Η Ρόζα ξύπνησε απότομα όταν μια αχτίδα ήλιου χτύπησε το πρόσωπό της. Άπλωσε το χέρι της στο κομοδίνο ψάχνοντας το κινητό της.
Μόλις είδε την ώρα, ανασηκώθηκε απότομα. Έντεκα και δώδεκα.
Για μερικά δευτερόλεπτα κοίταζε την οθόνη σαν να περίμενε να αλλάξει μόνη της. Δεν άλλαξε. Ένα γέλιο ξέφυγε από τα χείλη της.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια είχε χάσει το πρωινό της τρέξιμο. Δεν είχε ξυπνήσει στις έξι. Δεν είχε οργανώσει τη μέρα της από το προηγούμενο βράδυ. Δεν είχε φτιάξει πρωινό. Δεν είχε κάνει τίποτα από όσα έκανε καθημερινά. Και το πιο παράξενο ήταν ότι δεν ένιωθε άσχημα.
Καθώς σηκώθηκε από το κρεβάτι, το μυαλό της ταξίδεψε αμέσως στο προηγούμενο βράδυ. Στον Ήφαιστο. Στο βλέμμα του. Στο χαμόγελό του. Στον τρόπο που έλεγε το όνομά της. Στο κορμί του.
Η καρδιά της χτύπησε πιο γρήγορα. «Σταμάτα…» μουρμούρισε στον εαυτό της. Όμως δεν σταμάτησε. Ολόκληρη η μέρα κύλησε σαν όνειρο. Μέσα στη ρουτίνα της, στην αλλαγμένη ρουτίνα της, το μυαλό της γυρνούσε σε εκείνον.
Όταν τελείωσε η δουλειά της, βρέθηκε στο μπαράκι δίπλα στην εταιρία. Είχε κανονίσει να συναντήσει τη Μαρία και τη Γιώτα και φυσικά, από τη στιγμή που κάθισε στο τραπέζι, άρχισε η ανάκριση.
Η Ρόζα προσπάθησε να αντισταθεί αλλά απέτυχε παταγωδώς. Τους είπε σχεδόν τα πάντα. Για τη γνωριμία. Για τα ποτά. Για τη συζήτηση. Για το πόσο εύκολα είχε χαθεί η αίσθηση του χρόνου.
Παρέλειψε μόνο λίγες λεπτομέρειες που ήθελε να κρατήσει αποκλειστικά δικές της. Οι φίλες της την κοιτούσαν σαν να είχε εμφανιστεί μπροστά τους ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος.
«Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι έχασες το πρωινό τρέξιμο!»
Η Ρόζα γέλασε… «Ούτε εγώ!»
«Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι άργησες στη δουλειά και δεν σου είπαν τίποτα γιατί θεώρησαν πως έχει γίνει κάτι σοβαρό για να αργήσεις πρώτη φορά στα 10 χρόνια που βλέπεις σε αυτή την ναυτιλιακή!». Γέλασαν και οι τρεις πίνοντας τα ποτά τους. Η Μαρία όμως πήρε τον λόγο και ρώτησε…
«Ρόζα, είσαι ερωτευμένη!»
«Μην αρχίζεις, Μαρία!»
«Όχι, όχι… και εγώ ανησυχώ!»
«Γιατί;»
«Γιατί γελάς μόνη σου και όταν μιλάς, κοκκινίζεις! Ρε μπας και έγινε και τίποτα άλλο και μας το κρύβεις;»
Η Ρόζα πέταξε μια χαρτοπετσέτα στη Γιώτα και οι τρεις τους ξέσπασαν σε γέλια. Όμως, λίγα λεπτά αργότερα το γέλιο χάθηκε.
Η Ρόζα ένιωσε ξανά εκείνο το παράξενο συναίσθημα. Σαν κάποιος να την παρακολουθούσε. Στην αρχή το αγνόησε όμως ύστερα το ένιωσε ξανά… Και ξανά…
Σήκωσε διακριτικά το κεφάλι της. Ένας άντρας καθόταν μόνος στην άλλη άκρη του μαγαζιού. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω τους. Η Ρόζα συνοφρυώθηκε.
«Τον ξέρετε;». Οι φίλες της γύρισαν να κοιτάξουν.
«Όχι!»
«Μήπως σε ξέρει από κάπου;»
«Δεν νομίζω!»
Ο άντρας όμως συνέχισε να κοιτάζει προς το μέρος τους χωρίς ίχνος ντροπής και χωρίς να αποστρέφει το βλέμμα του και αυτό ήταν κάτι που δεν άρεσε καθόλου στη Ρόζα.
Όταν οι φίλες της έφυγαν, η Ρόζα αποφάσισε να μην δώσει συνέχεια. Περπάτησε προς το αυτοκίνητό της. Ο δρόμος ήταν σχεδόν άδειος. Οι ήχοι της πόλης ακούγονταν μακριά. Τα βήματά της αντηχούσαν στο πεζοδρόμιο. Τότε άκουσε πίσω της ένα δεύτερο ζευγάρι βήματα. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά γρήγορα. Επιτάχυνε το βήμα της. Το ίδιο και ο άγνωστος. Η Ρόζα γύρισε απότομα και ο άντρας από το μαγαζί στεκόταν λίγα μέτρα μακριά.
«Τι θέλετε;»
Το χαμόγελό του ήταν ψυχρό.
«Να μιλήσουμε!»
«Δεν έχουμε τίποτα να πούμε!»
«Έχουμε!»
Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Η Ρόζα έκανε ένα βήμα πίσω.
«Σε είδα…»
«Δεν ξέρω τι εννοείτε…»
«Στην ταράτσα…»
«Δεν σας γνωρίζω…»
«Όχι, αλλά εγώ γνωρίζω ποιον γνώρισες… Ας πούμε ότι τον λένε Ήφαιστο»
Η Ρόζα πάγωσε. «Τι θέλετε από μένα;»
«Απλώς πάντα ήθελα να μάθω αν ο μεγάλος Ήφαιστος είχε αδυναμίες…». Η φωνή του είχε γίνει σκοτεινή. «Και μάλλον βρήκα μία…»
Η Ρόζα ένιωσε για πρώτη φορά πραγματικό φόβο. Ο άντρας έκανε άλλο ένα βήμα και τότε ακούστηκε μια δεύτερη φωνή. Μια φωνή ήρεμη, παγωμένη και επικίνδυνα ήρεμη…
«Απομακρύνσου από εκείνη!»
Ο άγνωστος σταμάτησε. Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του.
«Να που ήρθες…»
Η Ρόζα γύρισε. Ο Ήφαιστος στεκόταν λίγα μέτρα πίσω τους. Το βλέμμα του έπεσε πάνω της για μια στιγμή, αρκετή για να βεβαιωθεί πως ήταν καλά. Ύστερα στράφηκε στον άντρα απέναντί του.
«Περίμενα να έρθεις να με βρεις σαν άντρας…»
«Οι εποχές αλλάζουν…»
«Οι δειλοί δεν αλλάζουν ποτέ…»
Το χαμόγελο του άλλου σκλήρυνε.
«Πάντα έψαχνα να βρω ένα ευάλωτο σημείο πάνω σου, Ήφαιστε. Κάτι που να σε πονάει πραγματικά…». Το βλέμμα του γλίστρησε προς τη Ρόζα. «Απλώς δεν σε είχα για άνθρωπο που θα αποκτούσε ποτέ αδυναμίες!»
Ο Ήφαιστος έκανε ένα βήμα μπροστά.
«Άφησέ την να φύγει!»
«Και μετά;»
«Θα τα βρούμε οι δυο μας…»
Ο άντρας γέλασε.
«Τόσο πολύ τη νοιάζεσαι;»
Για μια στιγμή επικράτησε σιωπή. Και αυτή η σιωπή ήταν η απάντηση.
«Ενδιαφέρον…»
Χωρίς προειδοποίηση έσπρωξε τη Ρόζα. Εκείνη παραπάτησε και βρέθηκε στο έδαφος. Την ίδια στιγμή ένα στιλέτο εμφανίστηκε στο χέρι του.
«Τα λεφτά μου… Τώρα!»
Ο Ήφαιστος δεν αντέδρασε. Έβγαλε αργά ένα μπλοκ επιταγών, υπέγραψε και πέταξε μια επιταγή προς το μέρος του. Ο άντρας χαμήλωσε το βλέμμα του μόνο για ένα δευτερόλεπτο και ήταν αρκετό. Το χέρι του κινήθηκε σαν αστραπή. Η λεπίδα έφυγε από τα δάχτυλά του.
«Ήφαιστε!»
Η κραυγή της Ρόζας αντήχησε στον δρόμο. Ο Ήφαιστος έκανε μισό βήμα πίσω. Κοίταξε χαμηλά. Το λευκό πουκάμισό του άρχισε να βάφεται κόκκινο. Ο άντρας άρπαξε την επιταγή και εξαφανίστηκε μέσα στο σκοτάδι. Ο Ήφαιστος προσπάθησε να σταθεί όρθιος. Δεν τα κατάφερε. Τα γόνατά του λύγισαν. Η Ρόζα έτρεξε κοντά του και τον έπιασε πριν πέσει στο πεζοδρόμιο.
«Όχι… όχι…». Τα χέρια της γέμισαν αίμα. «Ήφαιστε! Κοίτα με!»
Εκείνος προσπάθησε να χαμογελάσει. «Είσαι καλά;»
Η Ρόζα τον κοίταξε σαν να είχε τρελαθεί. «Εσύ αιμορραγείς!»
«Δεν πειράζει…»
Η φωνή του ήταν πλέον ψίθυρος. Σήκωσε με δυσκολία το χέρι του και ακούμπησε το μάγουλό της.
«Τουλάχιστον… είσαι καλά…»
Τα μάτια του έκλεισαν αργά. Το βάρος του έπεσε πάνω της.
«Ήφαιστε!»
Η Ρόζα τον κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά της, ενώ τα δάκρυα κυλούσαν ανεξέλεγκτα στα μάγουλά της και για πρώτη φορά από τη στιγμή που τον γνώρισε, φοβήθηκε πως ίσως τον έχανε πραγματικά.
Κατερίνα Μοχράνη
Συνεχίζεται…
