Έρωτας κατά λάθος – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

Άκουσαν την πόρτα του ασανσέρ και η Καλλιόπη βιαστικά, χωρίς να πει τίποτα άλλο, τον κοίταξε στα μάτια, στάζοντας έρωτα και απόγνωση και κατευθύνθηκε στην τουαλέτα, να ξεπλύνει τα δάκρυα της ενοχής και του πόθου της.

– Ήρθα να γλυκαθούμε!, είπε κεφάτα η Άννα.

Όταν είδε ακόμα το τραπέζι μισογεμάτο και την αδερφή της να λείπει, απόρησε. Ο Νικόλας, είδε το βλέμμα της, σα να κατάλαβε την σκέψη της, φωναχτά, για να ακούσει η Καλλιόπη από το μπάνιο προσπάθησε να καλύψει την κατάσταση.

– Με μάτιαξες, μωρό μου! Θάλασσα τα έκανα ο ταλαντούχος που έλεγες. Έριξα το ποτήρι με το κρασί και η αδερφή σου μόλις πήγε να φέρει λίγη σκόνη απορρυπαντικό, να το κάνει τοπικά, γιατί είπε, το κόκκινο κρασί αφήνει λεκέ.

Τα έλεγε, με έναν τρόπο που δήλωναν στεναχώρια για το πρόβλημα που προκάλεσε, ενώ εκείνος, ήταν ταραγμένος από την προσπάθειά του, να μη καταλάβει τίποτα η Άννα.

– Ζημιάρη μου! Καλλιόπη, σε τρέχει ο απρόσεκτος;, φώναξε η Άννα και του έβγαλε παιχνιδιάρικα την γλώσσα, θέλοντας να τον κάνει να μην αισθάνεται άσχημα.

Βγαίνοντας η Καλλιόπη από το μπάνιο, μπήκε στο παιχνίδι ρόλων που άρχισε ο Νικόλας, κρατώντας την σέσουλα με λίγο απορρυπαντικό μέσα.

– Γούρι! Γούρι!, είπε γελώντας.

Την επόμενη μέρα, μόλις τελείωσε από το Εθνικό, πήγε στο πανεπιστήμιο της Καλλιόπης και την περίμενε. Μετά από ώρα, την είδε να βγαίνει και την πλησίασε. Η κοπέλα ξαφνιάστηκε, αυθόρμητα κοίταξε γύρω της.

– Μόνος είμαι, της επιβεβαίωσε ο Νικόλας, να μην απορεί.
– Τι κάνεις εδώ; Πού είναι η αδερφή μου;
– Δεν τελείωσε εκείνη ακόμα.
– Δεν έπρεπε να έρθεις εδώ, να μας βλέπει ο κόσμος. Αν της πουν κάτι;
– Καλλιόπη, ηρέμησε! Ποιος να της πει τι; Θέλω να μιλήσουμε. Πιο κάτω έχω τη μηχανή.
– Δεν ανεβαίνω στη μηχανή μαζί σου, άλλωστε δεν έχουμε να πούμε τίποτα.
– Σε παρακαλώ!

Φαινόταν ξενυχτισμένος, διαλυμένος. Πόσο ήθελε να τον αγκαλιάσει! Αρκέστηκε σε ένα ψυχρό “εντάξει”.

Πήγαν λίγα χιλιόμετρα μακριά, σε ένα αλσάκι. Έκατσαν σε ένα παγκάκι, κατά μήκος, ανοίγοντας τα πόδια και περνώντας το ένα πόδι τους στο κενό, ο ένας από την μία άκρη, ο άλλος από την άλλη, κρατώντας απόσταση μεταξύ τους, έχοντας όμως αντικρυστά τα βλέμματα τους.

