Η μυρωδιά του νοσοκομείου είχε αρχίσει να γίνεται αφόρητη. Η Ρόζα καθόταν στην ίδια καρέκλα εδώ και ώρες, χωρίς να θυμάται πότε ακριβώς είχε ξημερώσει. Το μόνο που θυμόταν ήταν το ασθενοφόρο, το αίμα στα χέρια της και τον τρόμο που είχε νιώσει όταν είδε τον Ήφαιστο να χάνει τις αισθήσεις του μέσα στην αγκαλιά της.
Οι γιατροί τον είχαν πάρει αμέσως. Εκείνη είχε μείνει πίσω να περιμένει. Να προσεύχεται. Να φοβάται.
Όταν η πόρτα άνοιξε και ένας γιατρός βγήκε προς το μέρος της, πετάχτηκε όρθια.
«Γιατρέ;»
Ο άντρας χαμογέλασε κουρασμένα. «Στάθηκε πολύ τυχερός!»
Η Ρόζα ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν.
«Θα ζήσει;»
«Ναι. Η λεπίδα πέρασε λίγα μόλις χιλιοστά από κεντρική αρτηρία. Αν την είχε βρει, θα μιλούσαμε τώρα για κάτι τελείως διαφορετικό…»
Η Ρόζα έκλεισε τα μάτια της. Για πρώτη φορά μετά από ώρες μπόρεσε να αναπνεύσει.
«Μπορώ να τον δω;»
«Σε λίγο θα ξυπνήσει…»
Μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο. Ο Ήφαιστος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, χλωμός, με επιδέσμους και ορούς. Χωρίς το σκοτάδι της νύχτας γύρω του, χωρίς το γραφείο του, χωρίς το μαγαζί του, έμοιαζε διαφορετικός. Πιο ανθρώπινος. Πιο ευάλωτος.
Κάθισε δίπλα του και κράτησε το χέρι του μέσα στα δικά της και περίμενε. Κάποια στιγμή οι πρώτες ακτίνες του ήλιου γέμισαν το δωμάτιο. Η Ρόζα είχε αποκοιμηθεί με το κεφάλι ακουμπισμένο στο κρεβάτι του όταν ένιωσε τα δάχτυλά του να κινούνται. Σήκωσε απότομα το κεφάλι. Τα μάτια του Ηφαίστου ήταν ανοιχτά. Για λίγα δευτερόλεπτα κοιτάχτηκαν χωρίς να μιλήσουν και τότε όλος ο φόβος που κρατούσε μέσα της έσπασε. Τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν ανεξέλεγκτα.
«Ηρέμησε…». Η φωνή του ήταν αδύναμη.
Η Ρόζα κούνησε αρνητικά το κεφάλι…«Μη μου λες να ηρεμήσω.»
«Ρόζα…»
«Νόμιζα ότι θα πεθάνεις…». Η φωνή της έσπασε. «Νόμιζα ότι θα σε χάσω…»
Ο Ήφαιστος προσπάθησε να σηκώσει το χέρι του και ακούμπησε το μάγουλό της. «Είμαι εδώ…»
Η Ρόζα έπιασε το χέρι του και το κράτησε σφιχτά.
«Με τρόμαξες!»
Ένα αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του. «Αν πάθαινες κάτι εσύ… εγώ θα τρελαινόμουν…»
Τα μάτια της γέμισαν ξανά δάκρυα. Ο Ήφαιστος έκλεισε για λίγο τα μάτια και πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Τον παρακολουθούσαμε καιρό… Μας δημιουργούσε προβλήματα μήνες τώρα. Ευτυχώς που τον παρακολουθούσαμε…»
Η Ρόζα συνοφρυώθηκε. «Ευτυχώς;»
Ο Ήφαιστος χαμογέλασε αδύναμα. «Γιατί έτσι βρήκα ξανά εσένα…»
Η καρδιά της σφίχτηκε. Για λίγο έμειναν σιωπηλοί. Έξω από το παράθυρο ο ήλιος συνέχιζε να ανεβαίνει. Η Ρόζα ακολούθησε με το βλέμμα της το φως.
«Δεν γίνεται…»
Ο Ήφαιστος γύρισε προς το μέρος της.
«Τι δεν γίνεται;»
Τα μάτια της γέμισαν ξανά δάκρυα.
«Εμείς…». Η φωνή της έτρεμε. «Εγώ ζω τη μέρα, Ήφαιστε. Ζω στον ήλιο. Ξυπνάω όταν εσύ κοιμάσαι. Θα δουλεύω όταν εσύ θα ξεκουράζεσαι. Θα περπατάω στους δρόμους όταν η δική σου μέρα θα τελειώνει. Θα περνάνε ώρες… ίσως και μέρες που δεν θα σε βλέπω…». Κατάπιε δύσκολα. «Σπάνια θα μπορώ να σε αγγίζω. Σπάνια θα μπορώ να σε φιλάω. Και μετά από χθες… φοβάμαι. Φοβάμαι πως κάποια στιγμή θα σε χάσω…»
Ο Ήφαιστος άπλωσε αργά το χέρι του και ακούμπησε το πρόσωπό της.
