Η Εμμέλεια δεν ήξερε ακριβώς γιατί βρέθηκε εκείνο το βράδυ στην παλιά προβλήτα στο Καβούρι. Ίσως επειδή δεν άντεχε άλλο το σπίτι της. Ίσως επειδή δεν άντεχε άλλο τις σκέψεις της. Ίσως επειδή είχε φτάσει σε εκείνο το σημείο της ζωής όπου όλα μοιάζουν να καταρρέουν ταυτόχρονα και δεν ξέρεις από πού να αρχίσεις να μαζεύεις τα κομμάτια σου.
Η δουλειά δεν πήγαινε όπως ήθελε. Οι άνθρωποι που είχε εμπιστευτεί την είχαν απογοητεύσει. Τα σχέδια που κάποτε την ενθουσίαζαν είχαν αρχίσει να μοιάζουν με βάρος και μέσα σε όλο αυτό υπήρχε κι ένα ακόμη πρόβλημα. Ένα πρόβλημα που δεν είχε όνομα γιατί το είχε βαφτίσει αλλιώς.
…Ίκαρος…
Πήρε το αυτοκίνητο χωρίς να το σκεφτεί πολύ. Οδήγησε μέχρι τη θάλασσα, πάρκαρε δίπλα στην προβλήτα και κάθισε στην άκρη της με τα πόδια της να κρέμονται πάνω από το νερό. Ο αέρας μύριζε αλάτι. Τα αστέρια έμοιαζαν πιο φωτεινά από κάθε άλλη νύχτα και όμως μέσα της επικρατούσε χάος.
Ένιωθε κουρασμένη. Όχι σωματικά. Κουρασμένη από το να προσπαθεί συνέχεια. Κουρασμένη από το να κάνει πίσω. Κουρασμένη από το να λέει “είμαι καλά” όταν δεν ήταν.
Το κινητό της άρχισε να χτυπά. Μόλις είδε το όνομα στην οθόνη, χαμογέλασε πικρά.
…Ίκαρος… Πάντα ο Ίκαρος.
Ασυναίσθητα τα δάχτυλά της πάτησαν το πράσινο κουμπί.
“Ναι;”
“Πού είσαι;”
“Χρειάζομαι λίγο χρόνο μόνη μου!’, του είπε.
Ακολούθησε μια μικρή παύση από τη μεριά του.
“Εντάξει, Εμ!”.
Η Εμμέλεια αναστέναξε ανακουφισμένη μα εκείνος είχε άλλα σχέδια…
“Έρχομαι!”
“Ίκαρε, μη…”, αλλά η γραμμή είχε ήδη κλείσει.
Είκοσι λεπτά αργότερα τα φώτα ενός αυτοκινήτου φώτισαν την προβλήτα. Η Εμμέλεια γέλασε μόνη της. Ανυπόφορος. Απόλυτα ανυπόφορος.
Τον είδε να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο και να περπατά προς το μέρος της με τα χέρια στις τσέπες, σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο να διασχίσει μισή Αθήνα επειδή είχε καταλάβει από τη φωνή της πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
Κάθισε δίπλα της. Για λίγο δεν μίλησε κανείς. Μόνο η θάλασσα. Μόνο ο αέρας. Μόνο δυο άνθρωποι που ήξεραν ο ένας τον άλλον καλύτερα από όσο έπρεπε.
“Καλά…”, είπε τελικά η Εμμέλεια, “πώς ήξερες ότι είμαι εδώ;”
Ο Ίκαρος ανασήκωσε τους ώμους,” Σε ξέρω…”
Η Εμμέλεια γέλασε ειρωνικά, “Ναι, καλά. Όλοι αυτό λέτε. ‘Σε ξέρω!’…’Σε καταλαβαίνω!’…Και στο τέλος κανείς δεν ξέρει τίποτα…”
Ο Ίκαρος γύρισε και την κοίταξε. Κράτησε για μερικά δευτερόλεπτα μια μυστήρια σιωπή και δίχως ίχνος αμφιβολίας είπε: “Εγώ σε ξέρω! Ξέρω ότι όταν λες πως θέλεις να μείνεις μόνη σου, κάτι σε πονάει περισσότερο απ’ όσο παραδέχεσαι. Ξέρω ότι έχεις κουραστεί να είσαι πάντα δυνατή και ξέρω πως όταν έρχεσαι εδώ, σημαίνει ότι δεν αντέχεις άλλο τον θόρυβο μέσα στο κεφάλι σου…”.
Η Εμμέλεια χαμήλωσε το βλέμμα γιατί ο Ίκαρος είχε δίκιο. Πάντα είχε δίκιο….