– Νικόλα, δεν έχω πολλή ώρα στη διάθεσή μου και δεν θέλω να καταλάβει τίποτα η Άννα.
– Τα ξέρω αυτά. Δεν θα έκανα τίποτα να σε φέρω σε δύσκολη θέση.
– Ήδη το κάνεις. Δεν θα έπρεπε να είμαστε εδώ.
– Καλλιόπη, σε παρακαλώ! Μη μου μιλάς σα να θέλεις να με κάνεις να αλλάξω γνώμη για σένα. Είμαι ερωτευμένος μαζί σου, κατάλαβε το! Πρέπει να βρούμε μια λύση.
– Η λύση είναι μία. Συνεχίζουμε σα να μη συνέβη τίποτα ποτέ.
– Συνέβη όμως! Θέλω να ξέρω!
– Τι θέλεις να ακούσεις Νικόλα; Τι; Ότι είμαι κι εγώ ερωτευμένη μαζί σου; Αυτό θέλεις;
– Ναι!
– Ωραία λοιπόν, είμαι. Δεν ξέρω τι παιχνίδι έπαιξε αυτό το φτερωτό βλαμμένο με τα τόξα, αλλά με πέτυχε. Είμαι ερωτευμένη μαζί σου. Ευχαριστημένος;
– Κορίτσι μου!
– Όχι, όχι! Σταμάτα.

Η Καλλιόπη έβγαλε το πόδι της από το κενό, μα πριν προλάβει να σηκωθεί, την άρπαξε από το χέρι και την τράβηξε προς το μέρος του. Δεν κράτησε την ισορροπία της κι έπεσε στην αγκαλιά του. Οι ανάσες τους γρήγορες, τα κορμιά τους σπαρταρούσαν, τα μάτια τους γυάλιζαν από έρωτα, μα αντιστέκονταν.

Ο Νικόλας, δεν άντεχε άλλο. Έπιασε τρυφερά το πρόσωπό της με τις παλάμες του και την φίλησε. Αυτή τη φορά, ήξερε ποια ήταν, ήξερε ότι την ήθελε σαν τρελός. Αυτή τη φορά, κανένα λάθος δεν συνόδευε το φιλί, ήταν αποτέλεσμα δύο ερωτευμένων ανθρώπων κι ας μην ήταν σωστό. Έπρεπε όμως να δοθεί ένα τέλος και το έδωσε η Καλλιόπη. Με την φωνή της καρδιάς να της φωνάζει να μείνει, εκείνη δεν υπάκουσε, όσο κι αν το ήθελε, τον έσπρωξε και σηκώθηκε όρθια.

– Τι έγινε;
– Ρωτάς; Όλο είναι λάθος. Τα πάντα!
– Δεν έχει νόημα να αντιστεκόμαστε, δεν το καταλαβαίνεις;
– Φυσικά και έχει. Νικόλα, αυτό… ό,τι κι αν είναι… τελειώνει εδώ. Σε παρακαλώ. Είναι πιο πάνω από τις δυνάμεις μου. Δεν μπορώ να κάνω τέτοιο κακό στην αδερφή μου. Θα επιστρέψω μόνη. Μη με ακολουθήσεις.

Το ύφος της δεν του επέτρεψε να κάνει το αντίθετο κι ας ήθελε να την σφίξει στην αγκαλιά του. Η λογική αυτό επέβαλε. Στο διάολο λοιπόν η καρδιά; Την έβλεπε να απομακρύνεται και μάτωνε η ψυχή του.

Περνούσαν οι μέρες κι όποτε βρίσκονταν, ήταν μαρτύριο να παριστάνουν τους φίλους. Η Άννα, συνέχιζε να επιμένει να βγαίνουν όλοι μαζί, η Καλλιόπη δεν άντεχε να τους βλέπει να αγκαλιάζονται, να φιλιούνται, ο Νικόλας, σε χειρότερη θέση, σιχαινόταν τον εαυτό του που κορόιδευε την Άννα. Όταν την φιλούσε, η ματιά του ήταν κολλημένη στην Καλλιόπη και δεν της άξιζε.

Στην αίθουσα ενός κινηματογράφου, στο διάλειμμα της ταινίας, η Άννα πήγε να φέρει ποπ κορν και αναψυκτικά. Τους χώριζε η θέση που άδειασε μόλις από την Άννα. Ο Νικόλας γύρισε προς το μέρος της Καλλιόπης, ενώ εκείνη, που αντιλήφθηκε το βλέμμα του, έκανε πως έψαχνε κάτι στην τσάντα της. Σε κλάσματα δευτερολέπτου βρέθηκε στην θέση δίπλα της.