«Κοίτα με…»
Η Ρόζα σήκωσε τα μάτια της.
«Δεν με νοιάζει…»
«Τι;»
«Δεν με νοιάζει αν θα πηγαίνεις στη δουλειά όταν εγώ κοιμάμαι. Δεν με νοιάζει αν θα ξυπνάς όταν εγώ γυρίζω σπίτι. Δεν με νοιάζει αν οι ώρες μας δεν ταιριάζουν…». Τα δάχτυλά του χάιδεψαν απαλά το μάγουλό της.
«Ξέρεις τι με νοιάζει; Να ξέρω ότι είσαι ασφαλής. Να ξέρω ότι κάπου εκεί έξω υπάρχεις. Να ξέρω ότι όταν θα γυρίζω σπίτι, θα υπάρχεις στη ζωή μου…»
Έφερε το χέρι της στα χείλη του και το φίλησε απαλά.
«Μου αρκεί να ξαπλώνω δίπλα σου. Μου αρκεί να σε πετυχαίνω μισοκοιμισμένη και να σε φιλάω πριν φύγεις. Μου αρκεί να σε αγγίζω. Να σε μυρίζω. Μου αρκεί να ξέρω ότι στο τέλος της μέρας μου υπάρχεις εσύ… Γιατί όταν νόμιζα ότι πεθαίνω, δεν σκέφτηκα τα λεφτά μου, το μαγαζί μου ή τους ανθρώπους μου. Σκεφτόμουν μόνο ότι δεν είχα προλάβει να σε αγαπήσω όσο ήθελα…»
Τα δάκρυα της Ρόζας κύλησαν ελεύθερα. Έσκυψε πάνω του και ακούμπησε το μέτωπό της στο δικό του. Έμειναν έτσι για λίγες στιγμές. Ακίνητοι. Σαν να φοβούνταν πως αν απομακρύνονταν, όλα θα χάνονταν.
«Ξέρεις τι είναι το πιο παράξενο;», ψιθύρισε.
Ο Ήφαιστος την κοίταξε χωρίς να μιλήσει.
«Σε γνωρίζω ελάχιστα κι όμως νιώθω σαν να σε ξέρω μια ζωή…». Η φωνή της έσπασε και τα μάτια της γυάλισαν ξανά. «Σαν να σε περίμενα μια ζωή και αυτό με τρομάζει περισσότερο απ’ όλα…»
Ο Ήφαιστος άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε απαλά το μάγουλό της.
«Γιατί;»
«Γιατί δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εσένα…»
Για λίγα δευτερόλεπτα ο Ήφαιστος δεν μίλησε. Την κοιτούσε μόνο σαν να προσπαθούσε να αποτυπώσει κάθε λεπτομέρεια του προσώπου της στη μνήμη του.
«Ρόζα…». Η φωνή του βγήκε χαμηλή, ζεστή και γεμάτη συναίσθημα. «Ξέρεις τι είσαι για μένα;»
Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Ο Ήφαιστος χαμογέλασε αδύναμα.
«Είσαι το φως μου! Το πρώτο φως που μπήκε στη ζωή μου ύστερα από πολλά χρόνια και για πρώτη φορά δεν φοβάμαι να το αφήσω να με αγγίξει…».
«Ήφαιστε…»
«Άφησέ με να τελειώσω..», της είπε κρατώντας της το χέρι σφιχτά.
«Για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν θέλω να γυρίσω στο σκοτάδι μόνος. Θέλω να υπάρχεις σε κάθε αύριό μου…»
Η Ρόζα έσκυψε και τον φίλησε. Ένα φιλί ήρεμο. Απαλό. Γεμάτο υποσχέσεις που δεν χρειάζονταν λέξεις. Όταν απομακρύνθηκαν, τα μέτωπά τους έμειναν ενωμένα. Έξω από το παράθυρο ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά. Η μέρα είχε αρχίσει. Κι όμως, για πρώτη φορά, ούτε το φως ούτε το σκοτάδι είχαν σημασία. Γιατί τελικά δεν ήταν φτιαγμένα για να πολεμούν.
Ήταν φτιαγμένα για να συναντιούνται. Όπως η Ρόζα και ο Ήφαιστος. Το σκοτάδι και το φως.
Δύο κόσμοι που δεν έπρεπε να συναντηθούν κι όμως βρήκαν ο ένας τον άλλον και αποφάσισαν να μην χαθούν ποτέ ξανά…
Κατερίνα Μοχράνη
Τέλος
