Δύο λεπτά τις χώριζαν στην γέννησή τους. Μοιάζοντας μεταξύ τους σαν δύο σταγόνες νερό, η Καλλιόπη είχε τον ρόλο της μεγαλύτερης και η Άννα της μικρότερης. Από μωρά παντού μαζί, χέρι χέρι. Τους ακολουθούσε όλη τους τη ζωή αυτό που λένε όλοι για τα δίδυμα, ότι όταν πονάει το ένα, πονάει και το άλλο. Η χαρά της μίας, χαρά και για την άλλη, ο πόνος της μίας, πόνος και για την άλλη. Όλα τα μοιράζονταν. Η μία, ο κόσμος όλος για την άλλη.
Στα επαγγελματικά τους όνειρα διέφεραν. Η μεγάλη σπούδαζε πολιτικός μηχανικός, κάνοντας το όνειρό της πραγματικότητα και η μικρή έγινε δεκτή με την δεύτερη φορά στην δραματική σχολή του Εθνικού θεάτρου. Από μια σταλιά παιδάκι, έκανε μόνη της παραστάσεις, με βοηθό την αδερφή της, με κοινό της αδερφή της, με πρώτη και φανατική θαυμάστρια την αδερφή της. Οι γονείς τους, προσπάθησαν πολλές φορές να εμποδίσουν τα θέλω της, χωρίς επιτυχία. Δεν τους έφτανε που η Άννα ήταν από μόνη της ιδιαίτερα ανυπότακτη, είχαν και την μεγάλη τους κόρη, να την στηρίζει και να της φουσκώνει περισσότερο τα μυαλά.
Η Καλλιόπη ήταν δίπλα της και στις δύο απόπειρες ένταξής της στο Εθνικό. Την πρώτη, αφήνοντάς την να κλάψει στον ώμο της, προσπαθώντας να την μεταπείσει να μην τα παρατήσει με την πρώτη αποτυχία και μετά, την δεύτερη να πανηγυρίσουν μαζί.
Η Άννα όταν πάτησε το πόδι της στο κτίριο Τσίλερ, στην κεντρική σκηνή, ερωτεύτηκε διπλά. Από την μία τον χώρο, που τον έβλεπε σε αναζητήσεις στο διαδίκτυο, αλλά η ενέργεια του να βρίσκεται εκεί, ήταν κάτι αδιανόητο για την κοπέλα και από την άλλη, έναν τριτοετή, γοητευτικό άντρα που έκανε πρόβα. Η ομορφιά του Κούρκουλου, του Αλεξανδράκη και του Παπαμιχαήλ, σε ένα! Δεν ήταν σίγουρη αν το ζούσε όλο αυτό στην πραγματικότητα ή έβλεπε όνειρο! Όταν γύρισε προς το μέρος της ο ζεν πρεμιέ και της χαμογέλασε, μαγεμένη, σκόνταψε και μετά βίας δεν σωριάστηκε κάτω, να γελάνε και τα καθίσματα. Τότε κατάλαβε ότι δεν ήταν όνειρο, το ζούσε στην πραγματικότητα! Μια πραγματικότητα που της προκαλούσε πετάρισμα στην καρδιά.
Έγιναν σύντομα ζευγάρι, αφού με τον ίδιο τρόπο είχε εντυπωσιαστεί κι ο Νικόλας από την πρώτη τους εκείνη συνάντηση, με την αφέλεια, την αυθεντικότητα, την ομορφιά και την παιδικότητα της νεαρής που είχε εισβάλει στον χώρο.
Η Άννα έδειχνε φωτογραφίες στην αδερφή της, από τα μικτά τους καλλιτεχνικά εργαστήρια και ο έρωτάς της φώναζε από μακριά.
– Μικρή μου, πόσο χαίρομαι για σένα! Τι παίδαρος και πόσο ταιριάζετε! Ζευγάρι του ονείρου! Σου αξίζει όλη αυτή η ευτυχία!
– Αν δεν ήσουν εσύ να μαζέψεις τα κομμάτια μου την πρώτη φορά και να με στηρίξεις τόσο, δεν θα ήμουν στη σχολή τώρα, θα τα είχα παρατήσει. Αδερφούλα μου, πόσο σε ευχαριστώ και πόοοοσο ποοοοόσο σε αγαπώ!