– Τρελάθηκες;, του είπε έξαλλη, γυρνώντας πίσω να δει αν ήταν πουθενά η αδερφή της.
– Εδώ και μέρες έχω τρελαθεί, από τη στιγμή που σε φίλησα κατά λάθος.
– Νόμιζα είχαμε συμφωνήσει…
– Θα της ζητήσω να χωρίσουμε!

Η Καλλιόπη σα να την χτύπησε ηλεκτρικό φορτίο, γύρισε απότομα το κεφάλι της και τον κάρφωσε με το βλέμμα της.

– Μη τολμήσεις.
– Δεν αντέχω να την κοροϊδεύω! Δεν της αξίζει. Εσένα θέλω, που να με πάρει ο διάολος.
– Εμ θα σε πάρει κι αυτός αν τυχόν της ζητήσεις να χωρίσετε. Εμείς οι δύο δεν μπορούμε να είμαστε μαζί και να την χωρίσεις ακόμα και τώρα πήγαινε στη θέση σου.

Ο Νικόλας βασανιζόταν. Και ποτέ να μην γινόταν δική του η Καλλιόπη, με την Άννα, έπρεπε να το ξεκαθαρίσει. Αλλά πώς να της το έλεγε; Δεν μάλωναν, δεν διαφωνούσαν σε τίποτα. Την θαύμαζε και την αγαπούσε πολύ, όχι όμως ερωτικά πια. Άφησε ακόμα λίγες μέρες να περάσουν, αποφεύγοντάς την όσο μπορούσε, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο. Δεν του ήταν καθόλου εύκολο, η Άννα ήταν μια υπέροχη κοπέλα, το όνειρο πολλών αντρών, το δικό του όμως ήταν πια το αντίγραφό της, η δίδυμή της, που στη σκέψη της, τρανταζόταν το είναι του.

Ένα Σαββατόβραδο βγήκαν για ποτό. Η Άννα είχε καταλάβει ότι κάτι συνέβαινε μέρες τώρα, που ακύρωνε ραντεβού τους και γενικά ήταν πιο ψυχρός μαζί της. Μόλις ήρθαν οι βότκες τους, ο Νικόλας ήπιε κατευθείαν δύο γενναίες γουλιές. Η Άννα τον παρατηρούσε. Η γλώσσα του σώματος του φανέρωνε αυτό που φοβόταν. Αποφάσισε να του το κάνει πιο εύκολο.

– Με χωρίζεις;

Ο Νικόλας σάστισε. Αυτό σίγουρα δεν ήταν στα σενάρια που έφτιαχνε με το μυαλό του όλο αυτό το διάστημα. Της έπιασε τρυφερά το χέρι και πήρε μια βαθιά ανάσα.

– Με συγχωρείς. Το πάλεψα πολύ μέσα μου.
– Έκανα κάτι;
– Όχι βέβαια! Σε αγαπώ, Άννα! Είσαι σπουδαία γυναίκα, αλλά εγώ…
– Σου τελείωσε… Μπορώ να μάθω αν υπάρχει άλλη;
– Έτσι όπως το εννοείς, όχι. Υπάρχει στην καρδιά και το μυαλό μου, αλλά όχι στην ζωή μου.
– Μάλιστα! Δεν θα ρωτήσω αν την ξέρω. Δεν θα μου πεις.
– Δεν έχει σημασία. Θέλω να ξέρεις ότι σημαίνεις πολλά για μένα, ότι σε θαυμάζω και σε εκτιμώ πάντα, αυτά δεν αλλάζουν.
– Μου χρυσώνεις το χάπι, ε;

Δυστυχώς, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Δεν ήθελε να την δει να καταρρέει, δεν της ταίριαζε. Αλλά, της ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να το παίξει δυνατή τη δεδομένη στιγμή. Ο Νικόλας δεν άφηνε το χέρι της.

– Υποφέρω κι εγώ, αλήθεια. Μακάρι να ορίζαμε την καρδιά.

Τον πίστευε, δεν ήταν από αυτούς τους άντρες που σκορπούσαν ψεύτικους έρωτες και κορόιδευαν. Σίγουρα δεν του ήταν εύκολο όλο αυτό.

