώ να χρωστάω ένα ποτό!»
Το χαμόγελό της εμφανίστηκε αμέσως.
«Επιμένεις βλέπω!»
«Δεν μου αρέσουν τα χρέη!»

Η Μαρία έβηξε θεατρικά. Η Γιώτα κοίταξε αλλού για να μη γελάσει. Η Ρόζα ήθελε να εξαφανιστεί.
«Ένα ποτό μόνο!»
«Ένα ποτό μόνο!»

Οι φίλες της αντάλλαξαν ένα βλέμμα που δεν της άρεσε καθόλου.

«Εμείς έτσι κι αλλιώς θα φύγουμε σε λίγο», είπε η Μαρία σηκώνοντας τους ώμους.
«Ναι, αύριο δουλεύουμε», συμπλήρωσε η Γιώτα.
Η Ρόζα τις κοίταξε δύσπιστα.
«Τυχαίο αυτό;»
«Εντελώς!»
«Ψεύτρες!»
Η Μαρία γέλασε… «Εσύ έχεις αμάξι. Θα φύγεις όποτε θες»
«Ακριβώς», πρόσθεσε η Γιώτα. «Δεν θα σε περιμένουμε σήμερα!»
Η Ρόζα κούνησε το κεφάλι της. Ήξερε πολύ καλά πως την έσπρωχναν διακριτικά προς τον Ήφαιστο. Παραδόξως, δεν την πείραζε.

Αυτό που υποτίθεται ότι θα ήταν ένα ποτό μετατράπηκε γρήγορα σε μια ατελείωτη συζήτηση. Στην αρχή κάθισαν στο μπαρ. Μετά μετακινήθηκαν σε ένα πιο ήσυχο τραπέζι. Κάποια στιγμή άρχισαν να περπατούν στην ταράτσα.

Κανείς από τους δύο δεν θυμόταν ακριβώς πότε έγινε η μετάβαση. Το μόνο που ήξεραν ήταν ότι η συζήτηση κυλούσε αβίαστα.

«Δηλαδή ξυπνάς κάθε μέρα στις έξι;»
«Ναι»
«Οικειοθελώς;»
Η Ρόζα γέλασε.
«Προφανώς»
«Είσαι επικίνδυνη γυναίκα!»
«Γιατί;»
«Γιατί κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν σηκώνεται τέτοια ώρα»
«Και κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν είναι ξύπνιος τέτοια ώρα»
Ο Ήφαιστος χαμογέλασε.
«Δίκαιο!»

Η κουβέντα συνέχισε να κυλά. Για βιβλία. Για μουσική. Για ταξίδια. Για πράγματα που αγαπούσαν. Για πράγματα που μισούσαν.

Η Ρόζα δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε μιλήσει τόσο πολύ σε κάποιον. Και ο Ήφαιστος δεν θυμόταν πότε είχε ακούσει κάποιον με τόση προσοχή. Οι ώρες περνούσαν χωρίς να το καταλαβαίνουν. Ο κόσμος γύρω τους άλλαζε. Η ταράτσα άδειαζε σιγά σιγά. Οι φίλες της είχαν φύγει εδώ και ώρα, αφού πρώτα της είχαν στείλει ένα μήνυμα γεμάτο καρδούλες και γελάκια που εκείνη είχε επιλέξει να αγνοήσει.
Κι όμως η βραδιά έμοιαζε να βρίσκεται ακόμη στην αρχή.

«Θέλεις να δεις τη θέα από ψηλά;», τη ρώτησε κάποια στιγμή ο Ήφαιστος.
«Δεν είμαστε ήδη ψηλά;»
«Πίστεψέ με. Γίνεται καλύτερη!»

Η Ρόζα τον ακολούθησε. Το γραφείο του βρισκόταν στον επάνω όροφο. Όταν μπήκαν μέσα, εκείνη στάθηκε αμέσως μπροστά στα τεράστια τζάμια.Η πόλη απλωνόταν μπροστά τους σαν θάλασσα από φώτα.

«Θεέ μου…»
«Σου το είπα!»
«Έχεις την καλύτερη θέα της Αθήνας»
«Ίσως…»

Η Ρόζα χαμογέλασε και γύρισε προς το μέρος του. Τότε συνειδητοποίησε πόσο κοντά της στεκόταν. Για μια στιγμή κανείς τους δεν μίλησε. Ο θόρυβος της πόλης έμοιαζε μακρινός. Η μουσική σχεδόν ανύπαρκτη.

Υπήρχαν μόνο τα βλέμματά τους. Η Ρόζα ένιωσε την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα.Ο Ήφαιστος την κοιτούσε λες και προσπαθούσε να απομνημονεύσει κάθε λεπτομέρεια του προσώπου της.

Κανείς τους δεν έκανε πίσω. Ούτε ένα βήμα. Ούτε μια κίνηση. Σαν να φοβούνταν ότι αν έσπαγαν τη στιγμή, θα χανόταν για πάντα.

Ο Ήφαιστος σήκωσε αργά το χέρι του και απομάκρυνε μια τούφα μαλλιών από το πρόσωπό της.
Η ανάσα της κόπηκε…

«Ρόζα…»

Δεν ήξερε γιατί ο τρόπος που είπε το όνομά της έκανε την καρδιά της να χτυπά τόσο δυνατά. Δεν ήξερε γιατί δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του. Ήξερε μόνο ότι δεν ήθελε να φύγει. Ούτε εκείνος ήθελε. Η απόσταση ανάμεσά τους χάθηκε αργά… Φυσικά… Σαν να ήταν αναπόφευκτο.

Το πρώτο τους φιλί ήταν απαλό. Διστακτικό.
Σαν μια ερώτηση που περίμενε απάντηση. Και όταν εκείνη απάντησε, τίποτα γύρω τους δεν είχε πλέον σημασία. Ούτε η πόλη. Ούτε η ώρα. Ούτε ο κόσμος που τους περίμενε έξω από εκείνο το γραφείο.
Υπήρχαν μόνο εκείνοι. Το φως και το σκοτάδι. Η μέρα και η νύχτα. Και η αίσθηση πως, όσο παράλογο κι αν ήταν, είχαν βρεθεί ακριβώς εκεί που έπρεπε να βρίσκονται.

Κατερίνα Μοχράνη

Συνεχίζεται…

One response to “Νυχτόβια πλάσματα – Μέρος 3: Το “μετά””

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading