Το πρώτο φιλί τελείωσε αργά. Σαν κανείς από τους δύο να μην ήθελε πραγματικά να απομακρυνθεί.
Η Ρόζα κράτησε το βλέμμα της πάνω του. Για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ δεν υπήρχαν αστεία, πειράγματα ή δικαιολογίες. Μόνο μια σιωπή γεμάτη πράγματα που κανείς τους δεν τολμούσε να πει.
Ο Ήφαιστος ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της και έκλεισε για λίγο τα μάτια.
«Αυτό είναι κακή ιδέα…». Η φωνή του βγήκε χαμηλή. Σχεδόν ψιθυριστή. Η Ρόζα χαμογέλασε αμυδρά.
«Και γιατί δεν σταματάς;»
Ένα μικρό γέλιο ξέφυγε από τα χείλη του.
«Γιατί εσύ;»
«Ούτε εγώ σταματάω…»
Τα δάχτυλά τους βρήκαν ξανά το ένα το άλλο. Πλέχτηκαν φυσικά. Σαν να το έκαναν χρόνια.
Έξω από τα τεράστια τζάμια, η πόλη συνέχιζε να φωτίζει τη νύχτα. Χιλιάδες μικρά φώτα έσπαγαν το σκοτάδι, όπως ακριβώς η Ρόζα είχε αρχίσει να σπάει τις άμυνες που ο Ήφαιστος έχτιζε μια ζωή.
Κανείς τους δεν μιλούσε πια. Δεν υπήρχε ανάγκη. Οι αποστάσεις είχαν χαθεί. Τα βλέμματα έλεγαν περισσότερα από τις λέξεις.
Η Ρόζα ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του και για μια στιγμή έμειναν έτσι, ακίνητοι, ακούγοντας μόνο τις ανάσες τους. Σαν να προσπαθούσαν να κερδίσουν λίγο ακόμη χρόνο πριν η πραγματικότητα τους βρει.
Ο Ήφαιστος γύρισε αργά προς το μέρος της. Τα μάτια τους συναντήθηκαν ξανά. Και αυτή τη φορά κανείς από τους δύο δεν προσπάθησε να κρυφτεί.
Η Ρόζα απομακρύνθηκε αργά από την αγκαλιά του χωρίς να πάρει τα μάτια της από πάνω του. Με δυο αργές κινήσεις ξεκούμπωσε το φόρεμά της και το άφησε να γλιστρήσει στα πόδια της. Έλυσε τα μαλλιά της και εκείνα ξεχύθηκαν στους ώμους της σαν σκοτεινός καταρράκτης.
Ο Ήφαιστος είχε σταματήσει να αναπνέει. Δεν ήταν το σώμα της που τον είχε αφοπλίσει. Ήταν η απόφαση στα μάτια της. Η βεβαιότητα. Η απουσία φόβου. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια ένιωθε τον έλεγχο να του γλιστρά μέσα από τα χέρια και το πιο τρομακτικό ήταν πως δεν ήθελε να τον κρατήσει.
Άπλωσε τα χέρια του προς το μέρος της. Η Ρόζα έκανε ένα μικρό βήμα πίσω και κάθισε πάνω στο γραφείο.
«Δεν θα είναι εύκολο…»
Ο Ήφαιστος χαμογέλασε αχνά.
«Καθόλου…»
Άφησε το σακάκι του στον καναπέ και ξεκούμπωσε αργά το πουκάμισό του χωρίς να πάρει στιγμή τα μάτια του από πάνω της.
Η Ρόζα παρατηρούσε κάθε του κίνηση. Ήρεμος. Συγκρατημένος. Σαν άνθρωπος που είχε μάθει να ελέγχει τα πάντα γύρω του. Κι όμως πίσω από αυτή τη σιγουριά υπήρχε κάτι άλλο. Μια αμφιβολία. Ένας φόβος. Ίσως γιατί ήξερε πως ό,τι κι αν συνέβαινε εκείνη τη νύχτα, δεν θα έμενε εκεί. Θα τον ακολουθούσε…
Έφτασε μπροστά της. Τα χέρια της ακούμπησαν το στέρνο του και εκείνος άφησε αργά τον αέρα που κρατούσε μέσα του. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά. Χωρίς άμυνες. Χωρίς μάσκες. Χωρίς τίποτα να τους χωρίζει πια.
Ο Ήφαιστος τής τράβηξε απαλά τα μαλλιά αφήνοντας εκτεθειμένο τον λαιμό της και ακούμπησε εκεί ένα φιλί. Ένα ρίγος διέσχισε ολόκληρο το σώμα της. Άπλωσε το χέρι του προς την ενδοεπικοινωνία.
«Μην με ενοχλήσει κανείς!»
«Μάλιστα!»
Η σιωπή επέστρεψε αμέσως στο γραφείο. Η Ρόζα χαμογέλασε και μαζί της χαμογέλασε κι εκείνος. Ίσως για πρώτη φορά πραγματικά εκείνο το βράδυ.
Έξω από τα τζάμια, η πόλη συνέχιζε να ζει στους δικούς της ρυθμούς, μέσα στο γραφείο όμως ο χρόνος είχε σταματήσει. Το φως και το σκοτάδι έπαψαν να είναι αντίθετα. Η μέρα και η νύχτα έπαψαν να συγκρούονται. Για λίγες ώρες απλώς συνυπήρχαν. Δύο κόσμοι που δεν έπρεπε να συναντηθούν. Δύο άνθρωποι που δεν έπρεπε να βρεθούν.
Κι όμως είχαν βρει ο ένας τον άλλον. Αβίαστα. Παθιασμένα. Ολοκληρωτικά.
Όταν πια το ξημέρωμα άρχισε να χρωματίζει τον ορίζοντα, βρέθηκαν αγκαλιασμένοι μπροστά στο παράθυρο. Σιωπηλοί. Εξαντλημένοι. Ακίνητοι. Παρακολουθώντας τον ουρανό να αλλάζει χρώματα.
«Ξημερώνει…». Η φωνή του Ήφαιστου χάθηκε μέσα στα μαλλιά της. Η Ρόζα γύρισε προς το μέρος του, ακούμπησε τα χείλη της στα δικά του και χαμογέλασε. Έπειτα σηκώθηκε.
«Πρέπει να φύγω…»
«Τώρα;»
«Εμένα τώρα ξεκινάει η μέρα μου…», το χαμόγελό της είχε κάτι θλιμμένο, «ενώ η δική σου τελειώνει!»
Άρχισε να ντύνεται αργά, λες και προσπαθούσε να καθυστερήσει το αναπόφευκτο. Ο Ήφαιστος την παρακολουθούσε χωρίς να μιλά, μέχρι που εκείνη έφτασε στην πόρτα.
Τότε σηκώθηκε και βρέθηκε πίσω της. Την έκλεισε στην αγκαλιά του.
«Θέλω να σε ξαναδώ!»
Η Ρόζα έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια. «Είναι αδύνατο…»
«Γιατί;»
«Γιατί εγώ ζω στο φως και εσύ στο σκοτάδι…». Η φωνή της έσπασε ανεπαίσθητα. «Και κάποια πράγματα δεν συναντιούνται ποτέ!»
Γύρισε προς το μέρος του και τον φίλησε ξανά. Σαν αποχαιρετισμό… Σαν υπόσχεση… Σαν λάθος που θα επαναλάμβανε χωρίς δεύτερη σκέψη…
Ο Ήφαιστος βάθυνε το φιλί για μια στιγμή. Σαν να προσπαθούσε να κρατήσει λίγο ακόμη από εκείνη.
«Μη…», ψιθύρισε η Ρόζα. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στον διάδρομο. Ο ήχος από τα πέδιλά της αντήχησε στον άδειο χώρο. Κάθε βήμα την απομάκρυνε περισσότερο. Κάθε βήμα έμοιαζε οριστικό.
Ο Ήφαιστος έμεινε ακίνητος μέχρι που χάθηκε από το οπτικό του πεδίο. Ύστερα ντύθηκε αργά και επέστρεψε στην πολυθρόνα του. Γύρισε προς το παράθυρο. Ο ήλιος είχε αρχίσει να ανεβαίνει. Το σκοτάδι υποχωρούσε αργά, αναπόφευκτα. Όπως ακριβώς είχε υποχωρήσει και μέσα του. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το φως είχε βρει τρόπο να περάσει.
Και είχε το όνομα μιας γυναίκας… Ρόζα… Ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.
«Κάπου θα σε ξαναβρώ, φως μου…»
Κατερίνα Μοχράνη
Συνεχίζεται…

One response to “Νυχτόβια πλάσματα – Μέρος 4: Μαζί”
[…] Προηγούμενο […]