– Οι δρόμοι μας θα συναντιούνται στο θέατρο…
– Θα είμαι πάντα θαυμαστής του ταλέντου σου, θα σε στηρίζω πάντα θεατρικά και γενικότερα όπως μπορώ.
– Καλή τύχη Νικόλα, είπε πονεμένα κι έφυγε.

Όλη νύχτα έκλαιγε στην αγκαλιά της αδερφής της. Η Καλλιόπη προτιμούσε να την μαχαιρώνουν παρά να την βλέπει έτσι.

– Ποια να είναι; Ποια τον μάγεψε τόσο, ώστε να σβήσει ο έρωτάς του για μένα;

Η Καλλιόπη την έκρυβε στην αγκαλιά της, πιο πολύ για να κρύβει από κείνη την δική της προδοσία.
– Διδυμούλα μου, σε παρακαλώ, μη τα σκέφτεσαι άλλο.

Σκούπισε τα δάκρυά της, σηκώθηκε όρθια, κοίταξε κατάματα την Καλλιόπη και αποφασιστικά της είπε:

– Βοήθησε με να βρω ποια είναι, σε παρακαλώ.
– Τι θα αλλάξει;
– Τίποτα. Θέλω απλά να ξέρω. Δεν τον θέλει αυτή; Του έριξε χυλόπιτα; Γιατί είπε ότι δεν την έχει στη ζωή του, παρά μόνο στην καρδιά του;
– Τι σημασία έχει, Άννα μου;
– Δεν το καταλαβαίνεις; Νιώθω τόσο λίγη, ότι δεν ήμουν αρκετή. Θέλω να μάθω ποια είναι! Και θα το μάθω, σου το ορκίζομαι.

Δεν έκλεισε μάτι η Καλλιόπη. Την στοίχειωνε η τελευταία της φράση. Ήξερε πόσο πεισματάρα ήταν η αδερφή της. Θα κινούσε γη και ουρανό για να τα καταφέρει να μάθει αυτό που την βασάνιζε και τότε θα ανακάλυπτε το χειρότερο σενάριο. Χιλιάδες σκέψεις, άλλες τόσες τύψεις. Έπρεπε να αναλάβει τις ευθύνες της, της το χρωστούσε τουλάχιστον αυτό.

Το επόμενο πρωί, άνοιξε την πόρτα του δωματίου της Άννας και την βρήκε καθισμένη στο κρεβάτι να κλαίει.

– Δεν κοιμήθηκες καθόλου;
– Όχι. Έκανα λίστα με όλους τους ανθρώπους που μπορούν να μου δώσουν κάποια χρήσιμη πληροφορία.

Την κοιτούσε και πονούσε η ψυχή της. Ήταν δημιούργημά της αυτή η εμμονική διαταραχή που απέκτησε η αδερφή της.

– Ξέρω ποια είναι.
– Τι; Τι λες Καλλιόπη; Πώς; Τους είδες μαζί; Γιατί δεν μου είπες κάτι;
– Εγώ είμαι.

Η Άννα έμεινε ασάλευτη. Παρέμενε στο κρεβάτι, σα να προσπαθούσε να αποβάλει αυτό που μόλις άκουσε. Ας ήταν εφιάλτης! Ας την ξυπνούσε κάποιος! Πέρασαν κάποια δευτερόλεπτα και η Καλλιόπη περίμενε την έκρηξη, η οποία δεν ήρθε ποτέ. Μόνο τα δάκρυα και η έκφρασή της φανέρωναν ότι ήταν πια ένα ερείπιο.

– Από διδυμούλα, έγινες δήμιος. Προαγωγή, εύγε! Η ίδια μου η αδερφή. Αυτά μόνο σε ταινίες γίνονται. Πηδήχτηκες μαζί του;

Μισούσε τον εαυτό της η Καλλιόπη, αλλά έπρεπε να συνεχίσει. Με όση ψυχραιμία μπορούσε να διατηρεί, της τα εξήγησε όλα. Κοβόταν η φωνή της, έτρεμε ολόκληρη, έβλεπε τις συσπάσεις πόνου στο πρόσωπο της αδερφής της, αλλά δεν της έκρυψε τίποτα. Η αλήθεια όσο κι αν πονούσε, έπρεπε να ειπωθεί, να μην μείνουν ανάμεσά τους ένοχα μυστικά. Όταν πια τα διηγήθηκε όλα, αποκαμωμένη, της είπε:

– Ποτέ στη ζωή μου δεν φανταζόμουν ότι θα σε πληγώσω.
– Εγώ να δεις. Θα φύγω ένα διάστημα. Θα πάω να μείνω στην Εύη. Δεν αντέχω εδώ μέσα.