Ακολούθησε μια μεγάλη σιωπή κοιτάζοντας τον ορίζοντα, μέχρι που ο Ίκαρος πήρε μια βαθιά ανάσα. Μια βαθιά ανάσα, την οποία παίρνουν οι άνθρωποι που έχουν αποφασίσει ότι δεν μπορούν άλλο να κουβαλούν κάτι μόνοι τους.
“Θέλω να σου κάνω μια ερώτηση…”
Η Εμμέλεια γέλασε κουρασμένα…”Τώρα;”
“Ναι!”
“Μα καλά, δεν με βλέπεις πώς είμαι;”
“Σε βλέπω…”
“Και μέσα σε όλο αυτό θέλεις να μου κάνεις ερώτηση;”
Ο Ίκαρος χαμογέλασε αχνά…”Την έχω από την Πρωτοχρονιά…”
Η Εμμέλεια γύρισε απότομα προς το μερος του. “Από την Πρωτοχρονιά;”
“Ναι!”
“Ίκαρε, έχουμε Ιούλιο. Τώρα το θυμήθηκες;”
Ο Ίκαρος δεν χαμογέλασε και τότε η καρδιά της άρχισε να χτυπά λίγο πιο γρήγορα.
“Γιατί δεν με φίλησες, Εμ;”
Ο χρόνος σταμάτησε. Η ανάσα της κόπηκε. Ολόκληρος ο κόσμος εξαφανίστηκε. Έμεινε μόνο εκείνη η ερώτηση και μια νύχτα που προσπαθούσε να ξεχάσει εδώ και μήνες.
” Τι;”, ψιθύρισε.
” Με άκουσες…”
Η Εμμέλεια προσπάθησε να γελάσει…” Δεν ξέρεις για ποιο πράγμα μιλάς”.
Ο Ίκαρος την κοίταξε χωρίς να κουνηθεί. “Ξέρω ακριβώς για ποιο πράγμα μιλάω… Στο μπαρ. Την Πρωτοχρονιά. Ήρθα κοντά σου. Τα χείλη μου άγγιξαν σχεδόν τα δικά σου και μετά γύρισες το κεφάλι σου. Γιατί;”
Η Εμμέλεια ένιωσε το στομάχι της να δένεται κόμπος.
“Ίκαρε…”
“Όχι! Απάντησέ μου! Γιατί;”
Η φωνή του δεν ήταν θυμωμένη. Ήταν πληγωμένη και αυτό την τρόμαξε περισσότερο.
“Γιατί είχες πιει…”, είπε τελικά η Εμμέλεια.
Ο Ίκαρος χαμογέλασε πικρά. “Ναι! Είχα πιει, αλλά δεν ξέρεις ότι οι άνθρωποι όταν πίνουν κάνουν αυτά που θέλουν περισσότερο;”
Η Εμμέλεια τον κοίταξε. Δεν ήξερε τι να πει.
“Νομίζεις ότι το ξέχασα;” συνέχισε εκείνος, “νομίζεις ότι μόνο εσύ το σκέφτηκες; Εφτά μήνες, Εμμέλεια. Εφτά μήνες έχω αυτή τη στιγμή μέσα στο κεφάλι μου. Εφτά μήνες αναρωτιέμαι γιατί έκανες πίσω. Εφτά μήνες προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν με νοιάζει και κάθε φορά αποτυγχάνω…”
Η Εμμέλεια ένιωσε τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια της γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε ότι ήταν μόνη. Πίστευε ότι μόνο εκείνη θυμόταν. Μόνο εκείνη πονούσε. Μόνο εκείνη επέστρεφε ξανά και ξανά σε εκείνη τη νύχτα.
“Ναι καλά…”, είπε προσπαθώντας να προστατευτεί. “Έγιναν τόσα από τότε. Άνθρωποι ήρθαν. Άνθρωποι έφυγαν. Γνώρισες κόσμο. Έζησες πράγματα. Πού με θυμήθηκες εμένα;”
Ο Ίκαρος την κοίταξε σαν να μην πίστευε αυτά που άκουγε.
“Αυτό πιστεύεις στ’ αλήθεια;”
Σιώπησε για λίγο και μετά χαμήλωσε το βλέμμα.
“Ξέρεις κάτι; Νομίζω ότι όλο αυτό είναι δικό μου λάθος!”
Η Εμμέλεια τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Ο Ίκαρος χαμογέλασε θλιμμένα.
“Εσύ ήρθες και έκανες το πιο γενναίο πράγμα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος. Ήρθες και μου είπες πώς νιώθεις. Μου είπες ότι με θέλεις. Μου άνοιξες την καρδιά σου. Κι εγώ τι έκανα; Δικαιολογήθηκα. Το προσπέρασα. Έκανα το κομμάτι μου και μετά έκανα σαν να μην υπάρχει και αυτό γιατί φοβήθηκα..”