– Ε, τι δίδυμες είμαστε; Ήσουν γεννημένη γι’ αυτό, αδερφούλα μου. Λάμπουν τα μάτια σου πάνω στη σκηνή! Εεεε και πια, όχι μόνο για το ότι βρίσκεσαι στη σκηνή… εεε;;;
Γέλασαν, αγκαλιάστηκαν και η Άννα έκανε ότι πετούσε σαν πεταλούδα από την χαρά της.
– Είμαι τόσο τυχερή! Ο Νικόλας είναι αυτό που λέμε, το άλλο μου μισό. Έχουμε την ίδια τρέλα για το θέατρο, μας αρέσουν τα ίδια πράγματα, ταιριάζουμε τόσο πολύ! Μόνο με σένα είχα τέτοιο ψυχικό δέσιμο μέχρι τώρα.
– Σπάνιο και πολύτιμο αυτό! Έτσι να είστε διδυμούλα μου.
– Πότε θα στον γνωρίσω; Τέσσερις μήνες είμαστε μαζί, δεν βόλεψε μια στον έναν, μια στον άλλον.
– Ε πρέπει, η αλήθεια! Να μη γνωρίσω τον γαμπρό μου;
– Α, το τερμάτισες!
Λίγες μέρες μετά, πήγαν στο στέκι του ζευγαριού. Ένα ήσυχο καφέ, που σύχναζαν άνθρωποι του χώρου τους πιο πολύ. Άνθρωποι που αγαπούσαν την έβδομη τέχνη κι εκεί, είχαν τον χρόνο να μοιραστούν ιδέες, απόψεις, κριτικές.
– Από δω η Καλλιόπη, η διδυμούλα μου. Κι από δω ο Νικόλας, ο αγαπητικός της βοσκοπούλας.
Γέλασαν και οι τρεις και η Καλλιόπη, έτεινε το χέρι της σε μια ζεστή, σφιχτή χειραψία.
– Έχω ακούσει τόσα πολλά για σένα από την αδερφή μου, χαίρομαι που επιτέλους σε γνωρίζω.
– Ωχ! Να πανικοβληθώ;
– Όχι βέβαια αγάπη μου, μόνο καλά έχω πει, δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι… ή μήπως έχεις;, του είπε ναζιάρικα και τον φίλησε πεταχτά.
– Όχι, σε διαβεβαιώ, λέει μόνο και πάντα τα καλύτερα.
– Εντάξει, ησύχασα τώρα! Κι εγώ χαίρομαι που σε γνωρίζω. Πω πω, μου έδειχνε φωτογραφίες σας η Άννα, αλλά από κοντά, είναι αλλιώς. Είστε ίδιες. Φοράτε και τα ίδια ρούχα ρε κορίτσια!
– Ε, ναι, είμαστε. Τι ίδια ρούχα παιδάκι μου; Άντρες ρε φίλε, τίποτα δεν ξεχωρίζουν. Το τζιν μου είναι second hand, ενώ της κυρίας από δω, είναι μάρκα και το άσπρο τοπάκι, έτυχε!
– Έχουμε όμως κάτι που μας ξεχωρίζει, αφού εγώ απέκτησα, σαν ζωηρό κορίτσι που ήμουν, τούτο εδώ το σημάδι.
– Τι είχα τραβήξει Νικόλα, με το κορίτσι σου, όταν ήθελε να κάνει την Τζέιν του Ταρζάν και σκαρφάλωσε στο δέντρο!
– Με έτρεχε στο νοσοκομείο, κρυφά, μη πάρουν είδηση οι γονείς μας.
– Τρίτη γυμνασίου παιδιά, μπουκάραμε στο νοσοκομείο μόνες μας κι εδώ η θεατρίνα έδωσε ρεσιτάλ για να την προσέξουν και να μη περιμένουμε.
– Από τότε, έχω το παράσημο εδώ, στην άκρη του φρυδιού.
– Δε λες που δεν βγήκε το μάτι σου, ζουρλό; Έ ζουρλό!
– Γι’ αυτό την αγαπώ. Με αγαπάει με αυτοθυσία, μη κοιτάς που με λέει ζουρλό.
Συνέχισαν την κουβέντα γνωριμίας, σε ένα πολύ χαλαρό και κεφάτο κλίμα. Λίγη ώρα μετά, η Καλλιόπη σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα και μαζί της για παρέα, όπως έκαναν πάντα, πήγε και η Άννα. Καθώς έπλεναν τα χέρια τους κι ετοιμάζονταν να βγουν έξω, μπήκε μια φίλη από την σχολή και ρώτησε κάτι την Άννα.
– Πήγαινε στον Νικόλα, μην είναι μόνος, μην στέκεσαι κι εσύ εδώ κι έρχομαι σε 5’.
Δεν πρόλαβε να κάτσει στο σκαμπό, όταν την τράβηξε προς το μέρος του ο Νικόλας και την φίλησε. Δεν αντέδρασε, με το που άγγιξε τα χείλη του στα δικά της, σα να είχε μουδιάσει ολόκληρη, αφέθηκε. Σα να είχε χωρέσει ολάκερη την ύπαρξή της, εκείνο το φιλί. Όταν τα χείλη τους απομακρύνθηκαν, την κοίταξε στα μάτια και δεν είδε το σημάδι στο φρύδι. Γούρλωσε τα μάτια του, άνοιξε την αγκαλιά του να την ελευθερώσει κι έκανε τρομαγμένος ένα βήμα πίσω.
– Καλλιόπη;, ψιθύρισε ξεροκαταπίνοντας, σοκαρισμένος για το λάθος που μόλις έκανε.
– Συνά… συνάντησε μια φίλη στην τουαλέτα…, δεν ήξερε τι να πει, επίσης σοκαρισμένη η κοπέλα με αυτό που προηγήθηκε.
– Με συγχωρείς. Δεν έχω δικαιολογία. Νόμιζα…
– Καταλαβαίνω. Νόμιζες ότι ήμουν η Άννα. Ας το ξεχάσουμε. Δεν ήταν σκόπιμο, έγινε κατά λάθος.
Δεν πρόλαβαν να πουν κάτι άλλο. Η Άννα χοροπηδώντας, προκαλώντας φασαρία με την ίδια της την παρουσία, όπως συνέβαινε πάντα, τους είχε πλησιάσει. Κόλλησε το σώμα της στο αγόρι της και τον φίλησε. Εκείνος ήταν ακόμα κουμπωμένος, αλλά δεν άφησε να φανεί τίποτα. Άλλωστε, ήταν ηθοποιός, ήξερε να υποκρίνεται κι εκείνη την στιγμή επιβαλλόταν. Η Άννα διέκρινε ότι κάτι υπήρχε και κοιτούσε μια τον έναν, μία την άλλη.
– Όλα καλά;
– Ναι, φυσικά, βιάστηκε να απαντήσει η αδερφή της, χωρίς όμως να το πιστεύει.
– Πού είσαι ρε μωρό μου;, προσπάθησε να καλύψει την γκάφα του και το κλίμα που δημιούργησε, ο Νικόλας.
– Συνάντησα την Εύη στην τουαλέτα και με ρώτησε για χθες που έχασε το μάθημα του Γκούμα.
– Άννα μου, εγώ λέω να την κάνω.
– Γιατί;
Ο Νικόλας δεν μπορούσε να κοιτάξει καμία από τις δύο στα μάτια. Πώς έκανε τέτοιο λάθος; Έφερε σε δύσκολη θέση και την Καλλιόπη. Τι γνώμη θα είχε σχηματίσει για κείνον!
– Ένας πονοκέφαλος εδώ και ώρα με ταλαιπωρεί.
– Θα φύγουμε κι εμείς, να μη σε αφήσω μόνη.
– Όχι βέβαια! Εσείς να καθίσετε. Λοιπόν, Νικόλα, χάρηκα πολύ που σε γνώρισα! Συγνώμη που δεν θα μείνω άλλο. Θα τα ξαναπούμε!
– Κι εγώ κι εγώ χάρηκα! Να είσαι καλά και φυσικά θα τα ξαναπούμε.
Η χειραψία τους, πολύ διαφορετική από την πρώτη της γνωριμίας, πριν ώρα. Αυτή ήταν διστακτική, ενοχική.
Όταν έμεινε το ζευγάρι μόνο του, η Άννα ήταν όπως πάντα πολύ διαχυτική. Ο Νικόλας ανταποκρινόταν με πάθος εικονικό, σαν τις πρόβες που έκανε στα θεατρικά της σχολής, όταν υπήρχε σκηνή φιλιού. Μέσα σε λίγα λεπτά, εξάσκησε το υποκριτικό του ταλέντο δύο φορές εις βάρος της κοπέλας του και αισθανόταν τόσο άσχημα γι’ αυτό. Ένιωθε άσχημα και για κάτι ακόμα. Γι’ αυτό που του προκάλεσε στο σώμα και το μυαλό του, το “κατά λάθος” φιλί. Είχε στην αγκαλιά του το κορίτσι του, μα ο νους του τριγυρνούσε σε εκείνη την αγκαλιά που κράτησε τόσο λίγο και που δεν θα έπρεπε να είχε θέση στη σκέψη του, σε κείνο το φιλί, που δεν ήταν η ιδέα του, του το ανταπέδωσε και ήταν από κείνα που η μοίρα φέρνει μία φορά στη ζωή σου. Από κείνα που στα χείλη του άλλου, γεύεσαι τον κόσμο όλο.
Όταν κατά τις έντεκα και μισή το βράδυ επέστρεψε η Άννα στο φοιτητικό τους σπίτι, η Καλλιόπη έκανε πως κοιμόταν. Φοβόταν να την κοιτάξει στα μάτια. Φοβόταν πως δεν θα μπορούσε να κρύψει αυτό που φώλιασε στην καρδιά της από την στιγμή που ενώθηκαν τα χείλη της με του Νικόλα, τόσο απρόσμενα, μα και τόσο μαγικά. Τι αδερφή τέρας έγινε ξαφνικά! Πώς ανταπέδωσε το φιλί του; Εκείνος έκανε λάθος, την πέρασε για τον δεσμό του. Εκείνη; Τι δικαιολογία είχε εκείνη; Αντί να τον σπρώξει, να τραβηχτεί, να του δείξει το λάθος του, έμεινε στην αγκαλιά του και ταξίδεψε με το φιλί του εκεί που η ψυχή νιώθει το απόλυτο, εκεί που δεν υπάρχει κανείς άλλος γύρω, παρά μόνο οι πρωταγωνιστές του φιλιού.
Το επόμενο πρωί έπρεπε να συνεχίσει την καθημερινότητά τους, σα να μη συνέβη τίποτα κι ας μην έκλεισε μάτι όλη νύχτα από τις τύψεις προς την Άννα και από αναστάτωση προς τον Νικόλα. Έπρεπε να το αφήσει πίσω της, να το ξεχάσει, να πετάξει από την συνείδησή της το βάρος αυτού του λάθους, μα κυρίως αυτό που ένιωσε.
– Καλημερούδια! Πώς είσαι; Χθες που γύρισα κοιμόσουν.
– Καλημέρα! Καλύτερα σήμερα. Ναι, ίσως ο ύπνος από νωρίς βοήθησε.
– Ωραία! Λοιπόν;
– Τι λοιπόν;
– Πώς σου φάνηκε ο Νικόλας;
Την περίμενε αυτή τη στιγμή. Γιατί να μη σπουδάζει κι αυτή υποκριτική; Παρακαλούσε να είναι πιστευτή και χαμογελώντας απάντησε:
– Ταιριάζετε τόσο πολύ, Αννούλα μου. Σε κοιτάζει και λιώνει!
– Αλήθεια λες;
– Αλήθεια! Πάντα έτσι να είστε!
– Θα είμαστε! Είμαι τρελή γι’ αυτόν τον μούργο.
Άλλο ένα καρφί στην καρδιά της ένιωσε. Πού να ήξερε τι είχε κάνει η διδυμούλα της πριν λίγες ώρες.
– Λοιπόν, φεύγω! Τα λέμε το μεσημέρι!
– Α! Θα το ξεχνούσα! Το μεσημέρι θα έρθει εδώ ο Νικόλας να φάμε όλοι μαζί. Θα κάνει την σπεσιαλιτέ του. Αφού έγινε η γνωριμία, να κάνουμε πιο πολύ παρέα! Άντε, μήπως σου γνωρίσει και κανέναν κούκλο φίλο του, να βγαίνουμε τετράδα.
Αυτή ήταν η χειρότερη εξέλιξη. Πώς να το απέφευγε; Τι δικαιολογία να έβρισκε; Μήπως κινούσε υποψίες και ήταν χειρότερα; Πώς είχε μπλέξει έτσι; Χαμογέλασε, την φίλησε και με ένα “οκ, τα λέμε” ξερό και ξεψυχισμένο, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε.
Το μεσημέρι που γύρισε σπίτι, ο Νικόλας μαγείρευε και η Άννα έστρωνε το τραπέζι.
– Καλώς την, αναφώνησε με ενθουσιασμό η Άννα. Σε περιμέναμε πριν ώρα. Τι έγινε;
– Σκάλωσα με έναν συμφοιτητή μου που ήθελε κάτι σημειώσεις. Με συγχωρείτε., απολογήθηκε και κατέβασε το κεφάλι. Τι να ’λεγε; Ότι τόση ώρα τριγυρνούσε άσκοπα, προσπαθώντας να βρει το κουράγιο να αντιμετωπίσει τον Νικόλα, που ένας Θεός ξέρει τι γνώμη είχε τώρα πια για εκείνη;
– Καλά ρε χαζό, δεν σε μαλώνω! έτρεξε να την αγκαλιάσει και την έσπρωξε προς το κουζινάκι. Πες αλήθεια! Δεν σου έσπασε την μύτη ή καρμπονάρα του μωρού μου;
Δεν τολμούσε να σηκώσει το βλέμμα της. Εστίασε στον πάγκο, στην ηλεκτρική κουζίνα, στο νεροχύτη, όπου αλλού εκτός από κείνον.
– Ναι, μοσχοβολάει! Μπράβο στον σεφ, κατόρθωσε να πει.
– Υπερβολές, απάντησε ο Νικόλας και ήταν πια ξεκάθαρο για τους δύο από τους τρεις που βρίσκονταν εκεί, ότι υπήρχε αμηχανία καμουφλαρισμένη σε χαλαρή διάθεση.
Έκατσαν στο τραπέζι, τσούγκριζαν τα ποτήρια τους, επαινούσαν τη νοστιμιά του φαγητού, γελούσαν, μιλούσαν για διάφορα θέματα κι όλα κυλούσαν πολύ όμορφα. Τρεις άνθρωποι στο ίδιο τραπέζι με τόσο διαφορετικές σκέψεις ο καθένας.
Η Άννα σκεφτόταν πόσο τυχερή ήταν. Είχε όλα όσα ζήτησε στη ζωή της. Σπούδαζε στο Εθνικό θέατρο, είχε τον πιο όμορφο και ταλαντούχο σύντροφο που αγαπιόντουσαν πολύ και την διδυμούλα της που ήταν το κομμάτι που συμπήρωνε το όλο της.
Ο Νικόλας κοιτούσε πόσο ίδιες ήταν, πόσο έμπλεξε χωρίς να το θέλει την ζωή τους, πόσο αγαπούσε την Άννα αλλά και τον κεραυνό που τον χτύπησε φιλώντας την Καλλιόπη. Αυτή η φλόγα που ένιωσε να καίει όλο του το σώμα, ήταν πρωτόγνωρο συναίσθημα, όπως όμως και η ντροπή που τον έκαιγε για όλο αυτό, που ήταν τόσο λάθος.
Η Καλλιόπη έβλεπε τον έρωτα του ζευγαριού και μέσα της ήταν ένας σωρός συντρίμμια. Ερωτεύτηκε τον σύντροφο της αδερφής της, πόσο ελεεινή την έκανε να νιώθει αυτό. Άσε που ούτε που του περνούσε από το νου τι της προκάλεσε η επαφή τους.
– Ρε μωρό μου, πόσα ταλέντα πια! Ηθοποιάρα και μάγειρας! Λοιπόν, καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε! Θέλω κάτι σε γλυκό! Θα πεταχτώ στη γωνία στο ζαχαροπλαστείο. Τι θέλετε να φέρω;
– Μη τρέχεις μωρέ, σιγά, απάντησε η Καλλιόπη, έντρομη στην ιδέα να μείνει μόνη με τον Νικόλα.
– Δέκα λεπτά θα κάνω! Σκοτώνω για γλυκό αυτή τη στιγμή.
– Να πάω εγώ;, προσφέρθηκε ο Νικόλας, θεωρώντας ότι ήταν η καλύτερη λύση, για να μη βρεθεί μόνος με την Καλλιόπη.
– Θα πάω εγώ! Εσείς μαζέψτε το τραπέζι. Θα φέρω ποικιλία!
Με το που έκλεισε η πόρτα, η Καλλιόπη, σηκώθηκε σαν ελατήριο κι άρχισε να μαζεύει τα πιάτα. Το ίδιο έκανε και ο Νικόλας. Ήταν συγκεντρωμένοι στη δουλειά αυτή, μη γυρνώντας το κεφάλι δεξιά αριστερά, μη και συναντηθούν τα βλέμματά τους. Προσπαθώντας να πιάσουν το ίδιο ποτήρι, τα δάχτυλά του άγγιξαν τα δικά της. Απότομα τράβηξε το χέρι της η κοπέλα, με αποτέλεσμα να ρίξει το ποτήρι με το λίγο κρασί που είχε ακόμα μέσα, στο τραπέζι.
– Ωχ! Πόσο αδέξια είμαι!, βιάστηκε να πει, θέλοντας να καλύψει την ταραχή που της προκάλεσε το άγγιγμά τους και το αποτέλεσμα αυτού.
– Εγώ φταίω, με τις χερούκλες μου, που σε εμπόδισα.
Πήρε το ποτήρι ή Καλλιόπη και έκανε ένα βήμα, για να πάει στην κουζίνα να το αφήσει και να φέρει το σφουγγάρι. Την ίδια ιδέα για το σφουγγάρι είχε και ο Νικόλας, θέλοντας να πάρει μια απόσταση ασφαλείας από κείνη. Έτσι όπως έκανε αναστροφή, έπεσε πάνω της. Αντί να απομακρύνονται, σα να έλκονταν με κάποιο περίεργο τρόπο. Όσο ήθελε να αποφύγει ο ένας τον άλλον, τόσο έρχονταν κοντά. Με τα πρόσωπά τους αντικρυστά και τα σώματά τους κοκαλωμένα, δεν μίλησε κανείς. Αιωρούνταν μια ένοχη σιωπή και από τους δύο. Μια σιωπή που ούρλιαζε καλά κρυμμένο πόθο εκατέρωθεν. Σα να πέρασε ένας αιώνας έτσι, εκεί, με δύο ανθρώπους που δεν ήξεραν πώς να διαχειριστούν την κατάσταση. Ο Νικόλας, έκανε την αρχή.
– Με συγχωρείς. Φαίνεται ότι είναι της μοίρας μου, να κάνω λάθη με ό,τι αφορά σε εσένα.
– Όχι, εγώ συγνώμη. Δικά μου τα λάθη.
– Καλλιόπη… θέλω να σου πω για χθες…
– Έγινε κατά λάθος Νικόλα, ας το ξεχάσουμε.
– Κατά λάθος, ναι… αλλά…
– Δεν έχει αλλά!
– Κι όμως… έχει! Καλλιόπη, από κείνη την ώρα… εγώ…
– Νικόλα! Σε παρακαλώ!
-Δεν μπορεί να μην ένιωσες το ίδιο. Ήσουν εκεί σε εκείνο το φιλί Καλλιόπη, παρούσα, με όλες τις αισθήσεις σου, έτσι δεν είναι;
Η Καλλιόπη έκανε ένα βήμα πίσω και κατέβασε το κεφάλι. Το ξανασήκωσε κι ένας ωκεανός δακρύων έτρεχαν από τα μάτια της.
– Ήμουν, ναι και νιώθω εγκληματίας. Έπρεπε να σε είχα σταματήσει, αλλά εγώ…
– Δεν τα ορίζουμε όλα Καλλιόπη. Δεν το επιδιώξαμε. Συνέβη!
– Να ξεσυμβεί. Η Άννα είναι ό,τι πολυτιμότερο έχω. Δεν θα της κάνω τέτοιο κακό.
– Κι εμείς;
– Εμείς; Δεν υπάρχει “εμείς”. Θα συνεχίσουμε να είμαστε οι δύο αγαπημένοι της άνθρωποι. Η αδερφή της κι ο έρωτάς της.
– Μου ζητάς να παίζω θέατρο μαζί της, ενώ είμαι ερωτευμένος με σένα;
Η Καλλιόπη τραντάχτηκε ολόκληρη στο άκουσμα της λέξης ερωτευμένος.
– Πώς είναι δυνατόν;
– Όπως είναι δυνατόν και για σένα. Αυτά, δεν συμβαίνουν πολλές φορές στη ζωή, κορίτσι μου.
Αυτό το “κορίτσι μου”, διαπέρασε κάθε ζωτικό της κύτταρο, μα δεν έπρεπε να αφεθεί ξανά. Θα ήταν καταστροφικό.
Χρυσούλα Καμτσίκη
Συνεχίζεται…

One response to “Έρωτας κατά λάθος – Μέρος 1ο”
[…] Προηγούμενο […]