Σηκώθηκε κι άρχισε να ετοιμάζει ένα βαλιτσάκι.
Η Καλλιόπη έκανε να την πλησιάσει.

– Όχι, μη με αγγίξεις. Ό,τι ήταν να κάνεις, το έκανες. Δεν θέλω καν να αναπνέω τον ίδιο αέρα με σένα.

Μάζεψε τα κομμάτια της η Καλλιόπη και πήγε στο δωμάτιό της. Άκουσε την πόρτα να κλείνει και έμεινε εκεί, μόνη να κλαίει γοερά.

Την επόμενη κιόλας μέρα η Άννα πήγε στο σπίτι του Νικόλα. Όταν άνοιξε και την είδε με πρησμένα, κόκκινα μάτια ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί.

– Από όλες τις γυναίκες του κόσμου, διάλεξες την αδερφή μου; αποσβολωμένος την κοιτούσε. Ναι, τα ξέρω όλα, συνέχισε εκείνη. Πριν λίγες ώρες μου τα φανέρωσε όλα. Εκείνη τουλάχιστον είχε τα κότσια.
– Άννα, όλα ξεκίνησαν από ένα μπέρδεμα.
– Ναι ναι, μη σπαταλάς σάλιο, τα ξέρω. Αυτό που θέλω να μάθω είναι πώς είναι δυνατόν να ένιωσες έτσι με ένα κατά λάθος φιλί.
– Πώς να στο εξηγήσω όταν ούτε εγώ ο ίδιος μπορώ να το καταλάβω; Ορίζουμε τις αισθήσεις μας; Το σίγουρο είναι ότι δεν έγινε με δόλο, κανείς από τους δυο μας δεν είχε σκοπό να σε βλάψει, να σε κοροϊδέψει. Μη κατηγορήσεις την αδερφή σου. Έκανε την επιλογή της! Διάλεξε εσένα!

Ούτε εκεί μέσα άντεχε άλλο. Έφυγε. Τον Νικόλα όταν τον συναντούσε στο Εθνικό, έκανε κόπο να μη βάλει τα κλάματα. Με την αδερφή της δεν είχε καμία επαφή.

Η Εύη στην οποία έμενε πια, απαντούσε στα καθημερινά μηνύματα της Καλλιόπης, για το πώς ήταν η αδερφή της. Έπρεπε να κάνει κάτι. Και το βρήκε. Δήθεν τυχαία, κανόνισε να βρεθούν με έναν ξάδερφό της, που κάποιες φορές στο παρελθόν της είχε αναφέρει πόσο ωραία κοπέλα ήταν η φίλη της. Του εξήγησε την κατάσταση κι εκείνος έβαζε τα δυνατά του, να την κάνει να ξεχνιέται. Έβγαιναν όλοι μαζί, ερχόταν στο σπίτι και η Άννα, γελούσε ξανά. Περνούσε τόσο ευχάριστα η ώρα μαζί του.

Η Καλλιόπη, που είχε ενημερωθεί φυσικά, ένιωθε ευγνωμοσύνη για την κοπέλα. Μία ξένη, στάθηκε στο πλευρό της διδυμούλας της, όταν η ίδια, την έριξε στο κενό. Κατείχε σίγουρα το βραβείο της χειρότερης αδερφής. Το μόνο που της έφερνε χαρά, ήταν ότι η Άννα, έβγαινε σιγά σιγά από την κόλαση που την είχε οδηγήσει εκείνη.

Πέρασαν τέσσερις μήνες. Ο Νικόλας προσπάθησε πολλές φορές να πλησιάσει την Καλλιόπη, χωρίς αποτέλεσμα. Δεν ήθελε καμία επαφή μαζί του. Αυτά που ένιωσε για κείνον δεν μπορούσε να τα εξαφανίσει, μπόρεσε όμως να τα θάψει βαθιά μέσα της.

Ο Νικόλας έβλεπε την αλλαγή στην Άννα, από το χάος, στην επιφάνεια ξανά και ανακουφιζόταν. Το ότι η Καλλιόπη δεν ήθελε ούτε να του μιλήσει καν, τον διέλυε. Τόσες κοπέλες περίμεναν ένα μόνο νεύμα του, να πέσουν στο κρεβάτι του, αλλά εκείνος περίμενε το κορίτσι που τον έκανε να καταλάβει τι θα πει αληθινός έρωτας.

Στον πέμπτο μήνα απουσίας της από τη ζωή της Καλλιόπης, η Άννα, χτυπούσε το κουδούνι του σπιτιού τους, όχι μόνη της.

– Άννα μου! η έκπληξη της Καλλιόπης ήταν τόσο ευχάριστη.
– Καλησπέρα. Μπορούμε να περάσουμε;
– Το ρωτάς;

Έκατσαν στους καναπέδες και η Άννα πέρασε στις συστάσεις.
– Από δω ο Δημήτρης.
– Χάρηκα!
– Κι εγώ Καλλιόπη. Είναι σα να ξέρω.
– Ξέρω ότι η μουσίτσα η Εύη στα λέει όλα τόσο καιρό, οπότε, περιττές οι πολλές εξηγήσεις.

Γέλασαν και οι τρεις και η Καλλιόπη αναθάρρησε.
– Είμαι ευγνώμων που βρέθηκε στο δρόμο σου, όταν εγώ…
– Ας μη πιάσουμε αυτά που έγιναν. Όποιοι θυμούνται τα παλιά, είναι παλιάνθρωποι, λέει η Εύη.
– Η ξαδερφούλα μου! Η σοφή της οικογένειας!

Άλλη μια δόση γέλιου για τους τρεις νέους και η Άννα, πλησίασε την αδερφή της. Η Καλλιόπη μαζεύτηκε, σα να φοβήθηκε, σα να μη το περίμενε.

– Συγνώμη!
– Άννα μου, εσύ μου ζητάς συγνώμη;
– Ναι, εγώ. Έμεινα μόνο σε αυτά που με πλήγωσαν κι όχι στα δικά σου συναισθήματα. Ξέρω καλά πια, πως τα ρημάδια μας ορίζουν, δεν τα ελέγχουμε, και κοίταξε τον Δημήτρη. Νόμιζα πως θα πεθάνω, πως δεν υπάρχει τίποτα πια εκεί έξω.
– Η καλή σου νεράιδα όμως, η ξαδέρφη μου, κοίτα τι σου έφερε στο δρόμο σου!

Η Καλλιόπη την έβλεπε να γελάει, να έχει ξανά εκείνη την σπίθα στη ματιά της, που την χαρακτήριζε και που της την είχε σβήσει η ίδια της.

– Πόσο χαίρομαι για σας.
– Διδυμούλα μου, άφησα τον εγωισμό να με παρασύρει.
– Πόσο ανάγκη είχα να ακούσω να με αποκαλείς έτσι. Όχι, εγώ φταίω για όλα.
– Εκτιμώ που ήσουν ειλικρινής και ξέρω ότι έβαλες πάνω από τα αισθήματα σου εμένα. Ώρα να σε απαλλάξω από το βάρος. Τον βλέπω κι εκείνον, υποφέρει. Πρέπει να είστε μαζί Καλλιόπη.

Έκπληκτη, δεν ήξερε τι να πει. Ο Δημήτρης ανέλαβε δράση.

– Αφήστε τα όλα στον χρόνο. Εκείνος ξέρει.

Πόσο δίκιο είχε ο Δημήτρης κι ας το θεωρούσε αδύνατο εκείνη τη στιγμή η Καλλιόπη. Είχε ξανά στη ζωή της την αδερφή της και δεν θα το διακινδύνευε με τίποτα. Για όλους μας όμως, έρχεται κάποια στιγμή, που φροντίζει η καλή μας νεράιδα. Ή μπορεί να είναι και ζευγάρι νεράιδων.