Η φωνή του έσπασε.
“Και μετά πήρα το πιο αληθινό πράγμα που υπήρχε ανάμεσά μας και το έκρυψα κάτω από τη λέξη φιλία. Λες και θα γινόταν πιο εύκολο. Λες και θα σταματούσε να υπάρχει…”
Η Εμμέλεια έκλεισε τα μάτια. Τα δάκρυα κυλούσαν πλέον ελεύθερα.
“Δεν είμαστε φίλοι…”, ψιθύρισε εκείνη.
Ο Ίκαρος χαμογέλασε λυπημένα… ” Όχι, Εμ! Δεν είμαστε… Δεν ήμασταν ποτέ… Οι φίλοι δεν κουβαλούν έναν άνθρωπο μέσα τους έτσι. Οι φίλοι δεν φοβούνται να χάσουν ο ένας τον άλλον έτσι. Οι φίλοι δεν αγαπιούνται έτσι…”
Η Εμμέλεια τον κοίταξε με όλη της την αγάπη.”Εγώ είμαι ερωτευμένη μαζί σου εδώ και χρόνια και κάνω πίσω συνέχεια γιατί φοβάμαι να σε χάσω. Γιατί αν χαθείς από τη ζωή μου, δεν ξέρω πώς θα συνεχίσω…”
Ο Ίκαρος σηκώθηκε αργά. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Μετά άλλο ένα. Μέχρι που στάθηκε μπροστά της. Σήκωσε το χέρι του και ακούμπησε απαλά μια τούφα από τα μαλλιά της. Την έβαλε πίσω από το αυτί της και ύστερα σκούπισε ένα δάκρυ από το μάγουλό της. Και μετά άλλο ένα σαν να λυπόταν για κάθε δάκρυ που είχε χυθεί εξαιτίας του.
Έπιασε τα χέρια της μέσα στα δικά του. Έτρεμαν και το πρόσεξε οπως πρόσεχε πάντα τα πάντα όταν αφορούσαν εκείνη. Η Εμμέλεια σήκωσε αργά το βλέμμα της.
Για μια στιγμή δεν μίλησε κανείς. Δεν υπήρχε πια η θάλασσα. Ούτε ο αέρας. Ούτε οι μήνες που είχαν περάσει. Υπήρχαν μόνο δύο άνθρωποι που είχαν κουραστεί να φοβούνται.
Ο Ίκαρος χαμογέλασε αχνά…”Ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο;”.
Η Εμμέλεια κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
“Ότι όλον αυτόν τον καιρό νόμιζα πως σε προστάτευα κρατώντας απόσταση. Κι όμως… τελικά ήμουν αυτός που σε πλήγωνε περισσότερο…”
Ένα δάκρυ κύλησε ξανά από τα μάτια της…”Κι εγώ νόμιζα ότι αν δεν σου έδειχνα πόσο σε αγαπάω, δεν θα σε έχανα ποτέ…”, ψιθύρισε εκείνη, “αλλά σε έχανα λίγο λίγο κάθε μέρα…”
Ο Ίκαρος έκλεισε για λίγο τα μάτια.
“Δεν θέλω άλλη μέρα χωρίς εμάς, Εμ…”. Η φωνή του έσπασε. “Δεν θέλω άλλη μέρα να κάνω πως είσαι απλώς η φίλη μου. Δεν μπορώ άλλο να σε κοιτάζω και να προσποιούμαι ότι δεν είσαι ο άνθρωπος που αγαπάω…”
Η Εμμέλεια ένιωσε την καρδιά της να λυγίζει.
“Και μου το λες τώρα μωρέ;”
“Έπρεπε να το είχα πει πριν από χρόνια…”
Ένα μικρό χαμόγελο γεννήθηκε ανάμεσα στα δάκρυά της. “Κι αν φοβηθούμε πάλι;”, του είπε.
Ο Ίκαρος ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της… “Θα φοβηθούμε μαζί!”
Η απόσταση ανάμεσά τους είχε γίνει σχεδόν ανύπαρκτη. Αυτή τη φορά κανείς δεν δίστασε. Η Εμμέλεια έκλεισε τα μάτια, όχι για να κρυφτεί, αλλά για να τον συναντήσει και όταν τα χείλη τους ενώθηκαν, δεν έμοιαζε με ένα πρώτο φιλί.Έμοιαζε με μια υπόσχεση που είχε αργήσει εφτά μήνες να κρατηθεί.
Η θάλασσα συνέχισε να χτυπά απαλά την προβλήτα σαν να κράταγε τον ρυθμό μιας ιστορίας που περίμενε πολύ καιρό για να ειπωθεί σωστά. Και για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό, κανείς από τους δύο δεν έκανε πίσω…
Κατερίνα Μοχράνη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