Λίγο καιρό μετά, είχαν τα γενέθλιά τους οι δίδυμες. Συμφώνησαν να κάνουν μια μάζωξη με λιγοστούς φίλους στο σπίτι τους. Όταν χτύπησε το κουδούνι, η Καλλιόπη απόρησε.

– Περιμένουμε κι άλλον;
– Ποιος ξέρει;, της απάντησε η Άννα και της έκλεισε το μάτι.

Ο Νικόλας στεκόταν μπροστά της με δύο κόκκινα τριαντάφυλλα. Πάγωσε η Καλλιόπη. Ούτε η καρδιά της χτυπούσε πια. Τον άφησε να μπει.

– Χρόνια σας πολλά διδυμούλες, είπε και τους έδωσε από ένα τριαντάφυλλο.
– Ευχαριστούμε, καλώς ήρθες, του είπε ζεστά ή Άννα και κοίταξε την αδερφή της που ακόμα ήταν στον πάγο.

Την πλησίασε, έτεινε προς το μέρος της το τριαντάφυλλο και περίμενε.

– Έλα αδερφούλα μου, κουνήσου! Δεν θα μας βρουν τα επόμενα γενέθλια μας, εδώ. οι υπόλοιποι γέλασαν, η Καλλιόπη δεν αντέδρασε καθόλου. Λοιπόν, ας συνεχίσουμε εμείς το πάρτι στο μπαλκόνι, να αφήσουμε λίγο τα παιδιά μόνα τους, τι λέτε;

Κανείς δεν απάντησε φυσικά, αφού όλοι, ήταν στο κόλπο. Πήραν τα ποτήρια τους και βγήκαν έξω.

– Αν έμενε σε εμάς, δεν θα μας δίναμε ποτέ την ευκαιρία. Η αδερφή σου όμως, θέλει να μας την δώσει.
– Δεν ξέρω τι να πω. Όλο αυτό με ξεπερνάει.
– Καλλιόπη, σε παρακαλώ, ας τα αφήσουμε όλα πίσω. Ας κάνουμε μια προσπάθεια, μια καινούργια αρχή.

Άφησε το βλέμμα της να τρέξει στο μπαλκόνι, από όπου η αδερφή της κουνούσε καταφατικά το κεφάλι της, με το βλέμμα της να την τυλίγει όπως όλη της την ζωή, μέχρι τα συμβάντα. Της χαμογέλασε η Καλλιόπη, ακούμπησε την παλάμη της στο στήθος, ευχαριστώντας την χωρίς λόγια.

Το τρίτο τους φιλί, απαλλαγμένο από ενοχές, από πόνο, από μυστικά, έκανε την σύνδεση τους μοναδική. Η μπαλκονόπορτα άνοιξε και όλοι χειροκροτούσαν. Το ζευγάρι κοιτάχτηκε, απομακρύνθηκαν με χίλια ζόρια και έπεσε στις αγκαλιές τους.

– Στον έρωτα!, αναφώνησε ο Δημήτρης. Η Άννα χώθηκε στην αγκαλιά του και έκανε την δική της πρόποση, κοιτώντας την Εύη.
– Στις καλές νεράιδες!
– Στις διδυμούλες, που είναι ακαταμάχητες, πρόσθεσε ο Νικόλας και οι δύο αδερφές, χαριτωμένα έκαναν υπόκλιση.

Η Εύη άνοιξε την αγκαλιά της και η Άννα με τον Δημήτρη την γέμισαν.

– Όλα στη ζωή, για κάποιο λόγο γίνονται. Κι όταν νομίζουμε πως γίνονται για κακό, η συνέχεια έρχεται να τα ανατρέψει όλα.
– Ναι Εύη μου, αλλά σε όλα ίσως χρειάζεται μια ώθηση, ε; Ξέρεις εσύ!, της απάντησε ο ξάδερφός της και της χάρισε ένα ηχηρό φιλί.
– Ρε παιδιά, δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε.

Όλοι ξέσπασαν σε γέλια με τον νεαρό ηθοποιό που μιμήθηκε τον Ντίνο Ηλιόπουλο κι έγιναν μια αγκαλιά. Η αγάπη, σε όλες τις μορφές της, είχε βρει τους στόχους της.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading